JP Morgan για ΟΤΕ: Σταθερές προοπτικές αλλά αυξημένες πιέσεις από τον ανταγωνισμό
- 04/08/2026, 11:51
- SHARE
Ουδέτερη στάση (Neutral) διατηρεί για τη μετοχή του ΟΤΕ η JP Morgan, παρά την αναγνώριση των θετικών προοπτικών από την ανάπτυξη των δικτύων οπτικών ινών (FTTH), τη σταθερή πορεία των λειτουργικών επιδόσεων και την ελκυστική αποτίμηση.
Ο διεθνής επενδυτικός οίκος αναθεωρεί ελαφρώς ανοδικά την τιμή-στόχο για τον ΟΤΕ στα 21,6 ευρώ ανά μετοχή για τον Δεκέμβριο του 2027, από προηγούμενη εκτίμηση στα 20,2 ευρώ, ωστόσο επισημαίνει ότι οι αυξανόμενες ανταγωνιστικές πιέσεις στην ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών αποτελούν βασικό παράγοντα αβεβαιότητας.
ΕΙδικότερα, σύμφωνα με την ανάλυση της JP Morgan, τα έσοδα του ΟΤΕ στο δεύτερο τρίμηνο κινήθηκαν χαμηλότερα των προσδοκιών της αγοράς, περίπου 1% κάτω από τις εκτιμήσεις consensus.
Η επιβράδυνση καταγράφηκε κυρίως στους βασικούς τομείς δραστηριότητας:
Τα έσοδα από υπηρεσίες σταθερής τηλεφωνίας στη λιανική αυξήθηκαν μόλις 0,3% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 1,1% στο πρώτο τρίμηνο.
Τα έσοδα από υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας αυξήθηκαν 2,3%, έναντι 5,5% στο πρώτο τρίμηνο.
Τα έσοδα χονδρικής (Wholesale), εξαιρουμένης της επίδρασης του διεθνούς roaming, εμφάνισαν υποκείμενη πτώση περίπου 4% στο πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η JP Morgan εκτιμά πλέον ότι τα έσοδα του ΟΤΕ για το 2026 θα είναι οριακά χαμηλότερα κατά 0,3%, κυρίως λόγω της υποχώρησης των εσόδων χονδρικής κατά περίπου 7%, η οποία αντισταθμίζεται εν μέρει από την καλύτερη πορεία των λοιπών υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας, κυρίως λόγω των λύσεων πληροφορικής (System Solutions).
Παρά την πίεση στα έσοδα, η JP Morgan εκτιμά ότι ο ΟΤΕ θα επιτύχει τους ετήσιους στόχους που έχει θέσει η διοίκηση.
Η εταιρεία έχει θέσει ως στόχο: αύξηση προσαρμοσμένου EBITDAaL περίπου 3% το 2026, επενδύσεις (capex) περίπου 600 εκατ. ευρώ και ελεύθερες ταμειακές ροές μετά από μισθώσεις περίπου 750 εκατ. ευρώ.
Η διοίκηση του ΟΤΕ εμφανίζεται αισιόδοξη ότι η ανάπτυξη θα υποστηριχθεί από τη συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα των εσόδων, τη μείωση κόστους μέσω προγραμμάτων εθελούσιας αποχώρησης και τα οφέλη από την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιοποίηση διαδικασιών.
Η JP Morgan σημειώνει ότι τα κέρδη EBITDAaL και τα καθαρά κέρδη για το 2026 παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα στις νέες εκτιμήσεις της.
FTTH και οπτικές ίνες: μεγάλο πλεονέκτημα αλλά με χαμηλή αξιοποίηση
Ένας από τους βασικούς λόγους που η JP Morgan εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον ΟΤΕ είναι η στρατηγική ανάπτυξη των δικτύων οπτικών ινών.
Ο ΟΤΕ συνεχίζει την ανάπτυξη του δικτύου FTTH σε όλη την Ελλάδα, ωστόσο η αξιοποίηση του δικτύου παραμένει σχετικά χαμηλή, στο επίπεδο του 30%-35%.
Η JP Morgan εκτιμά ότι η μετάβαση των πελατών σε υψηλότερες ταχύτητες internet θα αποτελέσει σημαντικό μοχλό ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, καθώς η ζήτηση για γρήγορες συνδέσεις αυξάνεται.
Παράλληλα, ο ΟΤΕ αναμένεται να επωφεληθεί από συμφωνίες χονδρικής πρόσβασης στο δίκτυό του με άλλους παρόχους, όπως η Vodafone και η Nova.
Ωστόσο, ο επενδυτικός οίκος υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών από τη ΔΕΗ δημιουργεί έναν νέο παράγοντα ανταγωνισμού.
Η συνεργασία ΔΕΗ – Vodafone αποτελεί τον βασικό κίνδυνο
Η JP Morgan χαρακτηρίζει τη δυνητική συνεργασία μεταξύ ΔΕΗ και Vodafone στον τομέα των δικτύων FTTH ως έναν από τους σημαντικότερους μεσοπρόθεσμους κινδύνους για τον ΟΤΕ.
Η συμφωνία, η οποία βρίσκεται ακόμη σε μη δεσμευτικό στάδιο και απαιτεί κανονιστικές εγκρίσεις, προβλέπει τη δημιουργία κοινής πλατφόρμας οπτικών ινών με κάλυψη άνω των 1,6 εκατ. νοικοκυριών.
Σύμφωνα με την JP Morgan: οι απώλειες εσόδων χονδρικής του ΟΤΕ από τη Vodafone θα μπορούσαν να ενταθούν μακροπρόθεσμα, η Vodafone θα μπορούσε σταδιακά να μεταφέρει περισσότερους πελάτες στο δίκτυο της νέας κοινοπραξίας και η πίεση στα έσοδα Wholesale θα μπορούσε να συνεχιστεί μετά το 2028.
Ο οίκος εκτιμά ότι τα έσοδα χονδρικής του ΟΤΕ θα μπορούσαν να μειώνονται περίπου 6% ετησίως για τέσσερα χρόνια από το 2028, εφόσον η κοινοπραξία προχωρήσει κανονικά.
Ωστόσο, η JP Morgan επισημαίνει και μια πιθανή θετική εξέλιξη: η αύξηση της χρήσης του δικτύου της ΔΕΗ θα μπορούσε μελλοντικά να οδηγήσει σε πιο ορθολογική τιμολογιακή πολιτική στην αγορά.