Ποιες οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου των ΗΠΑ – Ισραήλ με Ιράν
- 11/03/2026, 13:00
- SHARE
Θα τελειώσει σύντομα ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν; Aυτό το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί για να μπορέσει κανείς να εξετάσει τις πιθανές οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης.
Αλλά αυτό εξαρτάται από τις απαντήσεις σε δύο άλλα ερωτήματα. Εν προκειμένω θα βρει εφαρμογή ο όρος του Robert Armstrong «Taco» («Trump always chickens out» – ο Τραμπ πάντα κάνει πίσω) ή όχι;
Και δεύτερον, το τέλος του πολέμου για τον Ντόναλντ Τραμπ θα σήμαινε ότι έχει τελειώσει και για το Ιράν, το Ισραήλ ή και για τους δύο; Αν αυτοί οι δύο αντίπαλοι, για τους οποίους η σύγκρουση είναι υπαρξιακή, συνεχίσουν να πολεμούν, τότε η καταστροφή που πλήττει τον Περσικό Κόλπο επίσης θα συνεχιστεί.
Ένα μέρος της δυσκολίας είναι ότι είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς τι θέλει ο Τραμπ. Ίσως να μην το γνωρίζει ούτε ο ίδιος. Τη Δευτέρα ο πρόεδρος δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει «πολύ σύντομα», αλλά όχι αυτή την εβδομάδα.
Ωστόσο, δύο ημέρες νωρίτερα έγραψε στο Truth Social ότι «δεν θα υπάρξει καμία συμφωνία με το Ιράν παρά μόνον με ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ! Μετά από αυτό, και την επιλογή ενός ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ & ΑΠΟΔΕΚΤΟΥ Ηγέτη (ή Ηγετών), εμείς, και πολλοί από τους υπέροχους και πολύ γενναίους συμμάχους και εταίρους μας, θα εργαστούμε ακούραστα για να επαναφέρουμε το Ιράν από το χείλος της καταστροφής».
Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν απάντησε στον Τραμπ ότι «εκείνοι θα καθορίσουν το τέλος του πολέμου», προσθέτοντας ότι «η Τεχεράνη δεν θα επιτρέψει την εξαγωγή ούτε ενός λίτρου πετρελαίου» από την περιοχή αν συνεχιστούν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις.
Η επιλογή του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος μόλις έχασε μεγάλο μέρος της οικογένειάς του, ως διαδόχου του πατέρα του, υπογραμμίζει αυτή την αδιαλλαξία. Φαίνεται μάλλον ότι το Ιράν στοχεύει στη νίκη και όχι στην άνευ όρων παράδοση, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι εξαιρετικά απίθανο να προκύψει από μια συμβατική αεροπορική εκστρατεία.
Μετά από περισσότερα από δύο χρόνια ισραηλινών βομβαρδισμών, η Χαμάς δεν έχει παραδοθεί άνευ όρων. Το Ιράν σίγουρα δεν θα το κάνει. Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα απαιτούνταν η χρήση πυρηνικών όπλων. Είναι ο Τραμπ αρκετά παράφρων ώστε να εξετάσε κάτι τέτοιο;
Η παύση των εχθροπραξιών φαίνεται πολύ πιο πιθανή. Η Αμερική μπορεί να πιστεύει ότι έχει προκαλέσει αρκετές ζημιές και να αποφασίσει να σταματήσει τις επιθέσεις της. Το Ιράν, χτυπημένο και αποδυναμωμένο, μπορεί να αποφασίσει να σταματήσει να επιτίθεται στους γείτονές του. Ο Τραμπ θα μπορούσε να αναγκάσει το Ισραήλ να σταματήσει τις επιθέσεις του, ακόμη κι αν το ιρανικό καθεστώς επιβιώσει. Αυτό δεν θα ήταν ειρήνη, αλλά μια (ίσως προσωρινή) εκεχειρία.
Συνοψίζοντας, μια εκεχειρία –και όχι ειρήνη– φαίνεται πιθανό βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό λόγω των ανησυχιών του Τραμπ για τις τιμές του πετρελαίου. Ένα άλλο ενδεχόμενο θα μπορούσε να είναι η συνέχιση του πολέμου αλλά με χαμηλότερη ένταση, επειδή τα οπλικά συστήματα του Ιράν έχουν εξαντληθεί. Τα πλοία ίσως καταφέρουν να πλεύσουν ξανά μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η σημασία
Τι θα μπορούσαν να σημαίνουν όλα αυτά για την παγκόσμια οικονομία; Αυτό εξαρτάται από το τι θα συμβεί με τις αποστολές πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή και από την κλίμακα των μακροχρόνιων ζημιών στις εγκαταστάσεις πετρελαίου και αερίου.
Η Capital Economics εξετάζει τρία σενάρια. Το πρώτο είναι μια σύντομη αλλά έντονη σύγκρουση διάρκειας περίπου δύο εβδομάδων.
Η εκτίμηση είναι ότι θα χαθεί περίπου το 1,4% των ετήσιων παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και παρόμοιο ποσοστό εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Το δεύτερο είναι μια σύγκρουση διάρκειας τριών μηνών, αλλά με περιορισμένες μακροπρόθεσμες ζημιές στις εγκαταστάσεις.
Η εκτίμηση για αυτό το σενάριο είναι απώλεια 5–6% των παγκόσμιων εξαγωγών αργού πετρελαίου και LNG το 2026.
Το τρίτο είναι επίσης μια σύγκρουση διάρκειας τριών μηνών, αλλά με πιο μακροχρόνιες ζημιές στην παραγωγική ικανότητα, ιδιαίτερα στο νησί Kharg του Ιράν.
Η εκτίμηση εδώ είναι απώλεια 8–9% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και LNG, με επιπτώσεις έως και το 2027.
Οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν τα 150 δολάρια το βαρέλι και οι τιμές του φυσικού αερίου στην ΕΕ (ανά μεγαβατώρα) θα μπορούσαν να φτάσουν τα 120 ευρώ.
Σύμφωνα με την Capital Economics, το μόνο συγκρίσιμο παγκόσμιο σοκ προσφοράς με αυτή την τελευταία πιθανότητα ήταν «από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980».
Ένας μακροχρόνιος και καταστροφικός πόλεμος θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στο επίπεδο των τιμών και στην οικονομική δραστηριότητα.
Στις φτωχές χώρες, ο αντίκτυπος θα μπορούσε να είναι σοβαρός. Στις δυτικές χώρες, όπου η «προσιτότητα» έχει γίνει πολιτικό ζήτημα, μια απότομη αύξηση του ενεργειακού κόστους θα ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής.
Η ανάπτυξη σίγουρα θα επηρεαζόταν αρνητικά. Όμως, για λόγους που εξηγεί ο Paul Krugman για τις ΗΠΑ, ακόμη και το χειρότερο σενάριο δεν θα ήταν οικονομικά τόσο καταστροφικό όσο το σοκ στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ένας λόγος είναι ότι οι οικονομίες της Δύσης έχουν γίνει πολύ λιγότερο εξαρτημένες από το πετρέλαιο από τότε.
Όπως έχει επισημάνει ο Martin Sandbu, η Ευρώπη έχει επίσης αποδειχθεί πολύ πιο ικανή να προσαρμοστεί σε υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου απ’ ό,τι φοβούνταν πολλοί όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ένας άλλος λόγος είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες έχουν κάνει πολύ καλύτερη δουλειά στο να αγκυρώνουν τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, αφού έμαθαν τα μαθήματα της δεκαετίας του 1970.
Ποια είναι τα πιο στενά οικονομικά διδάγματα από αυτό το σοκ;
Το πρώτο είναι ότι πρέπει να μειωθεί η ευαλωτότητά μας σε διαταραχές στη διαθεσιμότητα ορυκτών καυσίμων.
Για τις ΗΠΑ, η καθαρή επίδραση των μεγάλων αυξήσεων στις τιμές των ορυκτών καυσίμων στα συνολικά πραγματικά εισοδήματα είναι ελαφρώς θετική, επειδή είναι καθαρός εξαγωγέας — αν και οι επιπτώσεις στην κατανομή του εισοδήματος είναι αρνητικές. Το αντίθετο όμως ισχύει για σχεδόν όλες τις άλλες βιομηχανικές χώρες. Η ανάγκη τους να επενδύσουν σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου να μειώσουν την ευαλωτότητά τους, είναι σαφής.
Το δεύτερο είναι η ανάγκη οι κεντρικές τράπεζες να διασφαλίσουν ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό δεν θα αποσταθεροποιηθούν. Δυστυχώς, η εκτόξευση των τιμών μετά την Covid καθιστά αυτό το ενδεχόμενο πιο πιθανό. Οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να είναι έτοιμες να δράσουν απέναντι στις δευτερογενείς επιπτώσεις μεγάλων αυξήσεων τιμών.
Το τελευταίο είναι ότι η επιδότηση του ενεργειακού κόστους κάθε φορά που αυξάνονται οι τιμές είναι οικονομικά ασύμφορη. Η στήριξη πρέπει να κατευθύνεται σε όσους πλήττονται περισσότερο.
Το σημαντικότερο μάθημα από όλα, ωστόσο, είναι το πιο προφανές. Ναι, μια γρήγορη εκεχειρία φαίνεται πιθανή, η οποία θα περιόριζε τη ζημιά. Αλλά ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν είναι καθόλου βέβαιο.
Έχουμε επανειλημμένα δει τις ΗΠΑ να ξεκινούν πολέμους παρορμητικά αλλά να καταλήγουν σε μακροχρόνιες και τελικά καταστροφικές περιπέτειες. Ο Harold Wilson κράτησε το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός της τραγωδίας του Βιετνάμ. Δεδομένης της παρορμητικής έναρξης αυτού του πολέμου, ο Keir Starmer είχε δίκιο που προσπάθησε να κάνει το ίδιο.