DBRS: Ισχυρές οι ελληνικές τράπεζες το α’ εξάμηνο 2026 – Πώς έβγαλαν 2,4 δισ. ευρώ

DBRS: Ισχυρές οι ελληνικές τράπεζες το α’ εξάμηνο 2026 – Πώς έβγαλαν 2,4 δισ. ευρώ
Toronto, Canada - May 6, 2019: DBRS sign on the headquarters building in Toronto, Canada. DBRS is an independent, privately held, globally recognized credit ratings agency. Photo: Shutterstock
Τι ισχύει για πιστωτική επέκταση, ποιότητα ενεργητικού και κινδύνους. 

Ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη διατήρησαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς), χάρη στην ανθεκτική κερδοφορία, τη σταθερή ποιότητα ενεργητικού, την ισχυρή αύξηση των χορηγήσεων και τις υγιείς θέσεις χρηματοδότησης και κεφαλαιακής επάρκειας, σημειώνει σε ανάλυσή του o καναδικός πιστοληπτικής αξιολόγησης DBRS.

Όπως επισημαίνει, κατά τους επόμενους μήνες οι κίνδυνοι θα παραμείνουν αυξημένοι. Ωστόσο, η ανθεκτική κερδοφορία, τα ισχυρά αποθέματα προβλέψεων και οι πόροι χρηματοδότησης και κεφαλαίου παρέχουν τη δυνατότητα απορρόφησης κραδασμών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την DBRS, οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 2,4 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση (YoY), ή κατά 11% εάν εξαιρεθούν τα έκτακτα, ενώ η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) παρέμεινε ισχυρή, περίπου στο 12%.

Η αύξηση των εσόδων υποστηρίχθηκε από τα καθαρά έσοδα από τόκους (Net Interest Income – NII), την ισχυρή πιστωτική επέκταση και τα υψηλότερα έσοδα από προμήθειες, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση της διαφοροποίησης των πηγών εσόδων.

Παρά την αύξηση του λειτουργικού κόστους, η λειτουργική κερδοφορία παρέμεινε ανθεκτική, με τις τράπεζες να επιβεβαιώνουν ή να αναβαθμίζουν τις προβλέψεις τους για το 2026, κυρίως λόγω βελτιωμένων εκτιμήσεων για τα καθαρά περιθώρια επιτοκίου, την αύξηση των δανείων και τα έσοδα από προμήθειες.

Το κόστος πιστωτικού κινδύνου μειώθηκε περαιτέρω, αν και οι τράπεζες διατήρησαν συνετή πολιτική προβλέψεων για την αντιμετώπιση γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και επιλεγμένων παλαιών κινδύνων.

Η ποιότητα ενεργητικού παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σταθερή, υποστηριζόμενη από τον περιορισμένο σχηματισμό νέων προβληματικών δανείων, τη συνεχιζόμενη απομείωση κινδύνων (de-risking) και τη δυναμική πιστωτική επέκταση.

Παρότι η ποιότητα ενεργητικού θα μπορούσε να δεχθεί πιέσεις λόγω του ασθενέστερου λειτουργικού περιβάλλοντος, τα ισχυρά κέρδη και τα αποθέματα προβλέψεων για δάνεια παρέχουν σημαντική ικανότητα απορρόφησης ζημιών.

Επίσης, σύμφωνα με την DBRS, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από την αυξανόμενη καταθετική βάση και τη βελτιωμένη πρόσβαση στις αγορές.

Η κεφαλαιοποίηση παρέμεινε ισχυρή παρά την επιχειρηματική ανάπτυξη και τις αυξημένες διανομές κεφαλαίου προς τους μετόχους, χάρη στη δυνατή εσωτερική δημιουργία κεφαλαίων, τα άνετα εποπτικά αποθέματα και τη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων.

Ισχυρή ανάπτυξη εσόδων  

Όπως προειπώθηκε, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση, χάρη στην αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους και των καθαρών εσόδων από προμήθειες και αμοιβές, που υπεραντιστάθμισαν τη μείωση των λοιπών μη επιτοκιακών εσόδων.

Τα βασικά έσοδα, τα οποία περιλαμβάνουν τα καθαρά έσοδα από τόκους και τις καθαρές προμήθειες, αυξήθηκαν πιο δυναμικά, κατά 8% σε ετήσια βάση.

Τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2026, υποστηριζόμενα από τη διατηρήσιμη αύξηση των χορηγήσεων, τα υψηλότερα έσοδα από χαρτοφυλάκια ομολόγων και την αύξηση των επιτοκίων πολιτικής κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026.

Οι παράγοντες αυτοί υπεραντιστάθμισαν την επίδραση του χαμηλότερου περιβάλλοντος επιτοκίων και τη μερική συμπίεση των περιθωρίων σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Οι προοπτικές για τα καθαρά έσοδα από τόκους για το υπόλοιπο του 2026 παραμένουν θετικές, υποστηριζόμενες από την πιθανότητα περαιτέρω αυξήσεων επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη ισχυρή πιστωτική επέκταση.

Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες και αμοιβές αυξήθηκαν κατά 20% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2026, λόγω της υψηλότερης δραστηριότητας στη διαχείριση περιουσίας, στην τραπεζική συναλλαγών, στις ασφαλιστικές εργασίες και στις δραστηριότητες κεφαλαιαγορών.

Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να διαφοροποιούν τη βάση εσόδων τους προς δραστηριότητες που παράγουν προμήθειες. Ως αποτέλεσμα, τα έσοδα από προμήθειες αντιπροσώπευαν περίπου το 23% των συνολικών εσόδων το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 20% ένα έτος νωρίτερα, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των εσόδων και μειώνοντας την απόσταση από τους ευρωπαϊκούς ομοειδείς οργανισμούς.

Τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 10% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω εξαγορών, υψηλότερων αποδοχών προσωπικού και της συνεχιζόμενης επένδυσης στην τεχνολογία και την ψηφιοποίηση.

Παρά τις πιέσεις αυτές, η λειτουργική αποδοτικότητα παρέμεινε ισχυρή, με τον μέσο δείκτη κόστους προς έσοδα να διαμορφώνεται στο 36% το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Τα συνολικά προ προβλέψεων έσοδα (pre-provision income) αυξήθηκαν κατά 3% σε ετήσια βάση, παρέχοντας ένα ισχυρό αποθεματικό κερδοφορίας για την απορρόφηση του πιστωτικού κόστους μέσω της επαναλαμβανόμενης λειτουργικής κερδοφορίας.

Χαμηλότερο COR, παραμένουν αντίξοες συνθήκες

Οι προβλέψεις (Loan Loss Provisions – LLPs) μειώθηκαν κατά 24% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2026, αντανακλώντας την ενίσχυση των προφίλ κινδύνου των τραπεζών, παρά την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα.

Ως αποτέλεσμα, το μέσο ετησιοποιημένο κόστος πιστωτικού κινδύνου (Cost of Risk – COR) βελτιώθηκε περαιτέρω και διαμορφώθηκε περίπου στις 44 μονάδες βάσης (μ.β.) το πρώτο εξάμηνο του 2026, επωφελούμενο τόσο από τις χαμηλότερες προβλέψεις όσο και από τη συνεχιζόμενη αύξηση του χαρτοφυλακίου δανείων (Διάγραμμα 5).

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επικαιροποιήσει τα πλαίσια προβλέψεών τους ώστε να ενσωματώνουν τους αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους και έχουν αναγνωρίσει πρόσθετες προβλέψεις που σχετίζονται με την έκθεσή τους σε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, και τις πρόσφατες αναθεωρήσεις του Αρείου Πάγου σχετικά με τις παραδοχές υπολογισμού των επιτοκίων βάσει του νόμου Κατσέλη.

Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στην αντιμετώπιση κινδύνων που προκύπτουν από την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, καθώς και από την υψηλότερη επιβάρυνση τόκων που συνδέεται με ορισμένα αναδιαρθρωμένα δάνεια τα οποία προέρχονται από παλαιότερες συναλλαγές τιτλοποίησης.

Ενώ ορισμένες τράπεζες χρησιμοποιούν διοικητικές προσαρμογές προβλέψεων (management overlays) που έχουν συσσωρευτεί τα προηγούμενα έτη για να απορροφήσουν μέρος αυτών των κινδύνων, η κάλυψη μέσω αποθεμάτων προβλέψεων παραμένει ισχυρή.

Η πτωτική τάση του COR αντανακλά τη σημαντική εξυγίανση των ισολογισμών και τη μείωση κινδύνων που επιτεύχθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο, οι τράπεζες ενδέχεται να επιλέξουν την περαιτέρω ενίσχυση των αποθεμάτων προβλέψεων κατά τα επόμενα τρίμηνα, εφόσον οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμείνουν αυξημένοι ή εάν οι ζημίες που σχετίζονται με στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και δάνεια που υπάγονται στον νόμο Κατσέλη υπερβούν τις τρέχουσες εκτιμήσεις.

Οποιαδήποτε ανοδική πίεση στο COR αναμένεται να μετριαστεί από τις ανθεκτικές προοπτικές εσόδων και τη συνεχιζόμενη αύξηση των χορηγήσεων.

Ανθεκτική ποιότητα ενεργητικού 

Οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών έχουν σταθεροποιηθεί σε βελτιωμένα επίπεδα, υποστηριζόμενοι από: τη συνεχιζόμενη οργανική διαχείριση προβληματικών δανείων, τις περιορισμένες νέες εισροές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), τη δυναμική πιστωτική ανάπτυξη και τα ισχυρά αποθέματα προβλέψεων.

Ο μέσος δείκτης μικτών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (gross NPE ratio) παρέμεινε αμετάβλητος στο 2,6% στο τέλος Ιουνίου 2026 σε σύγκριση με το τέλος του 2025, ενώ ο μέσος καθαρός δείκτης NPE αυξήθηκε οριακά στο 0,6% από 0,5%, κυρίως λόγω ορισμένων απελευθερώσεων προβλέψεων.

Ο μέσος δείκτης κάλυψης NPEs, με βάση τις συνολικές προβλέψεις για ζημίες δανείων, μειώθηκε περίπου στο 80% από 85%, αλλά παρέμεινε ισχυρός σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Για το μέλλον, η ποιότητα ενεργητικού ενδέχεται να δεχθεί πιέσεις από τις έμμεσες επιπτώσεις των αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, συμπεριλαμβανομένων: των υψηλότερων τιμών ενέργειας, της αναζωπύρωσης πληθωριστικών πιέσεων και της ασθενέστερης οικονομικής δραστηριότητας.

Σύμφωνα με την DBRS, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ένα από τα ισχυρότερα προφίλ αύξησης δανείων στην Ευρώπη, υποστηριζόμενες από την εταιρική χρηματοδότηση που συνδέεται με επενδυτική δραστηριότητα, έργα χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ευνοϊκές εγχώριες οικονομικές συνθήκες.

Παρότι η αύξηση των εταιρικών δανείων έχει μετριαστεί, παρέμεινε ισχυρή, περίπου στο 11% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, που διαμορφώνεται περίπου στο 4%.

Η χορήγηση δανείων προς νοικοκυριά συνέχισε επίσης να ανακάμπτει, αυξανόμενη κατά περίπου 2,8% σε ετήσια βάση και ευθυγραμμιζόμενη σε μεγάλο βαθμό με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, που ανέρχεται σε 2,9%.

Η ανάκαμψη αντανακλά τη βελτίωση της ζήτησης για πίστωση, αν και ο δανεισμός των νοικοκυριών εξακολουθεί να περιορίζεται από την κληρονομιά του παρατεταμένου κύκλου απομόχλευσης της Ελλάδας και τη χαμηλή ακόμη δραστηριότητα στην αγορά στεγαστικών δανείων.

Υγιή κεφαλαιακά αποθέματα παρά την αυξημένη αξιοποίηση κεφαλαίου

Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών παραμένει ισχυρή, υποστηριζόμενη από την υγιή οργανική δημιουργία κεφαλαίων, η οποία συνεχίζει να αντισταθμίζει την επίδραση: της ισχυρής αύξησης των χορηγήσεων, των εξαγορών, των αυξημένων διανομών προς τους μετόχους και της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (Deferred Tax Credits – DTCs).

Στο τέλος Ιουνίου 2026, ο μέσος δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) μειώθηκε στο 14,9% από 15,5% στο τέλος του 2025, ενώ ο μέσος συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας υποχώρησε στο 19,7% από 20,1%.

Παρά τη μικρή αυτή μείωση, τα εποπτικά περιθώρια ασφαλείας παραμένουν άνετα, με το μέσο απόθεμα κεφαλαίου CET1 να ανέρχεται περίπου στις 470 μονάδες βάσης (μ.β.) πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις.

Όπως αναφέρει η DBRS, οι κεφαλαιακοί δείκτες θα μειωθούν μετριοπαθώς κατά τη διάρκεια του 2026, καθώς οι τράπεζες συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την επιχειρηματική ανάπτυξη και να αξιοποιούν κεφάλαια μέσω: διανομών προς τους μετόχους και επιλεκτικών εξαγορών.

Τέλος, η ποιότητα των κεφαλαίων βελτιώθηκε περαιτέρω, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTCs) αντιπροσώπευαν περίπου το 40% των κεφαλαίων CET1 στο τέλος Ιουνίου 2026, έναντι 43% στο τέλος του 2025.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: