Kavita Patel: Απαιτείται αναθεώρηση της φαρμακευτικής πολιτικής
- 07/04/2026, 12:00
- SHARE
Σε έναν κόσμο όπου η καινοτομία στις βιοεπιστήμες εξελίσσεται σε πεδίο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού για επενδύσεις, ταλέντο και τεχνογνωσία, οι κλινικές μελέτες έχουν αναδειχθεί στο πραγματικό «σκληρό νόμισμα» του οικοσυστήματος. Για τις χώρες που καταφέρνουν να προσελκύσουν τέτοιες δραστηριότητες, το όφελος δεν περιορίζεται μόνο στην επιστημονική πρόοδο. Συνεπάγεται πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες, ενίσχυση της ερευνητικής υποδομής και εισροή κεφαλαίων.
Παρά το υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό της, η Ελλάδα εξακολουθεί να απορροφά περιορισμένο μερίδιο από τις ευρωπαϊκές επενδύσεις στην κλινική έρευνα. Από τα 52 δισ. ευρώ που επενδύθηκαν το 2023 σε Έρευνα και Ανάπτυξη στην Ευρώπη, μόλις 161 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν στη χώρα.
Γιατί συμβαίνει αυτό και πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση; Σε συνέντευξή της στο Fortune Greece, η Kavita Patel, Managing Director της Roche Hellas για Ελλάδα και Κύπρο, εξηγεί τι χρειάζεται για να ενισχύσει η χώρα τη θέση της στον ευρωπαϊκό χάρτη της βιοϊατρικής καινοτομίας. Όπως επισημαίνει, η Ελλάδα διαθέτει τις βάσεις για να εξελιχθεί σε ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαμορφωθεί ένα δίκαιο, βιώσιμο και προβλέψιμο επιχειρηματικό περιβάλλον το οποίο θα περιλαμβάνει και την αναθεώρηση της φαρμακευτικής πολιτικής.
Σε μια περίοδο όπου η φαρμακευτική καινοτομία και οι βιοεπιστήμες αναδεικνύονται σε βασικό πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού για επενδύσεις, ταλέντο και τεχνογνωσία, πώς αξιολογεί μια παγκόσμια εταιρεία όπως η Roche τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν μικρότερες ευρωπαϊκές αγορές, όπως η Ελλάδα, στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα καινοτομίας;
Στη Roche, πιστεύουμε ότι ακόμη και οι μικρότερες ευρωπαϊκές αγορές μπορούν να έχουν καθοριστικό αντίκτυπο στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα υγείας. Καθώς αξιολογούμε επενδύσεις σε φαρμακευτική καινοτομία και βιοεπιστήμες, λαμβάνουμε υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραμέτρων. Εξετάζουμε το επιστημονικό δυναμικό και τις υποδομές, αξιολογούμε το ρυθμιστικό περιβάλλον, τη βιωσιμότητα και τη σταθερότητα της φαρμακευτικής πολιτικής. Η προσέγγισή μας βασίζεται σε μια θεμελιώδη αλλαγή παραδείγματος: η καινοτομία στις βιοεπιστήμες δεν είναι δημοσιονομικό βάρος, αλλά ζωτική οικονομική υποδομή. Η δέσμευσή μας είναι να συνδυάζουμε επιστημονική αριστεία με στρατηγική μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.
Η Ελλάδα διαθέτει τις βάσεις για να καταστεί ελκυστικός επενδυτικός προορισμός, αξιοποιώντας το υψηλό επίπεδο του επιστημονικού της προσωπικού και τη θετική οικονομική της δυναμική. Ωστόσο, η πλήρης αξιοποίηση αυτού του δυναμικού απαιτεί ένα δίκαιο, βιώσιμο και προβλέψιμο επιχειρηματικό περιβάλλον. Προς αυτή την κατεύθυνση, κρίνονται απαραίτητα τα εξής:
- Αναθεώρηση της φαρμακευτικής πολιτικής: Εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης και δημιουργία ενός πλαισίου αξιολόγησης βάσει της αξίας των θεραπειών για τον ασθενή, την κοινωνία και την οικονομία, ταυτόχρονα με κατάργηση εμποδίων στην πρόσβαση όπως ο «κανόνας 5/11».
- Στοχευμένα κίνητρα: Παροχή κινήτρων για Έρευνα & Ανάπτυξη (R&D) και ενίσχυση των συμπράξεων δημόσιου – ιδιωτικού τομέα.
- Ανάδειξη σε κέντρο καινοτομίας: Μετατροπή της χώρας σε διεθνή κόμβο κλινικής έρευνας μέσω συνέχισης δομικών μεταρρυθμίσεων, (αναδιάρθρωση ΕΟΦ, Γραφεία Κλινικών Μελετών, επικαιροποίηση ρυθμιστικού πλαισίου).

Η επενδυτική δραστηριότητα στον φαρμακευτικό κλάδο συνδέεται στενά με τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα του ρυθμιστικού πλαισίου. Σε ποιον βαθμό παράγοντες όπως το clawback επηρεάζουν τον σχεδιασμό επενδύσεων εταιρειών όπως η Roche στην Ελλάδα;
Η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα στο ρυθμιστικό πλαίσιο πράγματι αποτελούν βασικούς παράγοντες για την επενδυτική δραστηριότητα στον φαρμακευτικό κλάδο, καθώς επιτρέπουν στις εταιρείες να σχεδιάζουν και να μετατρέπουν την καινοτομία σε όφελος για τους ασθενείς. Στην Ελλάδα, το ύψος και η τρέχουσα κατανομή του δημόσιου φαρμακευτικού προϋπολογισμού δημιουργούν σημαντικές στρεβλώσεις. Ο μηχανισμός υποχρεωτικών επιστροφών, όπως το clawback, έχει φτάσει σε μη βιώσιμα επίπεδα, με τις φαρμακευτικές εταιρείες που παρέχουν νοσοκομειακά προϊόντα αξίας άνω των 30 ευρώ να καλούνται να καλύψουν έως και το 76% της φαρμακευτικής δαπάνης, ενώ οι επιστροφές που αφορούν στα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ έφτασαν το 2024 κατά μέσο όρο στο 63%. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας, το οποίο όχι μόνο θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη χώρα, αλλά μπορεί να επηρεάσει και την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.
Η επίτευξη βιώσιμης επενδυτικής δραστηριότητας και η βελτίωση της πρόσβασης των ασθενών στην καινοτομία στην Ελλάδα απαιτούν στενή συνεργασία μεταξύ πολιτείας, φαρμακευτικών εταιρειών και όλων των εμπλεκομένων μερών. Στη Roche είμαστε σταθερά προσηλωμένοι σε αυτό το πλαίσιο συνεργασίας, συμβάλλοντας σε πολιτικές που ενισχύουν την ανάπτυξη του συστήματος υγείας και τη φροντίδα των ασθενών.
14 δισ. ευρώ επένδυσε το 2024 παγκοσμίως η Roche σε έρευνα και ανάπτυξη. Στην Ελλάδα διεξάγει αυτήν τη στιγμή περίπου 45 κλινικές μελέτες σε περισσότερα από 140 ερευνητικά κέντρα με τη συμμετοχή άνω των 830 ασθενών. Τα τελευταία τρία χρόνια, η εταιρεία έχει επενδύσει πάνω από 8 εκατ. ευρώ σε κλινικές μελέτες στη χώρα.
Οι κλινικές μελέτες αποτελούν έναν από τους πιο άμεσους μηχανισμούς εισροής επενδύσεων και επιστημονικής τεχνογνωσίας στον τομέα των βιοεπιστημών. Ποιες προϋποθέσεις θεωρείτε κρίσιμες ώστε η Ελλάδα να αυξήσει ουσιαστικά τη συμμετοχή της σε διεθνή ερευνητικά προγράμματα;
Οι κλινικές μελέτες αποτελούν θεμέλιο για την εξέλιξη της επιστήμης. Παρέχουν στους ασθενείς πρόσβαση σε ελπιδοφόρες θεραπείες υπό ανάπτυξη, χωρίς κόστος, και ταυτόχρονα δίνουν στους ιατρούς και ερευνητές τη δυνατότητα να διευρύνουν τις γνώσεις τους και να εμβαθύνουν την εξειδίκευσή τους. Στηρίζουν τα συστήματα υγείας, προσελκύοντας σημαντικές επενδύσεις, δημιουργώντας θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και ενισχύοντας τις ερευνητικές υποδομές.
Παρά τις μεγάλες δυνατότητές της, η Ελλάδα προσελκύει περιορισμένες επενδύσεις στην κλινική έρευνα. Συγκεκριμένα, από τα 52 δισ. ευρώ που επενδύθηκαν το 2023 σε Έρευνα και Ανάπτυξη σε ολόκληρη την Ευρώπη, μόλις 161 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν στη χώρα μας. Σήμερα η Ελλάδα κατατάσσεται στη 13η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ όσον αφορά τις νέες αιτήσεις για κλινικές μελέτες, με 213 αιτήσεις το 2025. Στην ίδια θέση βρίσκεται και ως προς τις καταχωρημένες μελέτες στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφόρησης Κλινικών Μελετών (CTIS), με 402 σε στάδιο προσέλκυσης ασθενών από τις συνολικά 751 που ήταν ενεργές τον Μάρτιο του 2026.
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν το σημαντικό περιθώριο βελτίωσης που έχει η χώρα στην πανευρωπαϊκή κατάταξη. Πιο συγκεκριμένα, είναι αναγκαία η διάθεση άνω του 50% των πόρων από τον μηχανισμό επενδυτικού clawback υπέρ των κλινικών μελετών, η επέκταση της επιλεξιμότητας κλινικών ερευνών που διενεργούνται από διεθνείς χορηγούς, η επιτάχυνση των χρονοδιαγραμμάτων έγκρισης των μελετών, και η διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης των εφαρμογών του ψηφιακού μετασχηματισμού που ήδη υλοποιεί το υπουργείο Υγείας. Κρίσιμοι παράγοντες που καθορίζουν την επιλογή μιας χώρας από μια φαρμακευτική εταιρεία για τη διεξαγωγή κλινικών μελετών είναι η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ύπαρξη επενδυτικών κινήτρων, η αναγνώριση της αξίας της καινοτομίας, η ταχεία και βιώσιμη πρόσβαση σε νέες θεραπείες, καθώς και η ταχύτητα και η ποιότητα διεξαγωγής των μελετών.
H Roche διαδραματίζει καίριο ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Μόνο το 2024, η εταιρεία επένδυσε παγκοσμίως πάνω από 14 δισ. ευρώ σε Έρευνα και Ανάπτυξη, ενώ στην Ελλάδα διεξάγει αυτήν τη στιγμή περίπου 40 κλινικές μελέτες σε περισσότερα από 110 ερευνητικά κέντρα, με τη συμμετοχή άνω των 880 ασθενών. Τα τελευταία τρία χρόνια, η εταιρεία έχει επενδύσει πάνω από 8 εκατ. ευρώ σε κλινικές μελέτες στη χώρα, στηρίζοντας ενεργά την επιστημονική κοινότητα και το εθνικό σύστημα υγείας.

Πέρα από το πεδίο της υγείας, οι επενδύσεις στη φαρμακευτική καινοτομία έχουν σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα, από τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης έως την ενίσχυση της έρευνας και της παραγωγικής δραστηριότητας. Πώς μπορεί η ανάπτυξη ενός ισχυρότερου οικοσυστήματος καινοτομίας να συμβάλει ευρύτερα στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας;
Η ανάπτυξη ενός ισχυρού οικοσυστήματος φαρμακευτικής καινοτομίας στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς μια υγειονομική αναβάθμιση, αλλά και έναν στρατηγικό πολλαπλασιαστή ισχύος που μετατρέπει την υγεία από δημοσιονομικό βάρος σε ζωτική οικονομική υποδομή. Η επένδυση στη φαρμακευτική καινοτομία είναι ουσιαστικά επένδυση στην παραγωγικότητα: για κάθε 1 ευρώ που επενδύεται στην υγεία, η πιθανή οικονομική απόδοση αποτιμάται στα 4 ευρώ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το κόστος υπερκαλύπτεται πλήρως από τα κέρδη στην παραγωγικότητα. Παράλληλα, η παροχή στοχευμένων κινήτρων για R&D και η ενίσχυση των συμπράξεων με πανεπιστήμια δημιουργούν θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και προσελκύουν διεθνείς πόρους, συγκρατώντας ή επαναπατρίζοντας το επιστημονικό ταλέντο στη χώρα.
Συμπερασματικά, η μετάβαση σε ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει τη φαρμακευτική καινοτομία ως μακροπρόθεσμη στρατηγική επιλογή δημιουργεί θέσεις εργασίας εξειδικευμένου προσωπικού και ενισχύει την επενδυτική και ερευνητική δραστηριότητα, με πολλαπλά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία συνολικά, ενώ αποτελεί ουσιαστική οδό για τη διασφάλιση ενός παραγωγικού εργατικού δυναμικού και μιας κυρίαρχης οικονομικής παρουσίας τις επόμενες δεκαετίες.
*Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune Greece κυκλοφορεί από την Τρίτη 31/03 στα περίπτερα.
**Φωτογραφίες: Νίκος Μαλιάκος