Real Estate: Γιατί μένουν στα «αζήτητα» τα μεγάλα και παλιά εξοχικά στην Ελλάδα – Η στροφή των ξένων αγοραστών

Real Estate: Γιατί μένουν στα «αζήτητα» τα μεγάλα και παλιά εξοχικά στην Ελλάδα – Η στροφή των ξένων αγοραστών
Photo: Shutterstock

Καθώς το υψηλό κόστος συντήρησης και τα νέα στάνταρ των ξένων επενδυτών «παγώνουν» τη ζήτηση, τα εξοχικά ακίνητα άνω των 150 τ.μ. και ηλικίας μεγαλύτερης των 15 ετών μετατρέπονται στον «αδύναμο κρίκο» του ελληνικού real estate.

Όλο και δυσκολότερη καθίσταται η πώληση εξοχικών κατοικιών μεγάλων επιφανειών, από 150 τ.μ. και πάνω, ειδικά μάλιστα αν πρόκειται για ακίνητα μεγάλης ηλικίας. Το υψηλό κόστος αγοράς, αλλά και συντήρησης τέτοιων ακινήτων θεωρούνται οι δύο βασικότερες αιτίες για την εξέλιξη αυτή, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση, έναντι των πιο σύγχρονων και μικρότερης επιφάνειας κατοικιών, που συμβαδίζουν περισσότερο με τα «θέλω» των αγοραστών από το εξωτερικό.

Σύμφωνα με έρευνα της Elxis – At Home in Greece, που δραστηριοποιείται στις πωλήσεις εξοχικών κατοικιών σε ξένους, το 68,4% των ενδιαφερόμενων ανέφερε ότι ενδιαφέρεται για κατοικίες μικρομεσαίου μεγέθους, κάτω των 120 τ.μ. Αντίστοιχα, το 26,1% εκδηλώνει ζήτηση για μεγαλύτερα ακίνητα από 120 έως 200 τ.μ., ενώ μόλις 5,5% αναζητά ακίνητα που να ξεπερνούν σε μέγεθος τα 200 τ.μ. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1.500 ενδιαφερόμενων αγοραστών, προερχόμενων κυρίως από χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης και τη Β. Αμερική (ΗΠΑ-Καναδάς).

Σχολιάζοντας τα ευρήματα αυτά, ο κ. Γιώργος Γαβριηλίδης, διευθύνων σύμβουλος της Elxis, αναφέρει: «Στην αγορά άνω των 600.000€, παρατηρούμε πωλητές με μεγάλα, παλαιότερα ακίνητα (άνω των 200 τ.μ. και 15ετίας ή παλαιότερα) στις τουριστικές περιοχές της Ελλάδας, είτε να μειώνουν τις τιμές τους, είτε να αποσύρουν προσωρινά τα ακίνητα από την αγορά λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Παράλληλα, στα ακίνητα που εντέλει βρίσκουν αγοραστή, βλέπουμε να μεγαλώνει η ψαλίδα μεταξύ της ζητούμενης τιμής και της τελικής τιμής πώλησης». Συνεπώς, μόνο αν υπάρξει μια διαλλακτικότερη στάση από την πλευρά του πωλητή, είναι εφικτή η αγοραπωλησία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Επομένως, τα σπίτια πολύ μεγάλης επιφάνειας, ειδικά μάλιστα αν είναι και μεγάλης ηλικίας, όπως π.χ. παλιά πέτρινα αρχοντικά, που απαντώνται σε διάφορες περιοχές της χώρας, δημιουργούν περιορισμούς στους ξένους αγοραστές, ανεξάρτητα από το αν προορίζονται για επενδυτική εκμετάλλευση, ή για ιδιοκατοίκηση. Κύριοι λόγοι είναι το υψηλό κόστος συντήρησης και η δυσκολία να βρεθούν επισκέπτες που να χρειάζονται τόσο μεγάλες επιφάνειες για τις διακοπές τους. Επίσης, όμως, δυσκολότερη είναι και μια ενδεχόμενη μεταπώληση στο μέλλον, ακριβώς λόγω της χαμηλής ζήτησης για ακίνητα τέτοιου μεγέθους και ηλικίας.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει και με βάση τα στοιχεία των αγοραπωλησιών του Μητρώου Αξιών Μεταβιβάσεων Ακινήτων καθώς και της Ask Wire, που ανέλυσε η Elxis – At Home in Greece, συγκρίνοντας το 2023 και το 2025. Αναλύοντας τις πράξεις αγοράς ακινήτων αξίας άνω των 600.000€ σε Πελοπόννησο, Κρήτη, Ιόνιο και Αιγαίο Πέλαγος, προκύπτει μείωση κατά 45%, για τα ακίνητα άνω των 15 ετών. Συγκεκριμένα, ενώ το 2023, το 53,3% επέλεξε κατοικία άνω των 15 ετών στις περιοχές αυτές, το 2025, το ποσοστό αυτό υποχώρησε σε μόλις 29,4%.

Αντιθέτως, παρατηρείται αύξηση του ποσοστού των αγοραπωλησιών στα νεότερα ακίνητα (έως 10 ετών), τα οποία το 2025 αποτέλεσαν το 35,3% του συνόλου, από μόλις 6,7% το 2023. Από τα στοιχεία αυτά, είναι εμφανής η στροφή των αγοραστών σε νεότερες κατασκευές. Μικρότερη ήταν η μεταβολή στα ακίνητα 11-15 ετών, τα οποία το 2025 προτιμήθηκαν από το 35,3% των αγοραστών, έναντι 40% το 2023.

Επομένως, οι κάτοχοι μεγάλων και παλιών εξοχικών κατοικιών θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν την στρατηγική τους και κυρίως την ζητούμενη τιμή πώλησης, προκειμένου να προσελκύσουν αγοραστές. Συγκεκριμένα, η τιμή ανά τ.μ. οφείλει να διαφοροποιείται προς τα κάτω, όσο αυξάνεται η επιφάνεια. Έτσι, ενώ ένα σπίτι των 100 τ.μ. μπορεί να πουληθεί με τιμή 3.000 ευρώ/τ.μ., δεν σημαίνει ότι κι ένα ακίνητο άνω των 200 τ.μ. θα έχει την ίδια τιμή ανά τ.μ. Αντιθέτως, αυτή θα πρέπει να είναι σημαντικά χαμηλότερη, π.χ. 2.000-2.500 ευρώ/τ.μ., προκειμένου να συμβαδίζει με τα σημερινά δεδομένα της ζήτησης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: