Fortune Talks

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΒΑΜΒΑΚΙΔΗΣ

CEO-Επικεφαλής Ευρώπης - Bank of America Merrill Lynch

O Διευθύνων Σύμβουλος-Επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch μιλά στο Fortune για την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας.  

Το πλαίσιο της νέας σχέσης Ελλάδας-θεσμών ως προς τις υποχρεώσεις για τη μεταμνημονιακή εποχή, έδωσε το Eurogroup της 21ης Ιουνίου στο Λουξεμβούργο. Για αυτήν ακριβώς την επόμενη μέρα, τις προκλήσεις και τους κινδύνους, αλλά και τα απαραίτητα βήματα που χρειάζεται να πραγματοποιηθούν ώστε η ελληνική οικονομία να ακολουθήσει πορεία ανάπτυξης και να γίνει πραγματικά ανταγωνιστική, καθώς και τα καλά και άσχημα σενάρια για το χρέος, μίλησε στο FortuneGreece ο Διευθύνων Σύμβουλος-Επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch, Αθανάσιος Βαμβακίδης.

Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής; 

Ο τερματισμός ενός προγράμματος οκτώ ετών είναι σαφώς μια επιτυχία για την Ελλάδα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πρόγραμμα θα μπορούσε να είχε τελειώσει νωρίτερα, αλλά όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Είμαστε εκεί που είμαστε και το τέλος του προγράμματος είναι μια καλή είδηση.

Η πρόκληση τώρα για την Ελλάδα είναι να πετύχει τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους χωρίς να έχει επί δεκαετίες την εποπτεία και τους όρους ενός επίσημου προγράμματος. Αναμένω ότι οι στόχοι αυτοί θα είναι προϋποθέσεις για ελάφρυνση του χρέους. Είναι πολύ φιλόδοξοι και θα απαιτήσουν συνεχή προσπάθεια. Είναι επίσης λογικό η οικονομία να υπερ-αποδίδει όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, για να δημιουργείται χώρος που θα επιτρέπει την υπο-απόδοση σε δύσκολες περιόδους – για παράδειγμα εάν υπάρξει μια νέα ύφεση στην Ευρώπη ή σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Ελλάδα θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην πρόκληση αυτή ευκολότερα εάν αναπτυχθεί γρηγορότερα. Αυτό απαιτεί όχι μόνο να αποφευχθεί η αντιστροφή οποιασδήποτε από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά και να επιταχυνθεί και να ενισχυθεί η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, ώστε να προσελκυσθούν επενδύσεις και να αυξηθεί η δυνητική ανάπτυξη, ιδίως επειδή δεν θα υπάρχουν πλέον απαιτήσεις σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις αυτές που να προκύπτουν από ένα πρόγραμμα διάσωσης.

Υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί η έξοδος να αποτελέσει ευκαιρία για την ελληνική οικονομία;

Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να μεταρρυθμίζει την οικονομία της για δικό της όφελος, και όχι λόγω της πίεσης από το μνημόνιο. Αυτό απαιτεί υπεύθυνη και ώριμη συμπεριφορά από όλα τα μέρη.

Οι μελλοντικές κυβερνήσεις θα πρέπει να αποφύγουν τις προεκλογικές δαπάνες και τις παραχωρήσεις στα κατεστημένα συμφέροντα. Και τα άλλα κόμματα πρέπει να μην υπόσχονται ανεύθυνες και μη βιώσιμες πολιτικές που θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν την ελληνική οικονομία.

Ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό σενάριο για τις διαπραγματεύσεις για το χρέος; 

Αναμένω ένα πλαίσιο για την ελάφρυνση του χρέους σε βάθος χρόνου, με τη μορφή επιμήκυνσης των λήξεων του χρέους, το οποίο θα συνοδεύεται από συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομικούς στόχους – γεγονός που θα επιτρέπει την παρακολούθηση των πολιτικών εκτός ενός επίσημου προγράμματος.

Αν υπήρχε «ιδιοκτησία» των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, θα περίμενα μια εμπροσθοβαρή ελάφρυνση του χρέους. Αυτό θα ήταν το ιδανικό σενάριο, αλλά δυστυχώς η Ελλάδα δεν έχει κερδίσει ακόμα αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης με τους επίσημους πιστωτές της.

Το χειρότερο σενάριο είναι να συνεχιστούν οι συζητήσεις πολύ πέρα από το τρέχον έτος, καθώς η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμα πιέσεις χρηματοδότησης. Αυτό θα κρατούσε σε ψηλά επίπεδα την αβεβαιότητα και θα επηρέαζε αρνητικά την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Τί χρειάζεται να κάνει η Ελλάδα προκειμένου να προσελκύσει δυνητικούς επενδυτές;

Αυτό πράγματι πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα της Ελλάδας. Οι εγχώριες επενδύσεις έχουν καταρρεύσει από το ξέσπασμα της κρίσης. Οι ξένες επενδύσεις ήταν πάντα εξαιρετικά χαμηλές στην Ελλάδα. Η ελληνική οικονομία δεν μπορεί πλέον να περιμένει από την κυβέρνηση να επιτύχει ανάπτυξη με δαπάνες, κάτι που δεν ήταν βιώσιμο σε καμία περίπτωση. Οι επενδύσεις είναι ο μόνος τρόπος για να καταφέρει η Ελλάδα να ξεφύγει από τα προβλήματά της μέσω της ανάπτυξης.

Ωστόσο, η ελληνική οικονομία παραμένει άκαμπτη και εχθρική προς τους επενδυτές. Η ανεπαρκής εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης κατέστησε την Ελλάδα έναν χειρότερο επενδυτικό προορισμό σε σύγκριση με άλλες παρεμφερείς χώρες.

Οι επενδυτές χρειάζονται χαμηλή, δίκαιη και απλή φορολογία, αποτελεσματική διοίκηση με διαφάνεια, απλό και σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, λειτουργικό δικαστικό σύστημα, ευέλικτη αγορά εργασίας, προβλεψιμότητα των οικονομικών πολιτικών και πολιτική σταθερότητα, για να αναφέρουμε μερικούς μόνο από τους σημαντικότερους παράγοντες που επιδρούν στις αποφάσεις τους. Είναι σαφές ότι η Ελλάδα παίρνει χαμηλό βαθμό σε όλους αυτούς τους τομείς και οι πρόσφατες βελτιώσεις δεν είναι αρκετές.

Άλλες χώρες είναι πιο ελκυστικές για τους επενδυτές, κι αυτό αντανακλάται από τα πολύ υψηλότερα μερίδια ξένων έμμεσων επενδύσεων που απολαμβάνουν. Το πρόβλημα είναι ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν ποτέ θέσει την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα ως πρώτη τους προτεραιότητα. Τις περισσότερες φορές, δεν είναι καν στόχος πολιτικής.

Οι διεθνείς εξελίξεις κατά την τρέχουσα περίοδο μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την οικονομία και τη διαπραγμάτευση για το χρέος;

Δυστυχώς, η ελληνική οικονομία παραμένει πολύ εκτεθειμένη στις διεθνείς εξελίξεις. Αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς μόλις τώρα προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Τα ελληνικά στοιχεία ενεργητικού κατέχονται πρωτίστως από κερδοσκόπους, οι οποίοι έχουν την τάση να μειώνουν γενικά τον κίνδυνο ύστερα από ένα παγκόσμιο σοκ και γι’ αυτό περιορίζουν και την έκθεσή τους στην Ελλάδα.

Αυτό συνέβη με την αναταραχή της αγοράς από τις εξελίξεις στην Ιταλία. Η αύξηση του προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο θα μπορούσε να αποτελέσει ένα επιπλέον σοκ, προκαλώντας μια διόρθωση της αγοράς μέσω της εξάλειψης του κινδύνου και επηρεάζοντας αρνητικά τα ελληνικά στοιχεία ενεργητικού. Η Ελλάδα πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη και να επαγρυπνά. Η ελληνική οικονομία ενδέχεται να βγει άμεσα από το νοσοκομείο, αλλά απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί υγιής.

Προς το παρόν, τουλάχιστον δεν αναμένω ότι οι διεθνείς εξελίξεις θα επηρεάσουν πολύ τις συζητήσεις για το ελληνικό χρέος. Πρόκειται για ξεχωριστό ζήτημα και φαίνεται ότι υπάρχει ισχυρή συναίνεση στην Ευρώπη ως προς το ότι χρειαζόμαστε σύντομα λύση.

Τι έχουμε μάθει μετά από μία οκταετία εφαρμογής αυστηρών προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και ποια λάθη δεν πρέπει, κατά τη γνώμη σας, να επαναληφθούν; 

Το κύριο δίδαγμα από την περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης, κατά την άποψή μου, είναι ότι το αυξανόμενο δημόσιο χρέος μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα, αλλά είναι μια συνταγή για οικονομική κρίση τελικά, ιδίως μέσα σε μια νομισματική ένωση. Το κύριο δίδαγμα από τα χρόνια της κρίσης είναι ότι η σταθεροποίηση και η προσαρμογή της οικονομίας είναι πολύ πιο δύσκολες όταν δεν υπάρχει «ιδιοκτησία» του προγράμματος και πολιτική συναίνεση σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις.

Κοιτάζοντας μπροστά, θα έλεγα ότι το κράτος δεν μπορεί να είναι ο κύριος κινητήρας της ελληνικής οικονομίας. Ο ρόλος του κράτους στην οικονομία πρέπει να είναι η άμεση ή έμμεση υποστήριξη του ιδιωτικού τομέα και η μεγιστοποίηση του οφέλους από την ανάπτυξη για τους Έλληνες πολίτες.

Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να κατηγορήσουν άλλους για τα προβλήματα της Ελλάδας. Σίγουρα, μπορεί κανείς να βρει πολλά λάθη σε ό,τι έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν οι επίσημοι πιστωτές της Ελλάδας. Ωστόσο, η Ελλάδα δανειζόταν με μη βιώσιμο ρυθμό και αγνοούσε τις επανειλημμένες εκκλήσεις για κατεπείγουσες μεταρρυθμίσεις πριν από την κρίση.

Η υλοποίηση του προγράμματος στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν εξαιρετικά προβληματική σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής και οι ελληνικές κυβερνήσεις φάνηκε συχνά σαν να προσπαθούσαν να διατηρήσουν τις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Ανησυχώ για την έλλειψη σοβαρής συζήτησης σχετικά με τον τρόπο επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων μετά το τέλος του προγράμματος. Η Ελλάδα έχει την κύρια ευθύνη για το πεπρωμένο της.

Πηγή φωτογραφίας: VisMedia