Νέα εποχή για την ελληνική αγορά κρυπτονομισμάτων – Ποιες εταιρείες πήραν τις πρώτες άδειες MiCA
- 23/07/2026, 08:38
- SHARE
- Πράσινο φως από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις πρώτες άδειες λειτουργίας εταιρειών crypto βάσει του ευρωπαϊκού κανονισμού MiCA.
- Xenios Blockchain Group και Capital Wallet Greece είναι οι δύο νέοι αδειοδοτημένοι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (CASPs), μετά την Bcash.
- Οι αδειοδοτημένες εταιρείες μπορούν να παρέχουν νόμιμα υπηρεσίες όπως φύλαξη, ανταλλαγή και μεταφορά κρυπτοστοιχείων, καθώς και εκτέλεση και διαβίβαση εντολών.
- Η διαδικασία αδειοδότησης περιλαμβάνει αυστηρούς ελέγχους για την εταιρική διακυβέρνηση, την οργανωτική επάρκεια και το “fit and proper” των διοικήσεων.
Η ελληνική αγορά κρυπτονομισμάτων εισέρχεται σε νέα φάση, καθώς η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορήγησε τις πρώτες άδειες λειτουργίας παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (CASPs) βάσει του ευρωπαϊκού κανονισμού MiCA. Μετά την Bcash, οι Xenios Blockchain Group και Capital Wallet Greece αποκτούν το δικαίωμα να παρέχουν νόμιμα υπηρεσίες crypto στην Ελλάδα και, μέσω του ευρωπαϊκού «διαβατηρίου», σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εφαρμογή του Markets in Crypto-Assets Regulation (MiCA) σηματοδοτεί μια κομβική αλλαγή για την αγορά των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων στην Ευρώπη, εισάγοντας ενιαίο κανονιστικό πλαίσιο για την έκδοση, διαπραγμάτευση και παροχή υπηρεσιών σχετικών με τα κρυπτοστοιχεία. Στόχος είναι η ενίσχυση της διαφάνειας, της εποπτείας και της προστασίας των επενδυτών, σε μια αγορά που παγκοσμίως διατηρεί κεφαλαιοποίηση κοντά στα 3 τρισ. δολάρια, έχοντας αγγίξει ακόμη και τα 4,4 τρισ. δολάρια μέσα στο 2025.
Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
Ειδικότερα, στις 22 Ιουλίου 2026, το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ενέκρινε σειρά αποφάσεων που αφορούν την αγορά επενδυτικών υπηρεσιών και κρυπτοστοιχείων.
Στο πεδίο των crypto, χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας στην Xenios Blockchain Group A.E. για την παροχή υπηρεσίας λήψης και διαβίβασης εντολών σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114.
Παράλληλα, η Capital Wallet Greece έλαβε ευρύτερη άδεια λειτουργίας ως πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η οποία καλύπτει: φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών, ανταλλαγή crypto έναντι χρημάτων, ανταλλαγή crypto με άλλα κρυπτοστοιχεία, εκτέλεση εντολών, λήψη και διαβίβαση εντολών και υπηρεσίες μεταφοράς κρυπτοστοιχείων.
Πρόκειται για τις πρώτες εγκρίσεις που ακολουθούν το νέο ευρωπαϊκό καθεστώς, μετά την αδειοδότηση της Bcash, σηματοδοτώντας την ουσιαστική εφαρμογή του MiCA στην ελληνική αγορά.
Αυστηρός έλεγχος πριν από κάθε άδεια
Η διαδικασία αδειοδότησης κάθε εταιρείας είναι ιδιαίτερα απαιτητική και περιλαμβάνει ενδελεχή αξιολόγηση του επιχειρηματικού μοντέλου, των εσωτερικών διαδικασιών, της εταιρικής διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο λεγόμενο fit and proper των διοικήσεων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει όχι μόνο ποιοι βρίσκονται πίσω από κάθε εταιρεία, αλλά και αν διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρία, τεχνογνωσία και μηχανισμούς ελέγχου ώστε να διαχειρίζονται με ασφάλεια τα κεφάλαια και τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία των πελατών.
Το σημαντικό είναι πως η αδειοδότηση βάσει MiCA δεν περιορίζεται στα εθνικά σύνορα. Οι εταιρείες που αποκτούν άδεια σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν, μέσω του λεγόμενου ευρωπαϊκού διαβατηρίου, να προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
Οι αδειοδοτημένοι πάροχοι καταχωρίζονται στο σχετικό μητρώο της ESMA ως Crypto-Asset Service Providers (CASPs), αποκτώντας το δικαίωμα να προσφέρουν νόμιμα τις εγκεκριμένες υπηρεσίες τους και να τις προωθούν σύμφωνα με το νέο κανονιστικό πλαίσιο.
Υπενθυμίζετα πως η κυβέρνηση προχωρά και στη διαμόρφωση του φορολογικού πλαισίου για τα κρυπτονομίσματα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, προβλέπεται φορολόγηση με συντελεστή 15% στα κέρδη από την πώληση κρυπτονομισμάτων, ενώ εξετάζεται και αφορολόγητο όριο 500 ευρώ ετησίως, ώστε να μην επιβαρύνονται οι μικρές συναλλαγές.
Ο φόρος θα επιβάλλεται αποκλειστικά στο κεφαλαιακό κέρδος, δηλαδή στη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης ενός ψηφιακού περιουσιακού στοιχείου.