Ιάκωβος Μιχαλίτσης: Η «οικονομία της μακροζωίας» αλλάζει το σύστημα υγείας

Ιάκωβος Μιχαλίτσης: Η «οικονομία της μακροζωίας» αλλάζει το σύστημα υγείας
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής μετασχηματίζει τα συστήματα υγείας, μεταφέροντας το επίκεντρο από τη θεραπεία στην πρόληψη και την αυτοφροντίδα. Ο General Manager της BAUSCH+LOMB για τη Νότια Ευρώπη μιλά για την οικονομία της μακροζωίας, τον ρόλο της οφθαλμικής υγείας και τις νέες δυνατότητες που ανοίγουν η τεχνολογία και η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες δημογραφικές και κοινωνικές μεταβολές της εποχής μας. Καθώς οι κοινωνίες γερνούν, τα συστήματα υγείας καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα νέο μοντέλο φροντίδας που δεν περιορίζεται πλέον στη θεραπεία της ασθένειας, αλλά επεκτείνεται στη διατήρηση της υγείας και της ποιότητας ζωής σε όλη τη διάρκεια του βίου.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η αυτοφροντίδα αποκτούν κεντρικό ρόλο, ενώ η τεχνολογία και τα δεδομένα δημιουργούν νέες δυνατότητες για πιο εξατομικευμένη και αποτελεσματική φροντίδα. Ο Ιάκωβος Μιχαλίτσης, General Manager της BAUSCH + LOMB για τη Νότια Ευρώπη, μιλά στο Fortune Greece, μεταξύ άλλων, για την «οικονομία της μακροζωίας», τον ρόλο της οφθαλμικής υγείας σε μια κοινωνία που γερνά και τη συμβολή της καινοτομίας στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου μοντέλου υγείας.

Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται παγκοσμίως και μαζί του αλλάζουν οι ανάγκες των συστημάτων υγείας. Πώς επηρεάζει αυτή η «οικονομία της μακροζωίας» τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε την υγειονομική φροντίδα;

Το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται παγκοσμίως και μαζί του αλλάζουν δραματικά οι ανάγκες των συστημάτων υγείας. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, έως το 2050 ο πληθυσμός άνω των 60 ετών θα φτάσει τα 2,1 δισεκατομμύρια. Στη Νότια Ευρώπη η μετάβαση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη, καθώς χώρες όπως η Ελλάδα γερνούν ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με σχεδόν το 24% του πληθυσμού να είναι άνω των 65 ετών, ποσοστό που αναμένεται να φτάσει 34% έως το 2060.
Η «οικονομία της μακροζωίας» δεν αφορά μόνο την αύξηση των δαπανών υγείας. Αφορά την ποιοτική παράταση της ζωής, τη διατήρηση της λειτουργικότητας, της παραγωγικότητας και της κοινωνικής συμμετοχής των ανθρώπων για περισσότερα χρόνια. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ένας 65χρονος αναμένεται να ζήσει περίπου 19 επιπλέον χρόνια, αλλά μόνο τα οκτώ από αυτά χωρίς σοβαρούς περιορισμούς υγείας. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις που καλούνται να υλοποιήσουν τα συστήματα υγείας τις επόμενες δεκαετίες.

Η απάντηση βρίσκεται σε μια σαφή μετατόπιση: από το να πληρώνουμε για να θεραπεύουμε, στο να επενδύουμε στην πρόληψη. Το «Καλύτερα να προλαμβάνεις παρά να θεραπεύεις» γίνεται πιο επίκαιρο παρά ποτέ. Αυτή η μετάβαση ξεκινά από την Υγεία. Χωρίς αυτήν τη λογική, η πίεση στους δημόσιους προϋπολογισμούς και στο ανθρώπινο δυναμικό της Υγείας θα γίνει μη διαχειρίσιμη. Στην BAUSCH + LOMB η καινοτομία είναι πάντα τρόπος σκέψης εδώ και δύο αιώνες.

Η πρόκληση είναι κοινή για κράτη, επαγγελματίες υγείας και τον κλάδο μας. Χρειαζόμαστε ένα continuum σύστημα φροντίδας που να συνοδεύει τον άνθρωπο σε όλο τον κύκλο ζωής του και να τον βοηθά να ζει περισσότερα αλλά κυρίως καλύτερα χρόνια. Αυτό είναι ευθύνη μας.

Πώς μπορεί η μετάβαση από τη θεραπεία στην πρόληψη να συμβάλει στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας;

Η μετάβαση από τη θεραπεία στην πρόληψη δεν είναι απλά ηθική επιλογή· είναι οικονομική αναγκαιότητα, με την πρόληψη να αποτελεί «ήδη» προϋπόθεση βιωσιμότητας. Τα δεδομένα το επιβεβαιώνουν. Σύμφωνα με μελέτη (AESGP), κάθε χρόνο στην Ευρώπη 1,2 δισεκατομμύριο περιστατικά ήπιων παθήσεων αντιμετωπίζονται μέσω αυτοφροντίδας, εξοικονομώντας πάνω από 36 δισ. ευρώ, ποσό που θα μπορούσε να φτάσει τα 54 δισ. ευρώ με ενίσχυση του self-care. Χωρίς αυτοφροντίδα, η Ευρώπη θα χρειαζόταν 120.000 επιπλέον γιατρούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Σε χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπου οι ανάγκες αυξάνονται ταχύτερα από τη διαθεσιμότητα πόρων, αυτή η μετάβαση είναι ακόμη πιο κρίσιμη. Η ενδυνάμωση του πολίτη μέσω σωστής ενημέρωσης και πρόσβασης σε προϊόντα αυτοφροντίδας μπορεί να ανακουφίσει ουσιαστικά το σύστημα.

Πιστεύω ότι η πρόληψη είναι η μεγαλύτερη επένδυση που μπορούμε να κάνουμε για την ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας. Η έγκαιρη παρέμβαση οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα για τους ασθενείς και επιτρέπει την πιο ορθολογική κατανομή πόρων, μεταφέροντας την έμφαση από τον όγκο υπηρεσιών στα πραγματικά αποτελέσματα υγείας.

Αυτό απαιτεί αλλαγή κουλτούρας. Οργανισμοί, επαγγελματίες υγείας και πολιτεία πρέπει να συνεργαστούν, ώστε η πρόληψη να γίνει βασικός πυλώνας φροντίδας και το «Καλύτερα να προλαμβάνεις παρά να θεραπεύεις» βασική στρατηγική βιωσιμότητας αλλά και new business.

Εδώ οι εταιρείες του κλάδου έχουν κρίσιμο ρόλο. Δεν αρκεί να παράγεις προϊόντα. Πρέπει να διασφαλίζεις ότι ο καταναλωτής τα χρησιμοποιεί σωστά, με επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφόρηση. Η πρόληψη δεν αντικαθιστά τη θεραπεία. Την ενισχύει, απελευθερώνοντας πόρους εκεί που χρειάζονται περισσότερο. Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας, να σκεφτόμαστε πάντα από τη σκοπιά του ανθρώπου που χρειάζεται τη φροντίδα, είναι ο πυρήνας αυτής της μετάβασης.

Η καλή όραση αποτελεί βασική προϋπόθεση για ποιότητα ζωής, παραγωγικότητα και ανεξαρτησία, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες. Ποιος είναι ο ρόλος της οφθαλμικής υγείας σε μια κοινωνία που γερνά;

H όραση είναι η πύλη εισόδου στη ζωή. (Λαμβάνουμε πάνω από το 80% των πληροφοριών μέσω της όρασης.) Χωρίς καλή όραση, δεν μιλάμε μόνο για ιατρικό πρόβλημα, μιλάμε για απώλεια αυτονομίας, κοινωνική απομόνωση, κατάθλιψη, πρόωρη εισαγωγή σε δομές φροντίδας. Είναι αποκαλυπτικό ότι, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η απώλεια όρασης κοστίζει παγκοσμίως περίπου 411 δισ. δολάρια ετησίως σε χαμένη παραγωγικότητα, ενώ το κόστος αντιμετώπισης του προβλήματος εκτιμάται σε μόλις 25 δισ. δολάρια. Η ανισορροπία είναι τεράστια, και μας λέει κάτι πολύ σημαντικό: κάθε ευρώ που επενδύεται στην πρόληψη αποδίδει πολλαπλάσια.

Σε μια κοινωνία που γερνά, η οφθαλμική υγεία δεν είναι πολυτέλεια, είναι θεμέλιο της ενεργού γήρανσης. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, κάθε άνθρωπος, αν ζήσει αρκετά, θα αντιμετωπίσει τουλάχιστον μία οφθαλμική πάθηση. Καταρράκτης, ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας (Νο 1 αιτία τύφλωσης στη Δύση), γλαύκωμα. Αυτές οι παθήσεις δεν χτυπούν μόνο τα μάτια, χτυπούν την ποιότητα ζωής στο σύνολό της. Και αυτό πρέπει να μας κινητοποιεί, όχι να μας τρομάζει.

Ο κλάδος μας οφείλει να δώσει απαντήσεις που καλύπτουν ολόκληρο τον κύκλο ζωής, από την πρόληψη και την ενημέρωση μέχρι τις χειρουργικές καινοτομίες. Και η πρόληψη ξεκινά πάντα από τη σωστή ενημέρωση, δίπλα στον οφθαλμίατρο και τον φαρμακοποιό. Σε μια εποχή μακροζωίας, αυτό δεν είναι επιλογή, είναι υποχρέωσή μας απέναντι στην κοινωνία.

Ταυτόχρονα, η γήρανση του πληθυσμού οδηγεί σε αύξηση των οφθαλμικών παθήσεων. Πόσο κρίσιμες είναι η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση ώστε να περιοριστεί το κοινωνικό και οικονομικό κόστος αυτών των παθήσεων;

Νομίζω, είναι σημαντικό να μιλάμε με παραδείγματα, και ένα εύκολο παράδειγμα είναι η ξηροφθαλμία. Είναι μία από τις πιο υποδιαγνωσμένες παθήσεις, με πολλούς να τη θεωρούν μια «απλή ενόχληση». Στην πραγματικότητα, είναι μια χρόνια πάθηση που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους, μειώνει δραστικά την ποιότητα ζωής, την παραγωγικότητα, και αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα του ασθενή. Και εδώ βρίσκεται η ουσία: όσο πιο νωρίς παρέμβεις, τόσο μικρότερο το κόστος, ανθρώπινο και οικονομικό.

Αυτή ακριβώς τη λογική ακολουθήσαμε όταν διοργανώσαμε το 1ο Dry Eye Summit της BAUSCH + LOMB Ελλάδας, το πρώτο που απευθύνθηκε όχι μόνο σε οφθαλμιάτρους, αλλά και σε επαγγελματίες υγείας της πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Ανοίξαμε έναν νέο επιστημονικό διάλογο γιατί η ξηροφθαλμία αφορά ολόκληρη την ιατρική κοινότητα συν διοργανώνοντας το πρώτο μαζικό screening πληθυσμού στην Ελλάδα.

Το ίδιο ισχύει για τον καταρράκτη, το γλαύκωμα, την εκφύλιση ωχράς κηλίδας. Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση δεν σώζουν μόνο όραση, σώζουν αυτονομία, παραγωγικότητα, αξιοπρέπεια. Και συμπληρώνουν τη θεραπεία, μειώνοντας ταυτόχρονα το συνολικό κόστος φροντίδας.

Στη Νότια Ευρώπη, οι ανισότητες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας καθιστούν ακόμη πιο σημαντική την ανάπτυξη προγραμμάτων screening και την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας. Η πρόληψη αρχίζει από την ενημέρωση και τη συνεργασία με τον γιατρό και τον φαρμακοποιό. Ο στόχος δεν είναι απλά καλύτερα προϊόντα, είναι κουλτούρα πρόληψης και για μένα είναι ίσως η πιο σημαντική επένδυση.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και περισσότερο λόγος για το μοντέλο του empowered patient. Πώς μπορεί η αυτοφροντίδα να συμβάλει στη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού;

Πράγματι, ακούμε συχνά τον όρο empowered patient. Για μένα, αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ένας ενημερωμένος άνθρωπος που γνωρίζει πότε, πώς και γιατί να φροντίσει τον εαυτό του δεν αντικαθιστά τον γιατρό. Τον συμπληρώνει. Αυτό σημαίνει λιγότερη πίεση στα συστήματα υγείας, πιο στοχευμένη χρήση πόρων και, τελικά, καλύτερα αποτελέσματα για όλους.

Η αυτοφροντίδα αποτελεί ήδη πυλώνα βιωσιμότητας για τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας. Όμως χωρίς σωστή πληροφόρηση μπορεί να γίνει επικίνδυνη και ο κλάδος μας, εδώ, έχει κρίσιμο ρόλο. Self-care δεν σημαίνει απλώς πρόσβαση σε ποιοτικά προϊόντα. Σημαίνει να δίνουμε στον καταναλωτή τα εργαλεία και τη γνώση για να κάνει συνειδητές, ασφαλείς επιλογές. Γι’ αυτό η συνεργασία με φαρμακοποιούς και επαγγελματίες υγείας είναι κρίσιμη: αυτοί είναι το πρώτο σημείο επαφής, αυτοί μεταφέρουν τη σωστή πληροφόρηση στον άνθρωπο που τη χρειάζεται. Επομένως, ο πραγματικά ενδυναμωμένος ασθενής δεν είναι αυτός που αυτοθεραπεύεται· είναι αυτός που ξέρει πώς να φροντίζει τον εαυτό του και πότε και από ποιον να ζητήσει βοήθεια.

Σε μια κοινωνία που γερνά, η οφθαλμική υγεία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά θεμέλιο της ενεργής γήρανσης

Σε αυτό το πλαίσιο, ποιος είναι ο ρόλος των προϊόντων αυτοφροντίδας, όπως τα OTC, τα συμπληρώματα διατροφής και τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, στη διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας πρόληψης;

Τα προϊόντα αυτοφροντίδας δεν είναι απλά «εναλλακτική», είναι βασικό εργαλείο μιας πιο ώριμης κουλτούρας πρόληψης. Και αν θέλουμε να χτίσουμε αυτή την κουλτούρα, πρέπει να τα αντιμετωπίσουμε ως αυτό ακριβώς που είναι: εργαλεία ενδυνάμωσης του πολίτη.

Σκεφτείτε το πρακτικά. Ένα προϊόν που χρησιμοποιείται εγκαίρως μπορεί να αποτρέψει την επιδείνωση μιας πάθησης, να διατηρήσει λειτουργίες που αλλιώς θα υποβαθμίζονταν, να λύσει ένα καθημερινό πρόβλημα χωρίς να επιβαρύνει το σύστημα υγείας με δυσανάλογα χαμηλότερη επένδυση θεραπείας. Αυτή είναι η πρόληψη στην καθημερινή της διάσταση. Και αφορά σε εκατομμύρια ανθρώπους που κάθε μέρα κάνουν μια απλή επιλογή: να φροντίσουν τον εαυτό τους πριν χρειαστεί να τους φροντίσει κάποιος άλλος.

Η πρόκληση, όμως, δεν είναι μόνο η διαθεσιμότητα· είναι η υπεύθυνη χρήση. Το να μιλάμε για αυτοφροντίδα είναι εύκολο. Το να διασφαλίζουμε ότι ο καταναλωτής κάνει συνειδητές και ασφαλείς επιλογές, με βάση επιστημονικά τεκμηριωμένη ενημέρωση, είναι η πραγματική πρόκληση. Και αυτή δεν μπορεί να απαντηθεί μεμονωμένα. Χρειάζεται συνεργασία: εταιρείες, φορείς όπως ο ΕΦΕΧ, φαρμακοποιοί, επαγγελματίες υγείας. Κάθε πλευρά φέρνει κάτι διαφορετικό στο τραπέζι, γνώση, πρόσβαση, εμπιστοσύνη.
Μόνο μέσα από αυτήν τη συνεργασία μπορεί η αυτοφροντίδα να γίνει ουσιαστικό μέρος ενός νέου μοντέλου πρόληψης. Και αυτό, πιστεύω, είναι ένα από τα πιο σημαντικά βήματα που μπορεί να κάνει ο κλάδος μας σήμερα.

Η ψηφιακή εποχή δημιουργεί νέες προκλήσεις για την υγεία των ματιών, από το digital eye strain μέχρι την αύξηση της μυωπίας στις νεότερες γενιές. Πώς μπορούν η τεχνολογία και τα ψηφιακά εργαλεία να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων;

Υπάρχει ένα παράδοξο στο οποίο αξίζει να σταθούμε: η ίδια τεχνολογία που προκαλεί το πρόβλημα μπορεί να γίνει μέρος της λύσης. Αλλά πρώτα πρέπει να αναγνωρίσουμε την κλίμακα αυτού που αντιμετωπίζουμε. Μια πρόσφατη μετα-ανάλυση σε πάνω από 335.000 παιδιά παγκοσμίως έδειξε ότι κάθε επιπλέον ώρα ημερήσιου screen time αυξάνει τον κίνδυνο μυωπίας, με τον κίνδυνο να κλιμακώνεται σημαντικά μεταξύ 1 και 4 ωρών χρήσης. Παράλληλα, η ξηροφθαλμία και η ψηφιακή κόπωση εξαπλώνονται σε όλες τις ηλικίες. Στις χώρες της Νοτίου Ευρώπης, με έντονη ηλιοφάνεια, σκόνη, αλλεργίες και με τα παιδιά να χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές από πολύ νεαρή ηλικία ακόμα και στην εκπαίδευση, αυτό δεν είναι μελλοντική απειλή. Είναι η σημερινή πραγματικότητα.

Η τεχνολογία, όμως, μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά. Ήδη βλέπουμε AI αλγορίθμους που αναλύουν απεικονίσεις βυθού και εντοπίζουν πρώιμα σημάδια παθήσεων πριν καν εμφανιστούν συμπτώματα. Τηλεϊατρική που φέρνει τη διάγνωση κοντά στον ασθενή ανεξαρτήτως γεωγραφίας, ψηφιακά εργαλεία screening που μπορούν να εφαρμοστούν μαζικά σε σχολεία και δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας. Αυτά τα εργαλεία δεν αντικαθιστούν τον γιατρό· τον ενδυναμώνουν.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται κάτι πιο θεμελιώδες: εκπαίδευση. Οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, οι παιδίατροι πρέπει να γνωρίζουν τους κινδύνους και τα απλά μέτρα πρόληψης. Η υγεία των ματιών ξεκινά πολύ πριν εμφανιστεί κάποιο σύμπτωμα. Η πρόληψη στις νεότερες γενιές είναι η πιο σοφή επένδυση που μπορούμε να κάνουμε για την υγεία του αύριο.

Η τεχνητή νοημοσύνη και η αξιοποίηση δεδομένων ανοίγουν νέους δρόμους στη διάγνωση και την πρόληψη. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται ο ρόλος της τεχνολογίας στην οφθαλμική υγεία τα επόμενα χρόνια;

Η τεχνολογία εξελίσσεται με ρυθμούς που αναμένεται να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε την οφθαλμική φροντίδα. Η τεχνητή νοημοσύνη ήδη συμβάλλει στην ανίχνευση παθήσεων μέσα από την ανάλυση απεικονιστικών δεδομένων, ενώ στο άμεσο μέλλον θα απαιτείται ουσιαστική σύμπραξη ανάμεσα στο AI και στους ιατρούς για τη διαμόρφωση γνωματεύσεων και διαγνώσεων. Η τεχνολογία δεν θα αντικαταστήσει τον ανθρώπινο παράγοντα· θα τον ενισχύσει.

Παράλληλα, βλέπουμε την ανάπτυξη λύσεων που μεταφέρουν τη φροντίδα πιο κοντά στον άνθρωπο. Έξυπνα wearables και γυαλιά επαυξημένης πραγματικότητας, φακοί επαφής με δυνατότητες τμηματικής αποδέσμευσης φαρμάκων, συνεχούς παρακολούθησης βιοδεικτών (πίεσης, γλυκόζης κ.λπ.) ή ακόμη και προβολής δεδομένων, καθώς και ρομποτικά υποβοηθούμενες μικροεπεμβάσεις υψηλής ακρίβειας, αναμένεται να βελτιώσουν την πρόσβαση, την ασφάλεια και την ποιότητα των αποτελεσμάτων. Ταυτόχρονα, ψηφιακές πλατφόρμες παρακολούθησης και αποκατάστασης της όρασης θα επιτρέπουν πιο εξατομικευμένες παρεμβάσεις.

Όλα αυτά οδηγούν σε μια θεμελιώδη αλλαγή: από τη διαχείριση περιστατικών σε ένα μοντέλο continuous vision management, όπου η πρόληψη, η παρακολούθηση και η θεραπεία συνδέονται σε ένα ενιαίο, διαρκές πλαίσιο φροντίδας. Σε αυτό το περιβάλλον, ο στόχος για την BAUSCH + LOMB παραμένει σταθερός: να βοηθάμε τους ανθρώπους να βλέπουν καλύτερα και να ζουν καλύτερα.

*Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune Greece κυκλοφορεί από την Τρίτη 31/03 στα περίπτερα.

**Φωτογραφίες: Στέφανος Παπαδόπουλος