Linda Rama: Το νέο αναπτυξιακό αφήγημα για τα Δυτικά Βαλκάνια

Linda Rama: Το νέο αναπτυξιακό αφήγημα για τα Δυτικά Βαλκάνια
Έμπειρη οικονομολόγος, με εκτεταμένο κοινωνικό έργο, με βαθύτατη γνώση των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μετασχηματισμών στα Δυτικά Βαλκάνια, η Linda Rama αναλύει τις βαθιές αλλαγές, τις προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες της περιοχής.

Οικονομολόγος, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, συνιδρύτρια του Κέντρου Προώθησης Ανθρώπινης Ανάπτυξης στην Αλβανία και σύζυγος του πρωθυπουργού της Αλβανίας, Edi Rama, έχει μία σπάνια ασκημένη και εξαιρετικά διεισδυτική ματιά. Η πολυετής της δράση στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης έχει υπάρξει καθοριστική και υπερβαίνει πολύ τα όρια της Αλβανίας, με την οπτική της να αποτελεί μία σπάνια insider-outsider «expert view» στα Δυτικά Βαλκάνια, ειδικότερα ως «δομική οικονομολόγος» με εξειδίκευση σε θέματα κοινωνικής ανάπτυξης, κουλτούρας και δεξιοτήτων.

Η Linda Rama, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Fortune Greece, υπογραμμίζει ότι σήμερα, το ερώτημα για την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων είναι εάν οι θεσμοί, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνίες μπορούν να γίνουν αρκετά προσαρμοστικές, ώστε να ευδοκιμήσουν τόσο στο πλαίσιο της ΕΕ όσο και στον κόσμο που ορίζεται από τον κατακερματισμό, τις πιέσεις ασφαλείας, την τεχνολογική επιτάχυνση, τις κλιματικές προκλήσεις και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Θεωρεί το Νέο Σχέδιο Ανάπτυξης για τα Δυτικά Βαλκάνια μια μεγάλη ευκαιρία, που έχει ευθυγραμμίσει όλο και περισσότερο τις χώρες της περιοχής γύρω από την ίδια ατζέντα μεταρρυθμίσεων και οικονομικής ανάπτυξης. Και επισημαίνει ότι το νέο «playbook», θα γραφτεί από την οικοδόμηση θεσμών που επιτρέπουν την εμπιστοσύνη, τις επιχειρήσεις που μπορούν να επεκταθούν, τις πολιτικές που διευκολύνουν τη διάχυση της καινοτομίας και της τεχνολογίας μέσω της εκπαίδευσης και την περιφερειακή συνεργασία που δημιουργεί μεγαλύτερο οικονομικό χώρο αντί για μικρότερα πολιτικά «διαμερίσματα».

Η περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων μετασχηματίζεται με την πάροδο του χρόνου διαρκώς. Πόσα έχουν αλλάξει από τη δεκαετία του 1990 και πώς θα περιγράφατε τις φάσεις που πέρασε η περιοχή;

Τα Δυτικά Βαλκάνια αντιπροσωπεύουν μια από τις περιοχές που έχουν υποστεί τους βαθύτερους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς στην Ευρώπη μετά το 1990. Μπορεί να ειπωθεί χωρίς δισταγμό ότι η κλίμακα αυτού του μετασχηματισμού, στην περίπτωση της Αλβανίας, ήταν ακόμη πιο βαθιά από ό,τι αλλού στην περιοχή, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη την ακραία κομμουνιστική απομόνωση της χώρας τόσο από την περιοχή όσο και από τον ευρύτερο κόσμο, καθώς και το βαθιά υπανάπτυκτο προ-κομμουνιστικό παρελθόν της. Το πλήρες μέγεθος αυτού του ιστορικού μετασχηματισμού θα ανταμειφθεί πραγματικά μόνο όταν τα Δυτικά Βαλκάνια γίνουν μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η μακροοικονομική διαχείριση έχει βελτιωθεί, τα δημόσια οικονομικά είναι πιο πειθαρχημένα, οι ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες έχουν επεκταθεί, η συνδεσιμότητα των υποδομών έχει προχωρήσει και υπάρχει ισχυρότερη κατανόηση ότι η ποιότητα της διακυβέρνησης δεν είναι ένα δευτερεύον ζήτημα, αλλά το ίδιο το θεμέλιο του οικονομικού μετασχηματισμού. Σήμερα, το ερώτημα για την περιοχή είναι εάν οι θεσμοί μας, οι επιχειρήσεις μας και οι κοινωνίες μας μπορούν να γίνουν αρκετά προσαρμοστικές, ώστε να ευδοκιμήσουν τόσο στο πλαίσιο της ΕΕ, όσο και στον κόσμο που ορίζεται από τον κατακερματισμό, τις πιέσεις ασφαλείας, την τεχνολογική επιτάχυνση, τις κλιματικές προκλήσεις και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Σήμερα, πού βρισκόμαστε κατά τη γνώμη σας;

Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε μια ενδιάμεση στιγμή. Τα Δυτικά Βαλκάνια έχουν περάσει τη φάση της βασικής οικονομικής σταθεροποίησης, αλλά δεν έχουν ακόμη εισέλθει στη φάση της παραγωγικής σύγκλισης με την ΕΕ, ενώ το κλείσιμο του θεσμικού χάσματος μεταξύ Δυτικών Βαλκανίων και ΕΕ παραμένει η «αχίλλειος πτέρνα» για κάθε χώρα της περιοχής. Μιλώντας για την οικονομία, είναι σαφές ότι η ανάπτυξη από μόνη της δεν είναι αρκετή.

Η σύνθεση της ανάπτυξης έχει σημασία. Η ποιότητά της. Η συμπερίληψή της. Και πάνω απ´ όλα, η ικανότητα διασφάλισης της αλληλουχίας των μεταρρυθμίσεων και η μετατροπή της πολιτικής σε πραγματικό επιχειρηματικό και κοινωνικό μετασχηματισμό. Σε αυτή την πορεία, η ανάπτυξη πιέζεται από τη συρρίκνωση του πληθυσμού, τη γήρανση και τη μετανάστευση, το μικρό μέγεθος της αγοράς και των επιχειρήσεων, τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, τις ρηχές κεφαλαιαγορές, την έλλειψη εργατικού δυναμικού και την αναντιστοιχία δεξιοτήτων, καθώς και από θεσμούς που συχνά είναι καλύτεροι στον έλεγχο παρά στον συντονισμό. Ωστόσο, η ψηφιοποίηση και η καινοτομία, καθώς και οι συσσωρευμένες επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, παραμένουν οι μεγαλύτεροι σύμμαχοι για την υπέρβαση μέρους της υπάρχουσας πίεσης.

Στο μυαλό των ανθρώπων τα Δυτικά Βαλκάνια είναι συχνά ένα σύνθετο σύνολο αναμνήσεων και αντιφατικών αντιλήψεων. Αντιθέτως, οι επιχειρηματίες που θα ταξιδέψουν στην περιοχή σήμερα, θα εκπλαγούν από τον δυναμισμό των κοινοτήτων, τις δεξιότητες, το ταλέντο και τον ρυθμό της αλλαγής που δείχνει να είναι εκθετικός. Νομίζω, αυτό έχει γίνει ξεκάθαρο μετά το 2020. Συμφωνείτε;

Η αλλαγή στα Δυτικά Βαλκάνια γίνεται ολοένα και πιο ορατή. Η περιοχή γίνεται σταθερά ένα καλύτερο μέρος για να ζει κανείς. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Αλβανίας. Ο αριθμός των τουριστών που την επισκέπτονται έχει τετραπλασιαστεί σε σύγκριση με μία δεκαετία πριν, και μετά το 2020 η χώρα γνώρισε μια αξιοσημείωτη άνθηση των επισκεπτών, δίνοντας νέα προοπτική στον τουριστικό τομέα. Αυτή η πραγματικότητα είναι το αποτέλεσμα ενός εκσυγχρονιστικού και μεταρρυθμιστικού οράματος που υλοποιείται όλο και περισσότερο χάρη στις προσπάθειες του κράτους, των επιχειρηματιών και των ίδιων των κοινοτήτων.

Είναι επίσης σημαντικό ότι η αντίληψη για την περιοχή έχει επηρεαστεί από την εξελισσόμενη προσέγγιση της ΕΕ προς τα Δυτικά Βαλκάνια τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, η ΕΕ έχει επιδιώξει να αποφύγει την επανάληψη των προκλήσεων που αντιμετωπίστηκαν σε προηγούμενες διαδικασίες διεύρυνσης. Αυτό αντικατοπτρίζεται κυρίως στη νέα μεθοδολογία διεύρυνσης για τα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς και στην εισαγωγή ενός πρόσθετου στρατηγικού και χρηματοοικονομικού μέσου για τον μετασχηματισμό της περιοχής: το Νέο Σχέδιο Ανάπτυξης για τα Δυτικά Βαλκάνια. Αυτή η πρωτοβουλία αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη ευκαιρία που έχει ευθυγραμμίσει όλο και περισσότερο τις χώρες της περιοχής γύρω από την ίδια ατζέντα μεταρρυθμίσεων και οικονομικής ανάπτυξης, καθιστώντας την περιοχή πιο διασυνδεδεμένη, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ κάθε χώρας για να προχωρήσει προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης στην ΕΕ. Από το 2023 και μετά, η ατζέντα έγινε πιο σαφώς γεωπολιτική και συνδεδεμένη με την ένταξη.

Το Σχέδιο Ανάπτυξης και ο Μηχανισμός Μεταρρυθμίσεων και Ανάπτυξης συνέδεσαν τα κεφάλαια με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και πρόσφεραν σταδιακή πρόσβαση σε στοιχεία της Ενιαίας Αγοράς της ΕΕ πριν από την ένταξη. Αυτό είναι ένα διαφορετικό στάδιο από το προηγούμενο: πιο πολιτικό, πιο απαιτητικό και ενδεχομένως πιο μετασχηματιστικό, με στόχο η περιοχή να γίνει όχι μόνο πιο συνδεδεμένη, αλλά και πιο συμβατή στον τρόπο λειτουργίας της.

Η περιοχή πρέπει πάνω απ’ όλα να μη χάσει περισσότερο χρόνο και να κερδίσει εμπιστοσύνη. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί η διαδικασία ένταξης, αλλά αυτό που είναι ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι ποτέ πριν δεν υπήρξε τόση συζήτηση όσο τα τελευταία χρόνια σχετικά με το ποια από τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων θα μπορούσε να γίνει το επόμενο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το κυρίαρχο κλειδί για τον ριζικό μετασχηματισμό της οικονομίας, των επιχειρηματικών οικοσυστημάτων και των παραγωγικών μοντέλων είναι η καινοτομία. Ωστόσο, εσείς υποστηρίζετε ότι για τη συγκεκριμένη περιοχή, προέχει πρωτίστως η διάχυση της τεχνολογίας. Πώς το εννοείτε;

Συχνά μιλάμε για την καινοτομία ωσάν κάθε χώρα να πρέπει να γίνει πρωτοπόρος εφευρέτης. Αλλά για τις περισσότερες μικρές και μεσαίου εισοδήματος οικονομίες, το πραγματικό οικονομικό έπαθλο δεν είναι η καινοτομία αιχμής. Είναι η διάχυση. Το πιο μετασχηματιστικό ερώτημα σήμερα για τις βαλκανικές χώρες δεν είναι αν μπορούν να δημιουργήσουν νέες τεχνολογίες. Πρόκειται για την ικανότητά τους να απορροφούν, να προσαρμόζονται και να διαχέουν τις υπάρχουσες τεχνολογίες σε γρήγορα και σε αρκετά ευρεία κλίμακα. Αυτό μπορεί να ακούγεται λιγότερο λαμπερό από το να μιλάμε για την επόμενη Silicon Valley, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο σημαντικό.

Η περιοχή πρέπει να αυξήσει την παραγωγικότητα και να βελτιώσει την ποιότητα της ανάπτυξης. Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται επειδή μία ή δύο εταιρείες είναι εξαιρετικές. Αυξάνεται όταν χιλιάδες εταιρείες βελτιώνουν τον τρόπο με τον οποίο παράγουν, διοικούν, εξάγουν, εκπαιδεύουν εργαζόμενους, χρησιμοποιούν δεδομένα και συνδέονται με αλυσίδες εφοδιασμού.

Τι προϋποθέτει αυτό στην πράξη από τις κυβερνήσεις και τι από τις επιχειρήσεις;

Πρώτον, η ψηφιοποίηση πρέπει να ξεπεράσει τη διευκόλυνση των καταναλωτών και να εισέλθει στον παραγωγικό πυρήνα της οικονομίας: μεταποίηση, εφοδιαστική αλυσίδα, γεωργία, τουρισμό, ενέργεια και επιχειρηματικές υπηρεσίες.

Δεύτερον, όσον αφορά το μετακομμουνιστικό προφίλ των επιχειρηματιών στις χώρες μας, ήταν φιλόδοξοι, διαφορετικού είδους επιχειρηματίες που ρίσκαραν και εκμεταλλεύονταν ευκαιρίες –κάτι που επιβλήθηκε τόσο από το στάδιο ανάπτυξης όσο και από τα προβλήματα που συνοδεύουν τη μετάβαση– αλλά όχι απαραίτητα ικανοί να υιοθετήσουν τις νέες πρακτικές διοίκησης στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης. Οι επιχειρήσεις σήμερα χρειάζονται διοικητική όσο και τεχνική αναβάθμιση. Ένα μηχάνημα από μόνο του δεν μεταμορφώνει μια εταιρεία. Οι νέες οργανωτικές πρακτικές, η καλύτερη διακυβέρνηση, η επαγγελματική διοίκηση και η πρόσβαση στις αγορές είναι απαραίτητες.

Τρίτον, το κράτος έχει σημαντικό ρόλο, όχι ως υποκατάστατο της επιχειρηματικότητας, αλλά ως παράγοντας που διευκολύνει τη διάχυση μέσω της εκπαίδευσης, των υποδομών, των προτύπων, της πολιτικής ανταγωνισμού και των έξυπνων δημόσιων συμβάσεων.

Η ανάπτυξη από μόνη της δεν είναι αρκετή. Η σύνθεση, η ποιότητα, η συμπερίληψή της έχουν σημασία. Και κυρίως, η μετατροπή της πολιτικής σε πραγματικό επιχειρηματικό και κοινωνικό μετασχηματισμό.

Στην περίπτωση της Αλβανίας, ποιες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, πιστεύετε ότι έκαναν τη διαφορά τα τελευταία χρόνια;

Όσον αφορά την καινοτομία και τη διάδοση της τεχνολογίας, στην Αλβανία, σε ένα περιβάλλον έντονου σκεπτικισμού πριν από μία δεκαετία, η κυβέρνηση ενέτεινε την ψηφιακή επανάσταση στις δημόσιες υπηρεσίες, καθιστώντας την πολιτική προτεραιότητας με σαφείς στόχους και υποστηρίζοντάς την πλήρως με κεφάλαια και ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας. Και από 14 ηλεκτρονικές υπηρεσίες το 2013, σήμερα υπάρχουν 1.275 ηλεκτρονικές υπηρεσίες που καλύπτουν τις ανάγκες 3,5 εκατομμυρίων πολιτών και επιχειρήσεων, 850 χιλιάδες έγγραφα που ανταλλάσσονται μεταξύ φορέων για τη συμπλήρωση των φακέλων των αιτούντων, 66 ηλεκτρονικά μητρώα που διασυνδέονται μεταξύ των κυβερνητικών φορέων, επιτρέποντας την αυτόματη συμπλήρωση του 70% των πεδίων στις αιτήσεις για δημόσιες υπηρεσίες στο e-Albania.

Αυτό το τεράστιο επίτευγμα έχει αναγνωριστεί από διάφορα παγκόσμια συστήματα αξιολόγησης που κατατάσσουν την Αλβανία μεταξύ των χωρών με «πολύ υψηλό» δείκτη ανάπτυξης ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και με υψηλό δείκτη ωριμότητας στην τεχνολογία κυβέρνησης. Και είναι φανταστική η εξοικονόμηση χρόνου, χρημάτων, χαρτιού και, ιδιαίτερα, νεύρων.

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι οι επιχειρήσεις που διστάζουν να προχωρήσουν στην ψηφιοποίηση και τη διάδοση της τεχνολογίας, ενώ η Αλβανία δημιουργεί σταθερά ένα νέο επίκεντρο, τη δημόσια υποστήριξη της καινοτομίας, για το οποίο η Σερβία αποτελεί καλό παράδειγμα, ως ένα από τα ισχυρότερα οικοσυστήματα νεοφυών επιχειρήσεων στα Δυτικά Βαλκάνια, ειδικά γύρω από το Βελιγράδι και το Νόβι Σαντ. Η ισχυρή κρατική υποστήριξη μέσω επενδύσεων σε τεχνολογικά πάρκα, δημιουργίας κινήτρων για νεοφυείς επιχειρήσεις, και φορολογικών πλεονεκτημάτων για εταιρείες πληροφορικής και επιχορηγήσεων καινοτομίας μέσω του Ταμείου Καινοτομίας της Σερβίας ήταν σημαντικές εισροές για αυτήν την πρόοδο.
Θα έλεγα ότι οι χώρες της Δυτικής Βαλκανικής πρέπει να επιταχύνουν μέσω ισχυρής υποστήριξης και συμμετοχής τους στην ατζέντα ψηφιοποίησης και καινοτομίας.

Να δημιουργήσουν το μοντέλο όπου η καινοτομία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ξεχωριστά στη δημόσια διοίκηση και την ιδιωτική επιχειρηματικότητα, αλλά και οι δύο πλευρές αλληλεπιδρούν μέσω δομημένων ανοιχτών μηχανισμών καινοτομίας.

Ποια είναι η συσχέτιση μεταξύ Ταλέντου και Καινοτομίας στην ευρύτερη περιοχή;

Από τα Δυτικά Βαλκάνια δεν έλειψαν ποτέ το ανθρώπινο ταλέντο ή η πνευματική ικανότητα. Αντίθετα, η περιοχή έχει εξαιρετικό ταλέντο σε ένα ευρύ φάσμα τομέων – συμπεριλαμβανομένης της μηχανικής, της ιατρικής, της επιχειρηματικότητας, του σχεδιασμού, των μαθηματικών, της επαγγελματικής εξειδίκευσης και των ψηφιακών υπηρεσιών. Αυτό που συχνά έλειπε από την περιοχή ήταν το οικονομικό και κοινωνικό οικοσύστημα, ικανό να το αξιοποιήσει πλήρως και να το διατηρήσει στην εγχώρια αγορά.

Επίσης, η καινοτομία δεν έχει αναδυθεί επειδή η περιοχή διέθετε άφθονους πόρους, αλλά ακριβώς επειδή ταλαντούχα άτομα αναγκάζονταν να βρουν αποτελεσματικές και δημιουργικές λύσεις με περιορισμένα μέσα. Ένα από τα ιδιαίτερα δυνατά σημεία της περιοχής είναι η προσαρμοστικότητα. Επειδή οι επιχειρήσεις και τα άτομα συχνά έπρεπε να λειτουργούν σε αβέβαια οικονομικά περιβάλλοντα, πολλοί επιχειρηματίες και επαγγελματίες ανέπτυξαν μια κουλτούρα ευελιξίας, επίλυσης προβλημάτων και ανθεκτικότητας. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ολοένα και πιο πολύτιμα στις σύγχρονες οικονομίες που βασίζονται στην καινοτομία.

Ταυτόχρονα, η μεγάλη διασπορά της περιοχής έχει επίσης ενισχύσει αυτή τη σχέση μεταξύ ταλέντου και καινοτομίας. Οι επαγγελματίες που εκπαιδεύονται ή εργάζονται στο εξωτερικό συμβάλλουν όλο και περισσότερο μέσω επενδύσεων, καθοδήγησης, διεθνών δικτύων και της μεταφοράς γνώσης και επιχειρηματικής κουλτούρας πίσω στην περιοχή.

Δεδομένου ότι η τεχνολογία εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς, το στοίχημα της συνεχούς ανάπτυξης ταλέντων, της αναβάθμισης και της επανεκπαίδευσης του ανθρώπινου κεφαλαίου γίνεται το πιο απαιτητικό κομμάτι της εξίσωσης. Παράλληλα με το upskilling -reskilling, πρέπει να φροντίσουμε να μειωθεί το Brain drain, καθώς πολλά ταλέντα επιλέγουν το εξωτερικό… Τι πρέπει να γίνει για να σταματήσει η «αιμορραγία»;

Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, πολλές χώρες στα Δυτικά Βαλκάνια κληρονόμησαν ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα: έναν πολύ νεαρό πληθυσμό σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Από πολλές απόψεις, αυτό αντιπροσώπευε ένα σημαντικό δημογραφικό δώρο και μια σημαντική ευκαιρία για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Ωστόσο, αντί να επωφεληθεί πλήρως από αυτό το πλεονέκτημα, η περιοχή έχασε σταδιακά μεγάλο μέρος αυτού του δυναμικού. Αρχικά, αυτό συνέβη μέσω μεγάλων κυμάτων μετανάστευσης που προκλήθηκαν από την ανεργία, την οικονομική ανασφάλεια και την πολιτική αστάθεια. Αργότερα, η μείωση των ποσοστών γεννήσεων επιτάχυνε περαιτέρω τις δημογραφικές πιέσεις. Με απλά λόγια, η περιοχή δεν διέθετε την οικονομική ισχύ και τη θεσμική σταθερότητα που ήταν απαραίτητες για να διατηρήσει ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπινων δυνατοτήτων της.

Χωρίς βιώσιμες οικονομικές ευκαιρίες, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να σταματήσει η κινητικότητα. Οι άνθρωποι μετακινούνται όπου πιστεύουν ότι υπάρχουν ευκαιρίες, σταθερότητα και επαγγελματική αναγνώριση. Αλλά εδώ νομίζω ότι είναι καιρός να έχουμε ένα άλλο είδος σκέψης. Η διαρροή εγκεφάλων είναι πραγματική και παραμένει δαπανηρή. Ωστόσο, η διασπορά δεν είναι μόνο σύμπτωμα απώλειας. Μπορεί επίσης να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα, αν σταματήσουμε να σκεφτόμαστε το ανθρώπινο κεφάλαιο με καθαρά εδαφικούς όρους.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς πώς να κρατήσουμε τους πάντες και τα ταλέντα στην πατρίδα μας. Το ερώτημα είναι πώς να μετατρέψουμε την κινητικότητα σε κυκλοφορία και την κυκλοφορία σε ανάπτυξη. Πρέπει να δημιουργήσουμε εγχώριες συνθήκες που να καθιστούν την παραμονή ή την επιστροφή μια ορθολογική επιλογή. Οι άνθρωποι δεν φεύγουν μόνο λόγω των μισθών. Φεύγουν επίσης λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης, της αδύναμης αξιοκρατίας, των γραφειοκρατικών τριβών, των κακών ερευνητικών περιβαλλόντων και της αίσθησης ότι η προσπάθεια δεν ταιριάζει με την ευκαιρία. Έτσι, η απάντηση δεν είναι συναισθηματική. Είναι δομική. Καλύτεροι θεσμοί είναι πολιτική για τα ταλέντα. Καλύτερες πόλεις είναι πολιτική για τα ταλέντα. Καλύτερα σχολεία και πανεπιστήμια είναι πολιτική για τα ταλέντα. Ένας πιο δυναμικός ιδιωτικός τομέας είναι πολιτική για τα ταλέντα.

Συχνά οι κουλτούρες καθώς και ορισμένα από τα κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά και γνωρίσματα της περιοχής αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη και την πρόοδο. Μπορούμε να αλλάξουμε την κουλτούρα με τρόπους που να προωθούν την επέκταση και την ανάπτυξη;

Το ερώτημα της κουλτούρας είναι ίσως το πιο λεπτό, επειδή η επίκληση της κουλτούρας γίνεται συχνά είτε πολύ επιπόλαια είτε πολύ μοιρολατρικά.

Ακούμε ότι η περιοχή εμποδίζεται από δυσπιστία, βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, υπερβολική ιεραρχία, φόβο αποτυχίας, κυριαρχία άτυπων διαδικασιών, ή μια τάση προς προσωπικά δίκτυα αντί για απρόσωπα συστήματα. Υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτές τις παρατηρήσεις. Αλλά η κουλτούρα δεν είναι πεπρωμένο. Η κουλτούρα εξελίσσεται όταν εξελίσσονται τα κίνητρα, όταν εξελίσσονται οι θεσμοί και όταν οι κοινωνίες αρχίζουν να ανταμείβουν διαφορετικές συμπεριφορές.

Εάν ένας νέος βλέπει ότι η πρωτοβουλία τιμωρείται, η συμμόρφωση ανταμείβεται και οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, τότε η κουλτούρα της διστακτικότητας και του κυνισμού θα αναπαραχθεί. Αλλά αν οι θεσμοί αρχίσουν να επιβραβεύουν την ικανότητα, τη διαφάνεια, τη συνεργασία και τον πειραματισμό, τότε αρχίζουν επίσης να μεταβάλλονται και οι πολιτισμικοί κανόνες.

Με άλλα λόγια, ο πολιτισμός αλλάζει όχι κυρίως μέσω διαλέξεων, αλλά μέσω επαναλαμβανόμενων εμπειριών για το τι λειτουργεί και τι έχει αξία.

Θα πρόσθετα επίσης ότι η περιοχή μερικές φορές υποτιμά ένα από τα δικά της πιθανά πλεονεκτήματα: την πυκνότητα των σχέσεων. Τα Δυτικά Βαλκάνια είναι ένας χώρος εγγύτητας, γλωσσικών επικαλύψεων, κοινών ιστορικών αναφορών, αλληλένδετων αγορών και ανθρώπινης εξοικείωσης. Αυτά μπορεί να είναι πηγές τριβής, ναι, αλλά μπορούν επίσης να μετατραπούν σε οικονομικό πλεονέκτημα. Οι περιφέρειες δεν αναπτύσσονται μόνο μέσω του ανταγωνισμού, αναπτύσσονται επίσης μέσω δικτύων, συμπληρωματικότητας και κοινών πλατφορμών.

Η διασπορά δεν είναι μόνο σύμπτωμα απώλειας. Μπορεί να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα, αν σταματήσουμε να σκεφτόμαστε το ανθρώπινο κεφάλαιο με καθαρά εδαφικούς όρους. Το ερώτημα είναι πώς θα μετατρέψουμε την κινητικότητα σε κυκλοφορία και την κυκλοφορία σε ανάπτυξη.

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από πολιτιστική, γεωγραφική, ακόμη και γενεαλογική – κοινωνιολογική εγγύτητα. Αν λάβει κανείς υπόψη του και όσα αναφέρατε, φαίνεται λογικό ότι η ευημερία της περιοχής θα ωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από την υψηλότερη συνδεσιμότητα, ένα θέμα που τονίσατε τόσο στο Οικονομικό Φόρουμ των Τιράνων όσο και στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Ωστόσο, όταν κάποιος μελετά τους πολυεπίπεδους δεσμούς, φαίνεται να υπάρχει σημαντικός ανεξερεύνητος και ανεκμετάλλευτος χώρος για συνέργειες και συνεργασία. Πώς θα μπορούσαν όλα αυτά να προσεγγιστούν και επιτευχθούν;

Τα Δυτικά Βαλκάνια δεν χρειάζεται να γίνουν κάτι άλλο για να επιτύχουν. Πρέπει να γίνουν πιο αποτελεσματικά στη χρήση όσων ήδη διαθέτουν: ταλέντο, εγγύτητα, επιχειρηματική ενέργεια, προσαρμοστικότητα και μια αυξανόμενη επίγνωση ότι τα παλιά μοντέλα ανάπτυξης έχουν φτάσει στα όριά τους. Και το επόμενο κεφάλαιο για την περιοχή δεν θα γραφτεί μόνο με μεγαλοπρεπείς διακηρύξεις. Θα γραφτεί από το αν μπορούμε να οικοδομήσουμε θεσμούς που επιτρέπουν την εμπιστοσύνη, επιχειρήσεις που μπορούν να επεκταθούν, πολιτικές που υποστηρίζουν τη διάχυση και περιφερειακή συνεργασία που δημιουργεί μεγαλύτερο οικονομικό χώρο αντί για μικρότερα πολιτικά «διαμερίσματα».

Αν μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, τότε τα Δυτικά Βαλκάνια μπορούν να μετακινηθούν από το να θεωρούνται περιφέρεια που καλύπτει το χαμένο έδαφος στο να γίνονται κατανοητά ως ένα συνδεδεμένο, έξυπνο και ολοένα και πιο σχετικό μέρος του μέλλοντος της Ευρώπης. Και γι’ αυτό υπάρχουν πραγματικοί λόγοι για αισιοδοξία: επειδή η μεγαλύτερη ευκαιρία της περιοχής τώρα δεν έγκειται στο να περιμένει να βελτιωθεί η ιστορία, αλλά στο να μάθει πώς να οργανώνεται η ίδια η περιοχή καλύτερα. Και μαζί.

*Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune Greece που κυκλοφορεί από την Παρασκευή 29/05 στα περίπτερα.

** Φωτογραφίες: Προσωπικό αρχείο

H ON LINE ΕΚΔΟΣΗ TOY FORTUNE GREECE ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ ME ENA ΜΟΝΟ KΛΙΚ ΣΤΟ Fortune Members

Δείτε τον χάρτη με τα σημεία πώλησης!