Το σενάριο του 1,3%: Πώς ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν απειλεί την παγκόσμια οικονομία
- 22/07/2026, 15:17
- SHARE
Ένα νέο ισχυρό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να προκαλέσει η παρατεταμένη κλιμάκωση του πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, προειδοποίησε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ιντερμίτ Γκιλ.
Η Παγκόσμια Τράπεζα είχε εξετάσει τρία σενάρια στις οικονομικές προβλέψεις που δημοσίευσε τον Ιούνιο. Σύμφωνα με τον Γκιλ, το δυσμενέστερο, το οποίο προϋποθέτει εχθροπραξίες διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών, βρίσκεται πλέον κοντά στο να επαληθευτεί.
Σε αυτή την περίπτωση, η παγκόσμια ανάπτυξη μπορεί να περιοριστεί στο 1,3% το 2026, έναντι 2,9% το προηγούμενο έτος, ενώ ο γενικός πληθωρισμός διεθνώς ενδέχεται να φθάσει το 4,5%. Το δυσμενές σενάριο της Παγκόσμιας Τράπεζας
Η αλυσιδωτή αντίδραση από την ενέργεια
Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Εάν οι μάχες συνεχιστούν και προκληθούν μεγαλύτερες ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της Μέσης Ανατολής, οι επιπτώσεις θα μεταφερθούν στις μεταφορές, στην παραγωγή τροφίμων και τελικά στο κόστος δανεισμού.
Οι διαταραχές στις εξαγωγές λιπασμάτων και κρίσιμων πρώτων υλών, όπως το θείο και το ήλιο, μπορούν να περιορίσουν την προσφορά και να επιδεινώσουν την επισιτιστική ανασφάλεια, ιδιαίτερα στις φτωχότερες οικονομίες.
Η αλυσίδα είναι σαφής: η άνοδος του ενεργειακού και αγροτικού κόστους περνά στις τιμές καταναλωτή, ο υψηλότερος πληθωρισμός πιέζει τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια και η ακριβότερη χρηματοδότηση επιβαρύνει τις ήδη υπερχρεωμένες χώρες.
Ο κίνδυνος από Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα
Οι πιέσεις ενισχύονται από τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου.
Παράλληλα, οι Χούθι της Υεμένης έχουν απειλήσει με αποκλεισμό των σαουδαραβικών φορτίων που διέρχονται από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ προς την Ερυθρά Θάλασσα. Η ταυτόχρονη διατάραξη των δύο περασμάτων θα μπορούσε να αυξήσει δραστικά τα ναύλα, τα ασφάλιστρα και το συνολικό κόστος μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων.
Η ωρολογιακή βόμβα του χρέους
Το μεγαλύτερο βάρος αναμένεται να επωμιστούν οι χώρες χαμηλού εισοδήματος, πολλές από τις οποίες δεν έχουν ανακτήσει ακόμη τα δημοσιονομικά περιθώρια που έχασαν κατά την πανδημία.
Η αύξηση των επιτοκίων θα διογκώσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να περικόψουν δαπάνες για την υγεία, την εκπαίδευση και άλλες βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
«Είναι ένα ναυάγιο σε αργή κίνηση», προειδοποίησε ο Γκιλ, εκτιμώντας ότι οι σοβαρότερες συνέπειες μπορεί να εμφανιστούν μέσα στους επόμενους μήνες.
Ήδη, ορισμένες χώρες με περιορισμένα διαθέσιμα έχουν ζητήσει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αύξηση των υφιστάμενων χρηματοδοτήσεων. Το Πακιστάν, παράλληλα, έχει ζητήσει από τις ΗΠΑ τη δημιουργία μηχανισμού σταθεροποίησης συναλλάγματος ύψους 10 δισ. δολαρίων.
Σε κίνδυνο 32 οικονομίες
Περίπου το 40% των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος βρίσκεται ήδη σε κατάσταση υπερχρέωσης ή αντιμετωπίζει υψηλό κίνδυνο να οδηγηθεί σε αυτή. Πρόκειται για 32 χώρες, αριθμός που μπορεί να αυξηθεί γρήγορα εάν το κόστος δανεισμού κινηθεί υψηλότερα.
Το μέσο δημόσιο χρέος στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες είχε φθάσει περίπου στο 74% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 50%-55% πριν από την πανδημία. Στις οικονομίες χαμηλού εισοδήματος είχε ανέλθει στο 67%, από περίπου 40%.
Κατά τον Γκιλ, ορισμένες χώρες ενδέχεται να χρειαστούν ακόμη και διαγραφή μέρους του χρέους τους, με κάθε περίπτωση να εξετάζεται ξεχωριστά.
Πιο ανθεκτικές ΗΠΑ, Κίνα και Ινδία
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία έχουν μέχρι στιγμής παραμείνει σχετικά προστατευμένες από τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου, αν και για διαφορετικούς λόγους.
Αντίθετα, οι μικρότερες αναπτυσσόμενες οικονομίες διαθέτουν περιορισμένες δημοσιονομικές εφεδρείες και είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας, τροφίμων και χρηματοδότησης.
Η G20 έχει σημειώσει κάποια πρόοδο στη βελτίωση των διαδικασιών αναδιάρθρωσης χρέους. Ωστόσο, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι μεταρρυθμίσεις προχωρούν πολύ πιο αργά από την ταχύτητα με την οποία συσσωρεύονται οι κίνδυνοι.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως μακροπρόθεσμη διέξοδος
Μία από τις λίγες θετικές προοπτικές για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες βρίσκεται στην τεχνητή νοημοσύνη και στα πιθανά οφέλη της για την παραγωγικότητα.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι το ποσοστό του πληθυσμού που μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά από την AI ανέρχεται περίπου στο 10% στις φτωχότερες χώρες, έναντι 30%-40% στις πλουσιότερες.
Ωστόσο, ακόμη και εάν η τεχνολογία συμβάλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης, ο Γκιλ δεν αναμένει ότι τα οφέλη θα γίνουν αισθητά πριν από το τέλος της δεκαετίας. Μέχρι τότε, ο άμεσος κίνδυνος είναι ένα ενεργειακό σοκ να εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση πληθωρισμού και χρέους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: Η δημοσιονομική πειθαρχία «κλειδί» για χαμηλό κόστος δανεισμού της Ελλάδας
- Ελληνικές τράπεζες: Οι νέες τιμές-στόχοι της Goldman Sachs και οι τρεις επιλογές για αγορά
- Οι αριθμοί μετρούν, όμως οι άνθρωποι τους δημιουργούν
- Μost Admired Companies in Greece: Οι εταιρείες που ξεχώρισαν το 2026