Το έτος της κρίσης για την Ευρώπη έφτασε

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το 2017 θα είναι η χρονιά που είτε όλα τα ανοιχτά ζητήματα θα μπουν σε μια σειρά, είτε θα καταλήξουν πολύ άσχημα.

Του Βασίλη Σαμούρκα

Τις τελευταίες μέρες ενός έτους είθισται να κάνουμε ευχές και προβλέψεις για τη νέα χρονιά ελπίζοντας πάντοτε προς το καλύτερο, ή τουλάχιστον στο μη χείρον. Και το 2017 δεν διαφέρει σε τίποτα από τα προηγούμενα έτη, αν και οι προοπτικές του, ιδιαίτερα για την ευρωπαϊκή ήπειρο, απαιτούν από τους πάντες να βρίσκονται σε θέση «μάχης» για όσα πρόκειται να συμβούν τις επόμενες 365 ημέρες.

Η Ευρώπη θα κρίνει και θα κριθεί με τις αποφάσεις που θα πάρει, από τα ανώτερα διοικητικά και οικονομικά στρώματα ως τον τελευταίο πολίτη της, εάν θα συνεχίσει ως είχε ή θα μετεξελιχθεί βασιζόμενη σε δύο βασικά σενάρια: της συσπείρωσης ή της οριστικής διάλυσης.

Το 2017 θα κρίνει την πορεία της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα ψέματα μάλλον τελείωσαν, και το παιχνίδι της βαρκάδας των Ευρωπαίων ηγετών στον γραφικό Δούναβη στην Μπρατισλάβα δεν θα έχει ούτε όμορφα τοπία, ούτε ελαφριά γεύματα, ούτε τον Φρανσουά Ολάντ και τον Ματέο Ρέντσι. Θα έχει ανήλιαγα δωμάτια, μυστικές αίθουσες συνεδριάσεων με μοντέρνα τραπέζια και δερμάτινες καρέκλες, κι ίσως σε μια άκρη την Μαρίν Λεπέν και τον Πέπε Γκρίλο.

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, έχει δεσμευτεί πως μέχρι το Μάρτιο του 2017 η κυβέρνηση της θα έχει ενεργοποιήσει το άρθρο 50 για την έξοδο της χώρας από την ΕΕ. Κάτι που σημαίνει πως το αργότερο σε τρεις μήνες, η Ευρώπη θα καταλάβει για τα καλά τι συνέβη στο δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016. Το ερώτημα, όμως, είναι εάν η ηγεσία της προετοιμάστηκε για αυτό τους έξι και πλέον μήνες που προηγήθηκαν.

Οι γλαφυρές περιγραφές Βρετανών δημοσιογράφων, πολιτικών παραγόντων του περιβάλλοντος της Μέι και ορισμένων απερίγραπτων Ευρωπαίων αξιωματούχων, έχουν βγάλει προς τα έξω την εικόνα ότι το μόνο «σοβαρό» ζήτημα που απασχόλησε την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία για την υπόθεση Brexit είναι η γλώσσα με την οποία θα πραγματοποιηθούν οι διαπραγματεύσεις. Και ο Μισέλ Μπαρνιέ, δηλαδή ο άνθρωπος που ανέλαβε το κύριο βάρος της διαδικασίας, φέρεται να ζητά να γίνουν στα… γαλλικά!

Ταυτόχρονα, η Ιταλία ετοιμάζεται να ζήσει νέες «ένδοξες» στιγμές, οι οποίες είχαν ως αφετηρία τις προβληματικές της τράπεζες, συνέχισαν με το χαμένο δημοψήφισμα του Ρέντσι που διόγκωσε ακόμη περισσότερο το τραπεζικό πρόβλημα προκαλώντας, παράλληλα, μείζον πολιτικό ζήτημα, και αναμένουν μέσα στο 2017 να αντιμετωπίσουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του Brexit, τις επιθέσεις των «κορακίων» των αγορών που έχουν ήδη ξεκινήσει από τα τέλη του 2016, τις εκλογές σε Γερμανία και Γαλλία, το μεταναστευτικό ζήτημα από τη Βόρεια Αφρική που δεν έχει περιοριστεί, τις πιθανές πρόωρες εκλογές, αλλά και μια σειρά φυσικών καταστροφών από συνεχείς σεισμούς στα κεντρικά της χώρας που έχουν κόψει την Ιταλία στη μέση.

Κάνοντας, μάλιστα, αναφορά στις γερμανικές εκλογές, είναι πλέον απίθανο να παραβλέψουμε την πιθανότητα μιας πολύμηνης διαπραγμάτευσης στα στρατόπεδα των δύο μεγάλων κομμάτων της Γερμανίας, μέχρις ότου καταλήξουν σε έναν ακόμη συνασπισμό στο ίδιο περίπου πλαίσιο αυτού που διοικεί σήμερα τη χώρα (και την Ευρώπη). Ο οποίος, όμως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καθυστερήσει οποιαδήποτε εξέλιξη στην ευρωπαϊκή ήπειρο για πολλούς μήνες, καθώς κάθε πολιτικός που σέβεται αποκλειστικά τον εαυτό του βλέπει πρώτα τον ψηφοφόρο του και μετά το κοινό καλό. Δεν πρόκειται για κάποια πεσιμιστική πρόβλεψη ή μια εναντίωση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πολιτική ακόμη και στα πιο οργανωμένα και συγκροτημένα κράτη. Είναι το πρόσωπο μιας πραγματικότητας, η οποία περιλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο των πάντων. Από το ρόλο του ΔΝΤ στην Ελλάδα σε ένα πρόγραμμα, ως την τελευταία λέξη στον τρόπο με τον οποίο θα λυθεί μια πολιτική κρίση στη Γαλλία, ανάλογα με το πόσο αρεστές γίνονται οι δηλώσεις ορισμένων υπουργών της κυβέρνησής της.

Το «κερασάκι» στην ευρωπαϊκή τούρτα του 2017 έρχονται να βάλουν οι γαλλικές εκλογές. Θα είναι η Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο γύρο, όπως όλοι προβλέπουν; Κι αν η Γαλλίδα ακροδεξιά πολιτικός φτάσει ως εκεί, τι θα γίνει μετά; Διότι εάν όλοι πέσουν πάνω της –ΜΜΕ, ξένοι πολιτικοί, κέντρα αποφάσεων, τράπεζες, διασημότητες κλπ- όπως έγινε στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ, μήπως τελικά δούμε να επαναλαμβάνεται το ίδιο σενάριο με αυτό των ΗΠΑ; Και σε περίπτωση που γίνει κάτι τέτοιο, πόσους Τραμπ και Λεπέν μπορεί να αντέξει τελικά ο πλανήτης;

Με αυτά τα ερωτήματα και το μεγάλο ζήτημα που λέγεται ακροδεξιά και εθνικισμός να πλανώνται όσο ποτέ τα τελευταία 50 χρόνια πάνω από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το 2017 μπορεί να μείνει στην ιστορία ως το έτος που προσπάθησε να διορθώσει τα ασυμμάζευτα του 2016, ή που έδωσε μιά σε όλα και τα πήγε εκεί που δεν έπρεπε ποτέ τους να βρεθούν. Ευτυχώς, οι κρίσεις δεν είναι φυσικά φαινόμενα και οι κανόνες της ΕΕ δεν γράφτηκαν από τον Θεό πάνω σε πέτρινες πλάκες στο όρος Σινά. Αν κατανοήσουν ορισμένοι κεντρικοί παίκτες του παιχνιδιού αυτόν τον κανόνα, τότε τα πράγματα μπορούν να πάνε μπροστά. Διαφορετικά, θα αναπολούμε διαρκώς τα προηγούμενα χρόνια ατενίζοντας το μέλλον με όλο και μεγαλύτερη απαισιοδοξία.

*Ο Βασίλης Σαμούρκας είναι αρχισυντάκτης του www.fortunegreece.com