Deutsche Bank για Τζέφρι Έπσταϊν: «Θέλουμε και άλλους πελάτες σαν αυτόν»
- 11/02/2026, 11:30
- SHARE
Φως στη σχέση της Deutsche Bank με τον Τζέφρι Έπσταϊν ρίχνει νέα δέσμη εγγράφων που δημοσιοποίησε το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης…
Και πράγματι, ο διαβόητος χρηματιστής θεωρούνταν πολύτιμος για το τμήμα διαχείρισης πλούτου της τράπεζας – ακόμη και μετά την καταδίκη του το 2008 για σεξουαλικά αδικήματα.
Τα αρχεία δείχνουν ότι ο Έπσταϊν υπήρξε πελάτης της γερμανικής τράπεζας για πέντε χρόνια, από το 2013 έως το 2018, και αντιμετωπιζόταν ως πελάτης υψηλής αξίας. Ανώτερα στελέχη αντάλλασσαν emails στα οποία πανηγύριζαν συμφωνίες και νέες ροές κεφαλαίων.
Σε μήνυμα του Δεκεμβρίου 2015, διαχειριστής λογαριασμών ενημέρωνε τον τότε επικεφαλής παγκόσμιων πωλήσεων του τμήματος wealth management, Dario Schiraldi, ότι έκλεισε συμφωνία με τον Έπσταϊν «20 λεπτά» μετά την αποστολή σχετικού email.
Λίγους μήνες νωρίτερα, επικεφαλής του αμερικανικού βραχίονα της μονάδας είχε γράψει με ενθουσιασμό: «Τέσσερις συμφωνίες με αυτόν τον πελάτη τις τελευταίες τρεις εβδομάδες! Τώρα χρειαζόμαστε περισσότερους πελάτες σαν κι αυτόν».
Τα ίδια έγγραφα δείχνουν ότι ο Schiraldi ήταν αποδέκτης αρκετών από αυτά τα μηνύματα, στα οποία στελέχη γιόρταζαν τις επιχειρηματικές επιτυχίες με τον Έπσταϊν , ο οποίος είχε ήδη εκτίσει ποινή φυλάκισης και είχε καταχωρηθεί ως σεξουαλικός παραβάτης στη Φλόριντα.
Η μεταφορά εκατοντάδων εκατομμυρίων από την JP Morgan
Κομβικό ρόλο στην ένταξη του Έπσταϊν στην Deutsche Bank φέρεται να είχε ο Paul Morris, επικεφαλής παγκόσμιας ομάδας πελατών, ο οποίος τον γνώριζε από την περίοδο που εργαζόταν στην JP Morgan. Η τελευταία είχε διακόψει τη συνεργασία με τον Epstein το 2013 για ευνόητους λόγους.
Σύμφωνα με τα εσωτερικά έγγραφα, ο Έπσταϊν μετέφερε αρχικά περίπου 200 εκατ. δολάρια από την JP Morgan στην Deutsche Bank. Μέχρι τον Οκτώβριο του 2014, είχε προσθέσει άλλα 62 εκατ. δολάρια, ανεβάζοντας το συνολικό ενεργητικό του στην τράπεζα στα 308 εκατ. δολάρια.
Οι λογαριασμοί δεν ανοίχθηκαν στο προσωπικό του όνομα, αλλά μέσω εταιρειών εμπιστοσύνης εγγεγραμμένων στις Αμερικανικές Παρθένους Νήσους, όπως οι Southern Financial LLC και Southern Trust Company.
Το εσωτερικό υπόμνημα που συνόδευε την έναρξη της σχέσης καταγράφει ότι η τράπεζα γνώριζε το ιστορικό του: την καταδίκη του το 2008 για υποκίνηση σε πορνεία, την ποινή φυλάκισης και τις κατηγορίες για πληρωμές σε νεαρές –σε ορισμένες περιπτώσεις ανήλικες– γυναίκες για «μασάζ» και σεξουαλικές υπηρεσίες. Παρά ταύτα, φαίνεται πως καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η εκτιμώμενη περιουσία του, που ανερχόταν στα 2 δισ. δολάρια, καθώς και το εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο ακινήτων και αεροσκαφών του.
«Ένας από τους πιο απαιτητικούς πελάτες μας»
Η επιχειρηματική σχέση δεν ήταν πάντοτε ομαλή. Σε φάκελο του 2017, ο Epstein περιγράφεται ως «ένας από τους πιο απαιτητικούς και δύσκολους πελάτες», που λειτουργούσε «σαν hedge fund», χωρίς όμως τη συνέπεια ενός επαγγελματία trader. Καταγράφεται μάλιστα ότι ήταν «απογοητευμένος» με τις υπηρεσίες της τράπεζας – «και το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο».
Ωστόσο, οι συναλλαγές συνεχίστηκαν. Ιδιαίτερο ενθουσιασμό προκάλεσε μια συμφωνία του Ιανουαρίου 2015, μέσω της Southern Financial, που αφορούσε συγκεκριμένο δείκτη εμπορευμάτων και χαρακτηρίστηκε ως «η πρώτη στη Βόρεια Αμερική» που τον αξιοποίησε.
Το όνομα του Dario Schiraldi επανέρχεται σήμερα στο προσκήνιο και για άλλον λόγο. Ο πρώην επικεφαλής πωλήσεων βρίσκεται σε νομική διαμάχη με τη Deutsche Bank, διεκδικώντας αποζημίωση 152 εκατ. ευρώ για υπόθεση που σχετίζεται με συναλλαγή της ιταλικής Monte dei Paschi di Siena. Αν και είχε αρχικά καταδικαστεί στην Ιταλία, αθωώθηκε σε όλες τις εφέσεις. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η τράπεζα συνέβαλε στην αρχική καταδίκη του, κάτι που η Deutsche Bank αρνείται.
Πηγές κοντά στον Schiraldi επισημαίνουν ότι δεν συμμετείχε στην απόφαση ανάληψης του Epstein ως πελάτη ούτε είχε γνώση του αρχικού υπομνήματος.
Η παραδοχή του λάθους
Η Deutsche Bank έχει ήδη το 2020 καταλήξει σε διακανονισμό με τη χρηματοπιστωτική αρχή της Νέας Υόρκης, αναγνωρίζοντας ελλείψεις στους μηχανισμούς ελέγχου της. Σε πρόσφατη δήλωσή της επανέλαβε ότι «αναγνωρίζει το λάθος της που ανέλαβε τον Jeffrey Epstein ως πελάτη το 2013» και εξέφρασε «βαθιά λύπη» για τη συνεργασία, τονίζοντας ότι συνεργάστηκε πλήρως με τις αρχές μετά τη σύλληψή του το 2019.
Η υπόθεση αναδεικνύει, για ακόμη μία φορά, τα όρια ανάμεσα στην εμπορική στόχευση και τη διαχείριση φήμης στον παγκόσμιο τραπεζικό κλάδο. Και θέτει εκ νέου το ερώτημα: πόσο «απαιτητικός» μπορεί να είναι ένας πελάτης όταν το πραγματικό κόστος δεν αποτιμάται μόνο σε δολάρια, αλλά και σε αξιοπιστία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Αγορά ακινήτων: Ο κρίσιμος παράγοντας που καθορίζει το μέλλον των πόλεων
- Ρεκόρ ξένων επενδυτών στο Χρηματιστήριο Αθηνών – 69% η συμμετοχή στην κεφαλαιοποίηση
- Η Amazon ποντάρει 200 δισ. δολάρια στην AI – και η Wall Street αρχίζει να ανησυχεί
Πηγή: Handelsblatt