Πώς οι εγκέφαλοι μητέρας-παιδιού συγχρονίζονται όταν παίζουν μαζί
- 21/02/2026, 19:29
- SHARE
Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου ολοένα και περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν με δύο ή περισσότερες μητρικές γλώσσες, νέα έρευνα του University of Nottingham, με επικεφαλής την Ελληνίδα ερευνήτρια Ευστρατία Παπουτσέλου, εξετάζει αν η διγλωσσία επηρεάζει τη σύνδεση μεταξύ μητέρας και παιδιού σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας.
Η μελέτη επικεντρώνεται στον εγκεφαλικό συγχρονισμό, δηλαδή στην ταυτόχρονη δραστηριότητα των νευρωνικών δικτύων δύο ανθρώπων που αλληλεπιδρούν. Ο συγχρονισμός αυτός θεωρείται κρίσιμος για τη συναισθηματική σύνδεση, την επικοινωνία και την υγιή σχέση γονέα-παιδιού. Όπως εξηγεί η ερευνήτρια, είναι «σαν μουσικά όργανα που παίζουν μαζί» και τελικά παράγουν ένα κοινό, αρμονικό αποτέλεσμα.
Η διγλωσσία στην Ευρώπη βρίσκεται σε άνοδο, με στοιχεία του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ να δείχνουν ότι το ποσοστό των δίγλωσσων οικογενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από 8% το 2014 σε 15,6% το 2023. Παρά τη ραγδαία αυτή αύξηση, τα δίγλωσσα παιδιά συχνά αποκλείονται από επιστημονικές μελέτες, δημιουργώντας ένα ερευνητικό κενό που η συγκεκριμένη ομάδα επιχείρησε να καλύψει.
Στην έρευνα συμμετείχαν 15 ζεύγη μητέρων και παιδιών ηλικίας 3 έως 4 ετών που ζουν στη Βρετανία. Οι μητέρες είχαν διαφορετικές μητρικές γλώσσες και υψηλό επίπεδο αγγλικών, ενώ τα παιδιά μεγάλωναν σε δίγλωσσο περιβάλλον. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη μέθοδο hyperscanning, καταγράφοντας ταυτόχρονα την εγκεφαλική δραστηριότητα μητέρας και παιδιού με ειδικούς αισθητήρες fNIRS κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Cognition, έδειξαν ότι ο εγκεφαλικός συγχρονισμός εμφανίστηκε τόσο όταν η μητέρα και το παιδί επικοινωνούσαν στη μητρική της γλώσσα όσο και όταν χρησιμοποιούσαν τα αγγλικά. Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς αποδεικνύει ότι η χρήση δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τον δεσμό μητέρας-παιδιού.
Ο συγχρονισμός ήταν ισχυρότερος στον προμετωπιαίο φλοιό, περιοχή που σχετίζεται με τη λήψη αποφάσεων, τη συνεργασία και τα συναισθήματα, ενώ παρατηρήθηκε επίσης στην κροταφοβρεγματική περιοχή, που συνδέεται με την κατανόηση του άλλου.
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να επεκτείνει τη μελέτη σε οικογένειες με διαφορετικά επίπεδα γλωσσικής επάρκειας, αλλά και σε αλληλεπιδράσεις παιδιών με άλλα μέλη του κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Παράλληλα, διερευνάται η αλληλεπίδραση μέσω παιχνιδιού με παιδιά που φέρουν κοχλιακά εμφυτεύματα, διευρύνοντας την κατανόηση για τη σχέση γλώσσας, εγκεφάλου και συναισθηματικού δεσμού.