Οι άνθρωποι πίσω από τη μεγαλύτερη λεηλασία έργων τέχνης στην ιστορία

Οι άνθρωποι πίσω από τη μεγαλύτερη λεηλασία έργων τέχνης στην ιστορία
Photo: Shutterstock
Ένα νέο βιβλίο φωτίζει το σκοτεινό δίκτυο διακίνησης αρχαιοτήτων από την Καμπότζη προς μουσεία, συλλέκτες και γκαλερί της Δύσης
  • Ο Βρετανός επιχειρηματίας Douglas Latchford φέρεται να βρέθηκε στο επίκεντρο ενός τεράστιου δικτύου διακίνησης κλεμμένων αρχαιοτήτων από την Καμπότζη.
  • Λεηλατημένα αριστουργήματα της αυτοκρατορίας των Χμερ κατέληξαν σε μεγάλες συλλογές και μουσεία στις ΗΠΑ.
  • Η υπόθεση ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την προέλευση των έργων τέχνης, την ευθύνη των μουσείων και το παράνομο εμπόριο πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η ιστορία μοιάζει με σενάριο αστυνομικού θρίλερ. Στην πραγματικότητα, όμως, αφορά μια από τις μεγαλύτερες και πιο σκοτεινές υποθέσεις λεηλασίας πολιτιστικής κληρονομιάς στον κόσμο. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Douglas Latchford, ένας Βρετανός επιχειρηματίας και έμπορος τέχνης, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη διακίνηση ανεκτίμητων αρχαιοτήτων από την Καμπότζη.

Το νέο βιβλίο «The Man Who Stole the Gods» του δημοσιογράφου Matthew Campbell εξετάζει σε βάθος το πώς έργα τέχνης της αυτοκρατορίας των Χμερ, πολλά από τα οποία προέρχονταν από ναούς και ιερούς χώρους, βρέθηκαν από την καμποτζιανή ζούγκλα σε ιδιωτικές συλλογές, γκαλερί και μεγάλα μουσεία της Δύσης.

Από τους ναούς της Καμπότζης στις προθήκες της Δύσης

Η αυτοκρατορία των Χμερ, που άνθησε από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα, άφησε πίσω της έναν από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς θησαυρούς της Νοτιοανατολικής Ασίας. Αγάλματα, ανάγλυφα, μπρούντζινα έργα και απεικονίσεις θεοτήτων αποτελούσαν για τους Καμποτζιανούς όχι απλώς έργα τέχνης, αλλά ιερά αντικείμενα με βαθιά θρησκευτική και πολιτισμική σημασία.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο και την αιματηρή περίοδο των Ερυθρών Χμερ, η Καμπότζη βρέθηκε σε κατάσταση φτώχειας, αποδιοργάνωσης και θεσμικής αδυναμίας. Σε αυτό το περιβάλλον, οργανωμένα κυκλώματα λεηλασίας βρήκαν πρόσφορο έδαφος.

Το βιβλίο περιγράφει πώς ντόπιοι λεηλάτες αφαιρούσαν αρχαιότητες από ναούς και αρχαιολογικούς χώρους, πολλές φορές χρησιμοποιώντας τρυπάνια, σχοινιά, φορτηγά ακόμη και εκρηκτικά. Πολλά αντικείμενα καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά τη διαδικασία αφαίρεσης και μεταφοράς τους.

Ο ρόλος του Douglas Latchford

Ο Latchford, γνωστός σε ορισμένους κύκλους με το προσωνύμιο «Lord Ford», εμφανίζεται στο βιβλίο ως ένας από τους βασικούς κρίκους της αλυσίδας. Σύμφωνα με την έρευνα, δεν λειτουργούσε απλώς ως έμπορος αρχαιοτήτων, αλλά ως πρόσωπο που μπορούσε να δημιουργεί ζήτηση, να καθοδηγεί αναζητήσεις και να βρίσκει αγοραστές για σπάνια έργα.

Το 1974 άνοιξε γκαλερί στην Μπανγκόκ, από όπου φέρεται να διακινήθηκαν εκατοντάδες ή και χιλιάδες αντικείμενα της τέχνης των Χμερ. Ορισμένα από αυτά κατέληξαν σε σημαντικά ιδρύματα, όπως το Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη και το Norton Simon Museum στην Καλιφόρνια.

Το δίκτυο λειτουργούσε με τρόπο που θυμίζει διεθνή επιχείρηση. Οι αρχαιότητες αφαιρούνταν από την Καμπότζη, περνούσαν τα σύνορα προς την Ταϊλάνδη, άλλαζαν χέρια μέσω μεσαζόντων και στη συνέχεια συνοδεύονταν από πλαστά ή αμφίβολα έγγραφα προέλευσης. Η «καθαρή» προέλευση ήταν απαραίτητη για να μπορέσουν τα έργα να μπουν σε συλλογές, να εκτεθούν ή να πουληθούν σε υψηλές τιμές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η ευθύνη των μουσείων και των συλλεκτών

Η υπόθεση Latchford δεν αφορά μόνο έναν έμπορο τέχνης. Θέτει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: πόσο προσεκτικά έλεγχαν τα μεγάλα μουσεία και οι ιδιώτες συλλέκτες την προέλευση των έργων που αποκτούσαν;

Σύμφωνα με την έρευνα που παρουσιάζει ο Campbell, πολλοί αγοραστές αποδέχονταν ελλιπή στοιχεία, ασαφείς βεβαιώσεις και αδύναμες αποδείξεις νομιμότητας. Η λάμψη ενός σπάνιου έργου τέχνης συχνά υπερίσχυε της ανάγκης για αυστηρό έλεγχο.

Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της υπόθεσης. Η παράνομη αγορά αρχαιοτήτων δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ζήτηση. Όσο υπάρχουν συλλέκτες, μουσεία ή διαμεσολαβητές πρόθυμοι να αγνοήσουν τα κενά στην προέλευση ενός αντικειμένου, τόσο θα υπάρχουν και κυκλώματα πρόθυμα να καλύψουν αυτή τη ζήτηση.

Η επιστροφή των κλεμμένων θησαυρών

Ο Douglas Latchford πέθανε το 2020, πριν δικαστεί για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η έρευνα γύρω από τη δράση του συνέβαλε στην αποκάλυψη ενός εκτεταμένου δικτύου παράνομης διακίνησης και οδήγησε στην επιστροφή πολλών αρχαιοτήτων στην Καμπότζη.

Σήμερα, αρκετά από αυτά τα έργα εκτίθενται στο Εθνικό Μουσείο της Πνομ Πενχ, όχι πλέον ως τρόπαια ιδιωτικών συλλογών, αλλά ως κομμάτια της ιστορίας και της ταυτότητας ενός λαού.

Η επιστροφή τους έχει μεγάλη συμβολική σημασία. Δεν αποκαθιστά πλήρως τη ζημιά που προκλήθηκε, ούτε μπορεί να επαναφέρει αντικείμενα που καταστράφηκαν. Ωστόσο, δείχνει ότι η διεθνής πίεση, η δημοσιογραφική έρευνα και οι δικαστικές αρχές μπορούν να ανατρέψουν, έστω και καθυστερημένα, ορισμένες από τις πιο σκοτεινές πρακτικές της αγοράς τέχνης.

Ένα μάθημα για την παγκόσμια αγορά τέχνης

Η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως προειδοποίηση για ολόκληρο τον κόσμο της τέχνης. Τα μουσεία, οι οίκοι δημοπρασιών, οι γκαλερί και οι ιδιώτες συλλέκτες δεν μπορούν πλέον να βασίζονται σε ασαφή έγγραφα ή σε προφορικές διαβεβαιώσεις.

Η έννοια της προέλευσης ενός έργου τέχνης δεν είναι μια τυπική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της νομιμότητας και της ηθικής του αξίας. Ένα αντικείμενο μπορεί να είναι εντυπωσιακό, σπάνιο και πανάκριβο. Αν όμως έχει αποσπαστεί παράνομα από έναν ναό, έναν τάφο ή έναν αρχαιολογικό χώρο, τότε δεν είναι απλώς έργο τέχνης. Είναι προϊόν λεηλασίας.

Το βιβλίο του Matthew Campbell δεν καταγράφει μόνο την πορεία ενός εμπόρου αρχαιοτήτων. Αναδεικνύει ένα διεθνές σύστημα όπου η επιθυμία για κατοχή σπάνιων αντικειμένων συναντά την αδιαφορία για την ιστορική τους προέλευση.

Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα: η αγορά των λεηλατημένων αρχαιοτήτων μπορεί να περιοριστεί, αλλά δύσκολα εξαφανίζεται. Όσο η ζήτηση για σπάνια αντικείμενα παραμένει ισχυρή, πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα προσπαθούν να μετατρέψουν την πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού σε εμπορεύσιμο προϊόν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: