Η Σοφία Στάικου και η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς

Η πρόεδρος του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς μιλά για τις νέες πρωτοβουλίες για τη διάσωση της βιομηχανικής ιστορίας και τεχνολογίας της χώρας.

Του Απόστολου Μαγγηριάδη

Μπορεί ένα μουσείο να στεγαστεί σ’ ένα εργοστάσιο, σ’ ένα ελαιοτριβείο, σε μια αποθήκη ή σ’ ένα παλιό ανθρακωρυχείο; Ναι, εφόσον αφορά τη διάσωση της βιομηχανικής ιστορίας και τεχνολογίας της χώρας. Πρόκειται για ένα έργο που έχει αναλάβει εδώ και δέκα χρόνια η Σοφία Στάικου, πρόεδρος του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Πειραιώς και ιθύνων νους της δημιουργίας των επτά θεματικών μουσείων στην ελληνική περιφέρεια.

«Η διαφύλαξη της υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς μας δεν συνιστά πολυτέλεια, αλλά ανάγκη», εξηγεί η Σοφία Στάικου. «Πολλώ δε μάλλον σε αυτούς τους καιρούς που διανύουμε, στους οποίους χρειαζόμαστε αξιακές άγκυρες και ισχυρά σημεία αναφοράς. Συνεπώς, για εμάς, στην Τράπεζα Πειραιώς, η καταγραφή και η ανάδειξη στοιχείων της πολιτιστικής ταυτότητας και η διάσωση της παραδοσιακής και βιομηχανικής τεχνολογίας της χώρας ανέκαθεν αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν πυλώνα της στρατηγικής μας».

Με σπουδές στις Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στη Βιομηχανική Ψυχολογία στην Αγγλία, η Σοφία Στάικου εργάστηκε στη Citibank, στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο γραφείο του υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (1974) και στη συνέχεια στο γραφείο του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Δούλεψε για παραπάνω από μία εικοσαετία στον τραπεζικό τομέα, αναλαμβάνοντας τη Γενική Διεύθυνση του Προσωπικού και της Επικοινωνίας της Τράπεζας Πειραιώς. Από το 2002 είναι πρόεδρος του Πολιτιστικού Ιδρύματος της τράπεζας και υπεύθυνη της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης του Ομίλου Πειραιώς.

Πρόκειται για το μοναδικό ίδρυμα στην Ελλάδα που έχει οργανώσει και διαχειρίζεται, σε στενή συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση και το υπουργείο Πολιτισμού, ένα πρότυπο δίκτυο επτά θεματικών μουσείων στην ελληνική περιφέρεια: το Μουσείο Μετάξης στο Σουφλί, το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα, το Μουσείο Ελιάς και Ελληνικού Λαδιού στη Σπάρτη, το Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας στη Μυτιλήνη, το Μουσείο Πλινθοκεραμοποιίας στον Βόλο, το Μουσείο Μαρμαροτεχνίας στην Τήνο και το Μουσείο Περιβάλλοντος στη Στυμφαλία. Το δίκτυο αναμένεται να διευρυνθεί με το Μουσείο Αργυροτεχνίας στα Ιωάννινα και το Μουσείο Μαστίχας στη Χίο.

Διαβάστε ακόμη: Τα επτά σημεία αισιοδοξίας για την Πειραιώς

«Στην Τήνο ήρθαν αγρότες και έφερναν παλιά εργαλεία μαρμαροτεχνίας των παππούδων τους και μας τα χάριζαν για να τα βάλουμε εκθέματα στο μουσείο. Τα σχολεία κάνουν ουρές για να μάθουν τα παιδιά πώς παράγεται το λάδι ή πώς ψήνονται τα τούβλα. Τα μουσεία έχουν και μικρά καφέ και πωλητήρια με τοπικά προϊόντα», αναφέρει η Σοφία Στάικου, επισημαίνοντας ότι οι τοπικές κοινωνίες έχουν αγκαλιάσει την προσπάθεια. Τα μουσεία ερευνούν και προβάλλουν ξεχασμένες πτυχές της παραγωγικής ιστορίας της χώρας, τις οποίες συνδέουν με την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, τις τοπικές παραδόσεις, τον πολιτισμό και το περιβάλλον.

Στον ίδιο άξονα κινούνται και οι υπόλοιπες δράσεις του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς. Όπως είναι τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματά του, οι εκδόσεις του, καθώς και οι δράσεις που σχετίζονται με τη διάσωση και την οργάνωση του ιστορικού αρχείου και των αρχειακών συλλογών του, που «ακτινογραφούν» τη νεότερη οικονομική ιστορία της χώρας, αλλά και τη Βιβλιοθήκη του, η οποία διαθέτει 57.000 τίτλους ελληνικών και ξενόγλωσσων βιβλίων.

Προσανατολισμένο κυρίως σε περιοχές εκτός Αθηνών, το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς διατηρεί «ζωντανούς» τους δεσμούς του παρελθόντος με το παρόν. Τα μουσεία του λειτουργούν ως καθημερινοί χώροι της πόλης εμπλουτίζοντας την κοινωνική ζωή με ποικίλες και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, αλλά και ως εργαστήρια γνώσης, συμβάλλοντας στην τοπική ανάπτυξη μέσα από την ποιοτική άνοδο του τουρισμού και την πολιτισμική αναβάθμιση της περιφέρειας. Εκπαιδεύουν το κοινό στην κατανόηση του παρελθόντος και των άλλων πολιτισμών, καλλιεργώντας τον σεβασμό και την ανεκτικότητα.

Διαβάστε ακόμη: Κέρδη 3,2 δισ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς στο εννιάμηνο

Το 80% των αγαθών που πωλούνται στα καταστήματα των μουσείων προέρχονται από την τοπική αγορά, ενώ περισσότεροι από 800.000 Έλληνες και ξένοι επισκέπτες έχουν επισκεφθεί μέχρι σήμερα τα μουσεία του δικτύου. Μάλιστα, η τάση από χρόνο σε χρόνο παρουσιάζει αύξηση, παρά την κρίση που αντιμετωπίζει ο τομέας του πολιτισμού.

Διευρύνοντας το πεδίο δράσης του, χωρίς να παρεκκλίνει από τους στόχους του, το Πολιτιστικό Ίδρυμα αναμορφώνει πλέον τη στρατηγική του. «Μέχρι σήμερα δουλέψαμε μεθοδικά, σε συνεργασία με την πολιτεία, για να δημιουργήσουμε και να λειτουργήσουμε ένα ποιοτικό Δίκτυο Θεματικών Μουσείων στην ελληνική περιφέρεια. Πιστεύω ότι συμβάλαμε στη διάσωση της παραγωγικής ιστορίας μας, διδάσκοντας τη νέα γενιά πρακτικές και παραδόσεις που αφορούν στον τόπο μας και κινδύνευαν να χαθούν. Συνεχίζουμε άοκνα στον ίδιο δρόμο, αλλά νιώθουμε ότι είμαστε έτοιμοι και για μια νέα προσπάθεια. Να εστιάσουμε και να προβάλουμε την ιδιαίτερα στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον πολιτισμό και το περιβάλλον, το πολιτιστικό και το φυσικό τοπίο. Σύντομα θα γνωστοποιήσουμε σειρά σχετικών πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων, πάντα με γνώμονα τη σημασία που δίνουμε στην ελληνική περιφέρεια, αλλά και με αναφορά στην Αθήνα, αξιοποιώντας στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την τεχνολογία και την καινοτομία», σημειώνει Σοφία Στάικου.

Το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς είναι διαπιστευμένος συμβουλευτικός οργανισμός της UNESCO, στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Επιτροπής της Σύμβασης για την προστασία της Άυλης Κληρονομιάς, ενώ το 2012 του απονεμήθηκε το «Europa Nostra», το βραβείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στo περιοδικό Fortune, που κυκλοφορεί στα περίπτερα. 

Διαβάστε ακόμη: Τι θέλει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στον Εθνικό Κήπο;

Σχετικά άρθρα