Μανώλης Χάρος: «Το βλέμμα και το χέρι μου είναι η κύρια γλώσσα μου»
- 26/06/2026, 08:46
- SHARE
Από τα Κύθηρα στο Παρίσι και από τη λιθογραφία στις ψηφιακές εικόνες, η πορεία του Μανώλη Χάρου μοιάζει να εκτείνεται πάνω σε έναν ανοιχτό ορίζοντα, εκεί όπου η μνήμη συναντά τη δημιουργία και το τοπίο μετατρέπεται σε προσωπική γλώσσα. Γεννημένος στα Κύθηρα το 1960, ο εικαστικός καλλιτέχνης ανήκει σε εκείνη τη γενιά δημιουργών που διαμόρφωσαν το βλέμμα τους ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία στη βαθιά ελληνική εμπειρία του φωτός, της θάλασσας και της ιστορίας, και στη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή του Παρισιού των μεγάλων ιδεών, των καλλιτεχνικών ζυμώσεων και των πρωτοποριών.
Η καλλιτεχνική του διαδρομή φέρει τα ίχνη μιας σπάνιας συνέπειας. Από τη διάκρισή του στη γαλλική πρωτεύουσα και την είσοδό του σε σημαντικές συλλογές έως τις διεθνείς συνεργασίες και τη βράβευσή του από την Ακαδημία Αθηνών, ο Μανώλης Χάρος δεν έπαψε ποτέ να διευρύνει τα όρια της εικόνας και των εκφραστικών της δυνατοτήτων.
Στη συζήτησή του με τον Παύλο Ευθυμίου, Partner του Fortune Greece, μιλά για τα Κύθηρα ως τον τόπο όπου έμαθε να «βλέπει», για το Παρίσι που τον διαμόρφωσε, για τις συναντήσεις του με προσωπικότητες όπως ο Αλέκος Φασιανός και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, για τη σχέση του με τη λογοτεχνία και τη χαρακτική, αλλά και για τη ζωγραφική ως μια αδιάκοπη προσπάθεια να παγιδευτεί ο χρόνος μέσα σε μια εικόνα.
Γιατί, όπως αποκαλύπτει και ο ίδιος, το βασικό νήμα που ενώνει δεκαετίες δημιουργίας δεν είναι άλλο από εκείνον τον ανοιχτό ορίζοντα των Κυθήρων, που εξακολουθεί να φωτίζει το έργο και τη σκέψη του μέχρι σήμερα.
Γεννηθήκατε στα Κύθηρα και η σχέση σας με το νησί είναι πανίσχυρη μέχρι σήμερα, καθώς αποτελεί σπίτι σας για ένα μεγάλο μέρος του χρόνου. Τα Κύθηρα είναι ένας μαγικός τόπος, με έντονη ιστορική και μυθολογική φόρτιση. Πόσο καθοριστική υπήρξε αυτή η εμπειρία για τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε και ζωγραφίζετε το τοπίο;
Είναι ο τόπος όπου άρχισα να «βλέπω» συνειδητά, από πολύ μικρός. Κατάλαβα, δηλαδή, τη διεργασία του βλέμματος. Παρατηρούσα τον ορίζοντα, τις κορυφογραμμές, τους βράχους. Έμαθα να ζωγραφίζω πλοία που χάνονται στον ορίζοντα και όχι καραβάκια.
Το ότι τα Κύθηρα είναι «προορισμός» και όχι «τόπος» —δηλαδή δεν επιστρέφεις σε αυτά, όπως στην Ιθάκη, αλλά πηγαίνεις— το κατάλαβα αργότερα και μου άρεσε πολύ αυτή η ιδέα.
Πότε συνειδητοποιήσατε ότι η ζωγραφική δεν θα ήταν απλώς μια δημιουργική έκφραση, αλλά η κύρια γλώσσα της ζωής σας;
Ακόμα δυσκολεύομαι να πιστέψω κάτι τέτοιο. Νομίζω πως απλώς είμαι καλός με τα χέρια μου και ό,τι κάνω με αυτά είναι εκείνο που μου αρέσει και με γεμίζει.
Το βλέμμα και το χέρι μου είναι η κύρια γλώσσα μου. Τι βλέπω και τι φτιάχνω. Οι εικόνες που διαλέγω να δω και οι εικόνες που διαλέγω να δημιουργήσω.
Ποιοι ήταν οι πρώτοι καλλιτέχνες ή δάσκαλοι που σας σημάδεψαν στα νεανικά σας χρόνια στην Ελλάδα;
Ο παππούς μου ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος. Αυτός με έμαθε να βλέπω.
Ήταν ένας άνθρωπος πολύ ταξιδεμένος, με εμπειρίες και γνώσεις από πολλές ηπείρους, αλλά και με μεγάλο ταλέντο στο σχέδιο.
Μετά ήρθε ο θείος μου, ο Βασίλης Χάρος, χαράκτης, μαθητής του Γραμματόπουλου στην ΑΣΚΤ και αργότερα καθηγητής στο Κολλέγιο. Εκείνος με καθοδήγησε και έπαιξε σημαντικό ρόλο ώστε να πειστούν οι δικοί μου και να φύγω πολύ μικρός, μόνος, για σπουδές στη Γαλλία.
Η απόφασή σας να σπουδάσετε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στην École nationale supérieure des Beaux-Arts υπήρξε κομβική. Πώς πήρατε την απόφαση και τι σας προσέφερε η γαλλική καλλιτεχνική παιδεία που δεν θα μπορούσατε να βρείτε αλλού;
Όπως είπα, έφυγα τελειώνοντας το Λύκειο, στα 17 μου, μετά από προτροπή του θείου μου, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει στην Ελλάδα. Εκεί είχε πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές, στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας.
Έφυγα, λοιπόν, κουβαλώντας όλο το φορτίο της μεταπολίτευσης και βρέθηκα σε μια πόλη και σε μια σχολή όπου δεν είχαν περάσει ούτε δέκα χρόνια από τον Μάη του ’68.
Βρέθηκα μέσα σε αυτό το κλίμα και το εισέπραξα, χωρίς να έχω πλήρη συνείδηση του τι ακριβώς συνέβαινε. Προερχόμουν από δημοκρατική οικογένεια, με παιδεία και συνείδηση, αλλά όχι πολιτικοποιημένος με τη στενή έννοια.
Οι τέχνες —το σινεμά, η μουσική, η λογοτεχνία, το θέατρο— στην περίοδο της μεγάλης τους έκρηξης, ήταν ο οδηγός μου. Το Παρίσι μου τα πρόσφερε όλα αυτά απλόχερα, τόσο ως πόλη όσο και ως αφετηρία για ταξίδια στο Λονδίνο, το Βερολίνο και αλλού.
Κι εγώ, όπως κάθε δημιουργός, αναμετριέμαι με τον χρόνο.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών σας στο Παρίσι τιμηθήκατε με το Prix des Fondations για τη λιθογραφία από την École nationale supérieure des Beaux-Arts. Πόσο σημαντική υπήρξε αυτή η διάκριση για έναν νεαρό καλλιτέχνη που βρισκόταν ακόμη στην αρχή της διαδρομής του και πώς επηρέασε τη σχέση σας με τη χαρακτική και τη ζωγραφική τα επόμενα χρόνια;
Ήταν πάρα πολύ σημαντική διάκριση, καθώς πρόκειται για την ανώτατη αναγνώριση που μπορεί να λάβει ένας φοιτητής. Δεν είχα κλείσει ακόμη τα τριάντα.
Τα έργα μου βρέθηκαν σε πολύ σημαντικές κρατικές συλλογές, ενώ ξεκίνησε η μόνιμη συνεργασία μου με μια γκαλερί πρώτης γραμμής στο Παρίσι, με εκθέσεις, παρουσιάσεις και διεθνείς συμμετοχές.
Άνοιξαν πολλές πόρτες: γνωριμίες, επαφές, ευκαιρίες. Άλλαξε η ζωή μου. Και μέχρι σήμερα εξακολουθώ να επηρεάζομαι από τη γνώση και την εμπειρία που αποκόμισα εκείνη την περίοδο.
Το Παρίσι υπήρξε για δεκαετίες ένας τόπος συνάντησης των Ελλήνων καλλιτεχνών. Πώς βιώσατε εσείς αυτή την ελληνική καλλιτεχνική κοινότητα στην πόλη;
Όταν έφτασα το 1977, η μεταπολίτευση και η πρόσφατη πτώση της χούντας εξακολουθούσαν να επηρεάζουν το κλίμα.
Οι πολιτικοί πρόσφυγες είχαν σε μεγάλο βαθμό επιστρέψει στην Αθήνα και στο Παρίσι παρέμεναν κυρίως όσοι είχαν πλέον ριζώσει εκεί. Ήμουν πολύ μικρός για εκείνους.
Ωστόσο, χωρίς να ανήκω μόνιμα σε κάποια από τις ομάδες τους, είχα την τύχη να γνωρίσω και να ακούσω ανθρώπους όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κώστας Αξελός, ο Ροβήρος Μανθούλης και ο Κώστας Γαβράς.
Παρέμεινα στο Παρίσι και μετά τις σπουδές μου. Δεν υπήρξα μόνο φοιτητής. Έζησα σε μια κοινωνία ανοιχτή και ζωντανή, σε μια περίοδο κατά την οποία αναβίωνε ο γαλλικός φιλελληνισμός, που αποτελεί δομικό στοιχείο της παιδείας τους.
Είχα την τύχη να ζήσω ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, αλλά και μέσα σε μια μεγάλη διεθνή κοινότητα δημιουργών.
Στο Παρίσι γνωρίσατε σημαντικούς δημιουργούς όπως ο Αλέκος Φασιανός και ο Βασίλης Σπεράντζας. Πώς επηρέασαν αυτές οι φιλίες την καλλιτεχνική σας σκέψη; Κρατήσατε κάτι από τις διαφορετικές εικαστικές τους προσεγγίσεις;
Και στους δύο αυτούς ανθρώπους χρωστάω πολλά.
Ο Βασίλης Σπεράντζας ήταν δάσκαλός μου στη σχολή. Είχαμε καθημερινή επαφή και ατελείωτες συζητήσεις.
Με τον Αλέκο Φασιανό συναντιόμασταν σχεδόν καθημερινά σε ένα καφέ στο Saint-Germain, που αποτελούσε σημείο συνάντησης πολλών σημαντικών προσωπικοτήτων, από τον Ροβήρο Μανθούλη μέχρι τον Louis Aragon.
Ο Φασιανός είχε κάτι σπάνιο, ίσως και μοναδικό: τη γενναιοδωρία του ταλέντου του. Δεν είχε ψυχολογικές ανασφάλειες ή ανταγωνισμούς. Σύστηνε νέους καλλιτέχνες σε συλλέκτες, γκαλερίστες και ανθρώπους του χώρου χωρίς καμία επιφύλαξη.
Ήταν τότε περίπου σαράντα ετών, με ήδη λαμπρή διεθνή καριέρα, και παρ’ όλα αυτά παρέμενε ένας σπουδαίος μέντορας για τους νεότερους. Ανοιχτός, προσιτός και γενναιόδωρος.
Στην πορεία του πολιτισμού, ο άνθρωπος πρώτα εφευρίσκει το εργαλείο και στη συνέχεια, με τη βοήθειά του, δημιουργεί το έργο τέχνης.
Στο Παρίσι συνδεθήκατε και με τον σημαντικό γκαλερίστα Jean-Pierre Facchetti. Πώς προέκυψε αυτή η σύνδεση και πώς επηρεάζει ένας γκαλερίστας την πορεία και τη διεθνή παρουσία ενός καλλιτέχνη;
Συνδέθηκα και συνεργάστηκα για αρκετά χρόνια με τη F. Terechkovitch. Πραγματοποιήσαμε ατομικές εκθέσεις, συμμετοχές σε διεθνείς φουάρ, εκδόσεις βιβλίων — ένα από αυτά, με κείμενο του Βασίλη Βασιλικού, παρουσιάστηκε στο Centre Pompidou (Beaubourg).
Με τους Facchetti, δυστυχώς, δεν συνεργάστηκα για πολύ. Ο Αλέκος Φασιανός με πήγε κυριολεκτικά από το χέρι στον Jean-Pierre Facchetti, όμως εκείνος πέθανε λίγο αργότερα και ανέλαβε η σύζυγός του. Τελικά η συνεργασία δεν προχώρησε ιδιαίτερα.
Στο μεταξύ προέκυψε η συνεργασία μου με την Terechkovitch, η οποία ασχολήθηκε πραγματικά μαζί μου και με στήριξε ουσιαστικά.
Την ίδια περίοδο είχα επίσης την τύχη να συνεργαστώ με τον σπουδαίο Νίκο Παπαδάκη στο Πολύπλανο, πραγματοποιώντας την πρώτη μου έκθεση στην Αθήνα, την οποία προλόγισε θερμά ο Αλέκος Φασιανός.
Παρότι συνέχιζα να ζω στο Παρίσι και να ολοκληρώνω τις μεταπτυχιακές μου σπουδές, τα πράγματα άρχισαν να μπαίνουν σε μια φυσική ροή. Ζούσα πλέον από τη ζωγραφική μου.
Πόσο σημαντικές ήταν για εσάς οι επαφές με τον κόσμο των εκδόσεων τέχνης και του livre d’artiste;
Πάρα πολύ σημαντικές.
Ζούσα μέσα σε έναν κόσμο σχεδόν μαγικό, γιατί τα εργαστήρια αυτά έδιναν τη δυνατότητα σε εικαστικούς καλλιτέχνες, που συνήθως εργάζονται απομονωμένοι στα ατελιέ τους, να συνυπάρχουν και να δημιουργούν στον ίδιο χώρο.
Δούλευα και τύπωνα δίπλα σε καλλιτέχνες όπως ο Antonio Seguí και ο Pierre Alechinsky. Τυπώναμε λιθογραφίες ο ένας δίπλα στον άλλον.
Θυμάμαι ακόμη πως τύπωνα μαζί με τον Keith Haring τον Αύγουστο και λίγες μόλις ημέρες αργότερα εκείνος πέθανε.
Νομίζω πως τα βιβλία και γενικότερα τα έργα πάνω στο χαρτί αποτελούν έναν ολόκληρο κόσμο, ένα εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μου.
Χρησιμοποιείτε στην τέχνη σας, με δυναμική εναλλαγή και χωρίς καμία προβλεψιμότητα, ένα πλέγμα μικτών τεχνικών. Σε μια από τις συζητήσεις μας αντιλήφθηκα τη συνύπαρξη του ψηφιακού με το φυσικό πινέλο, στοιχεία κολάζ και χαρακτικής, καθώς και διαφορετικά υλικά — χαρτί, ξύλο, λάδι και ακρυλικά. Αντιλαμβάνομαι πως το πλεονέκτημά σας είναι ότι αρχίσατε να πειραματίζεστε με τον ψηφιακό κόσμο πολύ πριν αυτό γίνει ευρέως διαδεδομένο. Πώς ήταν να είστε τόσο πρωτοπόρος σε μια πιο παραδοσιακή περίοδο για την ελληνική και ευρωπαϊκή τέχνη;
Μου δόθηκε η δυνατότητα, πολύ νωρίς, να έρθω σε επαφή με τις ψηφιακές εικόνες και την τεχνολογία εκτύπωσης.
Εξαιτίας διαφόρων συγκυριών, βρέθηκα να ολοκληρώνω τις σπουδές και το μεταπτυχιακό μου σε μια περίοδο μεγάλων υποσχέσεων και προοπτικών. Έζησα, μαζί με άλλους καλλιτέχνες της γενιάς μου, τη γέννηση αυτών των νέων εργαλείων.
Μου ταίριαζε πολύ η ιδέα μιας εικόνας που δημιουργείται από τον καλλιτέχνη και εξελίσσεται πέρα από τα όρια του καμβά και του καβαλέτου. Μια εικόνα που δεν τελειώνει ποτέ και συνεχώς μεταμορφώνεται μέσα στη σκέψη του δημιουργού της.
Βρέθηκα σε χώρους και εργαστήρια όπου όλα αυτά γεννιούνταν εκείνη τη στιγμή. Έτσι συμμετείχα τόσο στη σκέψη και την υψηλή τεχνική των παλαιότερων όσο και στην εξέλιξη του καινούργιου.
Όταν, αρκετά αργότερα, άρχισα να δουλεύω όλα αυτά τα μέσα στην Ελλάδα, σε εργαστήρια που είχαν δημιουργηθεί στο μεταξύ, ήμουν πλέον πιο ώριμος και πολύ ευτυχής που μπορούσα να αναπτύξω αυτή τη δουλειά και εδώ.
Η χαρακτική υπήρξε βασικό κομμάτι της καλλιτεχνικής σας παιδείας. Με ποιον τρόπο η λιθογραφία και η χάραξη επηρεάζουν ακόμη και σήμερα τη ζωγραφική σας;
Η χαρακτική απέχει από τη ζωγραφική όσο και η γλυπτική. Πρόκειται για μια διαφορετική τέχνη μέσα στις εικαστικές τέχνες. Διαφορετικά αντιλαμβάνεται ο καλλιτέχνης την εικόνα και το χρώμα.
Εγώ, από την αρχή, ασχολήθηκα με τη χαρακτική σε όλες τις μορφές και τις τεχνικές της. Στις εισαγωγικές εξετάσεις μπήκα στη χαρακτική και εκεί πήρα το πρώτο μου πτυχίο, με δεύτερο αυτό της ζωγραφικής.
Παρέμεινα, λοιπόν, πάντοτε στον χώρο της εκτυπωμένης εικόνας, της «estampas», όπως είναι η σωστή ονομασία της.
Η ζωγραφική σας μοιάζει συχνά να ισορροπεί ανάμεσα στην αφήγηση και την αφαίρεση. Είναι μια συνειδητή επιλογή;
Είναι μια γλώσσα που προέκυψε από τις εμπειρίες, τις γνώσεις, τις σπουδές και τα ταξίδια μου.
Πρόκειται για μια γραφή που, όσο περνούν τα χρόνια και εξακολουθώ να δουλεύω, εξελίσσεται και προχωρά.
Προσπαθεί να αποτυπώσει σκέψεις και ανησυχίες και κουβαλά όλα όσα αποτελούν τις αποσκευές ενός καλλιτέχνη.
Έχετε δουλέψει πάνω σε κείμενα του Αισώπου, του Robert Louis Stevenson αλλά και του Διονυσίου Σολωμού. Τι είναι αυτό που σας ελκύει στη συνάντηση ζωγραφικής και λογοτεχνίας;
Και όχι μόνο. Κάλβος, Βιζυηνός, Καβάφης, Ρίτσος, Σεφέρης, Βασίλης Βασιλικός, Γιώργος Ιωάννου, Τζόζεφ Κόνραντ, T.S. Eliot και πολλοί ακόμη ξένοι συγγραφείς που αυτή τη στιγμή ίσως ξεχνώ.
Υπήρξα και παραμένω φανατικός αναγνώστης και βιβλιόφιλος. Τα βιβλία πάντοτε με ταξίδευαν σε εικόνες.
Πιστεύω πως οι εικόνες ενός ζωγράφου μέσα σε μια έκδοση ανοίγουν ένα μικρό παράθυρο στο σύμπαν της γραφής. Δεν επεξηγούν το κείμενο. Συμμετέχουν σε αυτό.
Όταν εικονογραφείτε ένα κείμενο, αισθάνεστε ότι συνομιλείτε με τον συγγραφέα ή ότι δημιουργείτε μια εντελώς νέα αφήγηση;
Μια καινούργια, παράλληλη αφήγηση μέσα στο ίδιο παραμύθι.
Ακούω τον συγγραφέα και μιλώ στον θεατή-αναγνώστη.
Πολλοί μιλούν για μια «ποιητική του χρόνου» στο έργο σας. Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση ανάμεσα στον χρόνο και την εικόνα;
Υπάρχει το γεγονός ότι κι εγώ, όπως κάθε δημιουργός, αναμετριέμαι με τον χρόνο.
Όμως, πολλές φορές, στα έργα μου συλλαμβάνω τον εαυτό μου να θέλει να περιγράψει έναν συγκεκριμένο χρόνο, κόντρα στην ίδια τη ροή του. Να παγιδεύσει, κατά μία έννοια, τη στιγμή — όχι σαν ένα στιγμιότυπο, αλλά παγώνοντας τη διάρκεια που αναλογεί σε μια ματιά.
Είναι ένα παιχνίδι, όπως εκείνο το παιδί που παίζει ζάρια, όπως έλεγε ο Ηράκλειτος περιγράφοντας τον χρόνο.
Το ελληνικό τοπίο είναι έντονα παρόν στη δουλειά σας. Είναι για εσάς περισσότερο μια γεωγραφία ή μια μνήμη;
Είναι και τα δύο.
Είναι μια γεωγραφία της μνήμης.
Είναι ο τόπος των αναμνήσεων που γίνεται το όχημα πάνω στο οποίο αυτές μεταφέρονται. Είναι ό,τι θυμάμαι και προσπαθώ να το φορτώσω με όλα εκείνα που αποτελούν τους λόγους για τους οποίους το θυμάμαι.
Πώς δέχονται την ελληνικότητα στα έργα τέχνης στο εξωτερικό;
Η ελληνικότητα ήταν ένα μεγάλο θέμα συζήτησης εδώ στην Ελλάδα πριν από κάποια χρόνια.
Πιστεύω ότι υπάρχει στα έργα των καλλιτεχνών που τη νιώθουν, αλλά δεν είναι κάτι που οφείλει υποχρεωτικά να υπάρχει. Πολύ περισσότερο, δεν είναι κάτι που πρέπει απαραίτητα να διαβάζεται από έναν τρίτο.
Εμείς, για παράδειγμα, διαβάζουμε «ισπανικότητα» στον Τάπιες ή «βελγικότητα» στον Μαγκρίτ; Δεν νομίζω.
Υπάρχει η αλήθεια του κάθε δημιουργού. Αυτή είναι που διαβάζεται πρωτίστως και, στη συνέχεια, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αναζητήσει τις ρίζες της.
Εκτός Ελλάδας, η ελληνικότητα λειτουργεί περισσότερο ως μέρος της γοητείας ενός πολιτιστικού και γεωγραφικού εξωτισμού που συνοδεύει τον τόπο μας.
Μια κοινωνία που παράγει και ονειρεύεται δημιουργεί. Μια κοινωνία που ζει με δανεικά δεν μπορεί να δημιουργήσει.
Στην πρόσφατη έκθεσή σας Time Pendulous as Seen στη Γκαλερί Ζουμπουλάκη παρουσιάσατε έργα που μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω από τον χρόνο και τη μνήμη. Πώς γεννήθηκε αυτή η ενότητα;
Η έκθεση αυτή δημιουργήθηκε, σε έναν βαθμό, κατά την περίοδο της καραντίνας, όταν ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά.
Παρατηρούσα ότι ορισμένα από τα έργα κουβαλούσαν την αγωνία μιας κρατημένης ανάσας. Δεν ήταν όλα έτσι, αλλά κάποια από αυτά σίγουρα δεν αποτελούσαν μια ανέμελη περιγραφή συναισθημάτων.
Κατά τα άλλα, όπως ανέφερα και πριν, το παιχνίδι της μνήμης, του τόπου και του χρόνου είναι κάτι που με απασχολεί βαθιά και διαρκώς.
Το ίδιο έτος παρουσιάσατε ακόμη μία σημαντική ατομική έκθεση στη Νικήτη Χαλκιδικής, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και νέα μίγματα τεχνικών. Τι ξεχωρίζετε από αυτή την εμπειρία;
Στη Νικήτη, ο εκθεσιακός χώρος ήταν μια τεράστια πρώην αποθήκη αγροτικού συνεταιρισμού, η οποία έχει μετατραπεί από ανθρώπους της περιοχής σε έναν χώρο σύγχρονης τέχνης.
Βρήκα όλο αυτό εξαιρετικά γοητευτικό. Ο χώρος ήταν γεμάτος από την ενέργεια των ανθρώπων που τον δημιούργησαν και τον στηρίζουν.
Κατά τη διάρκεια της έκθεσης, η οποία πήρε αρκετές παρατάσεις, την επισκέφθηκε πολύς κόσμος, Έλληνες και ξένοι, καθώς βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα τουριστική περιοχή.
Έστησα την έκθεση σαν ένα ενιαίο έργο. Σαν μια αφήγηση. Μια αφήγηση της πορείας μου, των υλικών που με συγκινούν, των εικόνων που έχω παρουσιάσει όλα αυτά τα χρόνια και των νέων εικόνων που γεννήθηκαν μέσα από αυτές.
Σε έναν τόσο μεγάλο χώρο είναι υπέροχο να βλέπεις τα έργα να συνυπάρχουν και να συνομιλούν μεταξύ τους μέσα στο βλέμμα του θεατή.
Γνώριζα ότι θα τη δει πολύς κόσμος και αυτός ήταν ένας επιπλέον λόγος να επιλέξω έργα από διαφορετικές ενότητες, τα οποία όμως μαζί αφηγούνταν μια νέα ιστορία.
Πώς βλέπετε τη σημερινή θέση της ζωγραφικής σε μια εποχή όπου η ψηφιακή εικόνα κυριαρχεί;
Νομίζω πως, στην πορεία του πολιτισμού, ο άνθρωπος πρώτα εφευρίσκει το εργαλείο και στη συνέχεια, με τη βοήθειά του, δημιουργεί το έργο τέχνης.
Η ψηφιακή εικόνα υπηρετεί ακριβώς τον ίδιο σκοπό: την εικόνα που αναζητά ο άνθρωπος μέσα στο μυαλό και την ψυχή του.
Μακάρι να έχουμε την τύχη να δούμε, στη διάρκεια της ζωής μας, τα μεγάλα έργα που θα παραχθούν μέσα από αυτό το νέο εργαλείο.
Τι οφείλουμε να κάνουμε όλοι μας, ο καθένας από τη θέση που κατέχει, ώστε να ενισχύσουμε και να προάγουμε την ελληνική τέχνη;
Είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, αλλά θα το πω με δυο λόγια: πρέπει ο καθένας να κάνει τη δουλειά του τίμια και αληθινά. Καλλιτέχνες και θεσμοί.
Μια κοινωνία που παράγει και ονειρεύεται δημιουργεί. Μια κοινωνία που ζει με δανεικά δεν μπορεί να δημιουργήσει.
Σήμερα το περιβάλλον είναι πολύ διαφορετικό από ό,τι ήταν πριν από σαράντα, πενήντα ή εξήντα χρόνια. Ωστόσο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν, να δημιουργούν και να υπάρχουν.
Το αν θα παραχθεί μεγάλη τέχνη θα το δείξει το μέλλον.
Η ευημερία, από μόνη της, δεν εξασφαλίζει καλλιτεχνική παραγωγή. Μόνο η αλήθεια και η διάθεση να μιλήσουμε ειλικρινά μπορούν να προάγουν κάθε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Αν κοιτάξετε σήμερα την πορεία σας, από τα Κύθηρα μέχρι τις εκθέσεις σας στην Ευρώπη, ποιο είναι το βασικό νήμα που ενώνει όλα αυτά τα χρόνια δημιουργίας;
Τα Κύθηρα.
Η αφετηρία. Η στέρεη ρίζα. Η ταυτότητα που μου έδωσαν.
Το φως, το τοπίο, τα χρώματα, η θάλασσα που τα περιβάλλει.
Ο ανοιχτός ορίζοντας.