Ο πόλεμος τελείωσε, οι πληγές μένουν: Το πραγματικό κόστος της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν

Ο πόλεμος τελείωσε, οι πληγές μένουν: Το πραγματικό κόστος της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν
(FILES) US President Donald Trump speaks to reporters after stepping off Air Force One at Joint Base Andrews, Maryland on May 20, 2026, as he returns to Washington, DC, after delivering the commmencement address to the US Coast Guard Academy's 2026 graduating class. US President Donald Trump said on May 23 a deal with Iran had been "largely negotiated," with the proposal including opening the crucial Strait of Hormuz, though the agreement was "subject to finalization." (Photo by Kent NISHIMURA / AFP) Photo: AFP
Ο Ντόναλντ Τραμπ διακηρύσσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βγήκαν κερδισμένες από τη σύγκρουση με το Ιράν, όμως οι οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις του πολέμου αποκαλύπτουν μια πολύ πιο περίπλοκη πραγματικότητα.
  • Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει τη συμφωνία με το Ιράν ως αμερικανική νίκη και σημείο καμπής για τη Μέση Ανατολή.
  • Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το άμεσο κόστος του πολέμου για τις ΗΠΑ ανέρχεται σε περίπου 40 δισ. δολάρια.
  • Η σύγκρουση εξάντλησε σημαντικό μέρος των αμερικανικών αποθεμάτων πυραύλων και στρατιωτικού εξοπλισμού.

Μετά την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης και την έναρξη της νέας φάσης διαπραγματεύσεων στην Ελβετία, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει τη σύγκρουση με το Ιράν ως μια ξεκάθαρη επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η συμφωνία διασφαλίζει τη συνέχιση της ροής πετρελαίου, αποτρέπει την απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν και δημιουργεί προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη και χαμηλότερες τιμές.

Ωστόσο, η αποτίμηση των περισσότερων από 100 ημερών συγκρούσεων αποκαλύπτει ένα ιδιαίτερα βαρύ οικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), το άμεσο κόστος του πολέμου για το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας ανήλθε σε περίπου 40 δισ. δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται πρόσθετες λειτουργικές δαπάνες και μελλοντικές επισκευές στρατιωτικών εγκαταστάσεων.

Η «αιμορραγία» του αμερικανικού οπλοστασίου

Η μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση συνδέθηκε με την εκτεταμένη χρήση προηγμένων πυραυλικών συστημάτων και πυρομαχικών μεγάλου βεληνεκούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πύραυλοι Tomahawk, με κόστος περίπου 2,5 εκατ. δολάρια ο καθένας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών, οι αμερικανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν περίπου 1.000 τέτοιους πυραύλους κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Η ένταση των επιχειρήσεων οδήγησε σε σημαντική απομείωση των αμερικανικών αποθεμάτων, αναγκάζοντας τον Λευκό Οίκο να ενεργοποιήσει ακόμη και τον Νόμο περί Αμυντικής Παραγωγής, προκειμένου να επιταχυνθεί η κατασκευή νέου οπλισμού.

Παράλληλα, το Πεντάγωνο έχει ήδη ζητήσει συμπληρωματική χρηματοδότηση ύψους 80 δισ. δολαρίων, μέρος της οποίας σχετίζεται με τις ανάγκες που προέκυψαν από τη σύγκρουση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Καύσιμα, πληθωρισμός και πίεση στα νοικοκυριά

Οι συνέπειες του πολέμου έγιναν ιδιαίτερα αισθητές στην αγορά ενέργειας. Η διαταραχή των πετρελαϊκών ροών από τη Μέση Ανατολή εκτόξευσε τις τιμές της βενζίνης και του ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργώντας σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ, ο οποίος είχε επενδύσει πολιτικά στην υπόσχεση χαμηλότερου ενεργειακού κόστους.

Παρότι η αποκλιμάκωση και η προοπτική πλήρους επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ οδηγούν πλέον σε σταδιακή αποκλιμάκωση των τιμών, το κόστος για τα αμερικανικά νοικοκυριά παραμένει υψηλό.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πανεπιστημίου Μπράουν, κάθε αμερικανικό νοικοκυριό επιβαρύνθηκε κατά μέσο όρο με επιπλέον 253 δολάρια λόγω της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε η σύγκρουση.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η επιβάρυνση στο ντίζελ, με τις αυξήσεις να επηρεάζουν τις μεταφορές, τη γεωργία και συνολικά το κόστος παραγωγής.

Το πετρέλαιο, τα αποθέματα και ο πληθωρισμός

Η κρίση οδήγησε σε πρωτοφανή πίεση τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου. Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, η παγκόσμια αγορά στερήθηκε περίπου 1,15 δισ. βαρέλια πετρελαίου κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, αναγκάζοντας κυβερνήσεις και εταιρείες να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού.

Ταυτόχρονα, το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου των ΗΠΑ υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983, εντείνοντας τις ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.

Η άνοδος του ενεργειακού κόστους τροφοδότησε εκ νέου τον πληθωρισμό, ο οποίος ξεπέρασε το 4% σε ετήσια βάση για πρώτη φορά τα τελευταία τρία χρόνια.

Η εξέλιξη αυτή εξηγεί γιατί η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) επέλεξε να μην προχωρήσει σε μείωση επιτοκίων, παρά τις δημόσιες πιέσεις του Λευκού Οίκου.

Πτώση δημοτικότητας παρά την αποκλιμάκωση

Παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης και την επανεκκίνηση των συνομιλιών με την Τεχεράνη, ο Τραμπ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες στο εσωτερικό μέτωπο.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθερά χαμηλά ποσοστά αποδοχής, με τη δημοτικότητά του να κινείται κάτω από το 40%, ενώ αρκετές μετρήσεις τη φέρνουν ακόμη χαμηλότερα.

Έτσι, παρότι ο Λευκός Οίκος παρουσιάζει τη συμφωνία ως διπλωματική και στρατηγική επιτυχία, η τελική αξιολόγηση της σύγκρουσης αναμένεται να κριθεί όχι μόνο από την πορεία των συνομιλιών με το Ιράν, αλλά και από το κατά πόσο οι Αμερικανοί πολίτες θα δουν πραγματική αποκλιμάκωση στις τιμές και βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: