Ράλι στα κέρδη των εταιρειών: Η κρυφή απειλή πίσω από την αισιοδοξία των αγορών 

Ράλι στα κέρδη των εταιρειών: Η κρυφή απειλή πίσω από την αισιοδοξία των αγορών 
Photo: Shutterstock
Πώς τα ελλείμματα των ΗΠΑ και η μείωση των αποταμιεύσεων εκτόξευσαν την κερδοφορία, «πιέζοντας» τους καταναλωτές.   

Οι αναλυτές επενδύσεων βρίσκονται σε κατάσταση ενθουσιασμού, σαν μαθητής που μόλις έζησε το πρώτο του φιλί.

Είναι τόσο αισιόδοξοι ώστε αναθεωρούν προς τα πάνω τις προβλέψεις για τα εταιρικά κέρδη με ρυθμούς-ρεκόρ.

Σύμφωνα με τον Andrew Lapthorne της Société Générale, οι προβλέψεις για τα κέρδη των εταιρειών που περιλαμβάνονται στον δείκτη MSCI AC World για τους επόμενους 12 μήνες έχουν αναθεωρηθεί ανοδικά κατά 1,2 τρισ. δολάρια μέσα στον τελευταίο χρόνο, δηλαδή κατά 30%.

Και δεν πρόκειται μόνο για τις εταιρείες τεχνολογίας. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου έχουν οδηγήσει σε σημαντικές αναβαθμίσεις των προβλέψεων και για τον ενεργειακό κλάδο.

Η αισιοδοξία αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης, μακροπρόθεσμης τάσης.

Στοιχεία της Federal Reserve Bank of St. Louis δείχνουν ότι τα εταιρικά κέρδη στις ΗΠΑ βρίσκονται κοντά σε ιστορικό υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Ανάλυση της ίδιας τράπεζας δείχνει ότι αυτή η άνοδος ξεκίνησε με την έναρξη της πανδημίας, καθώς η μείωση του κόστους δανεισμού και η πτώση των επιτοκίων ενίσχυσαν σημαντικά την κερδοφορία των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, σε επίπεδο κλάδων υπήρξε έντονη διαφοροποίηση.

Το μερίδιο των κερδών του χρηματοπιστωτικού τομέα στο ΑΕΠ παρέμεινε σταθερό, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων αυξήθηκε θεαματικά, από 8,1% του εθνικού εισοδήματος την περίοδο 2010-2019 σε 11,2% το τελευταίο τρίμηνο του 2024.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί το χρηματιστήριο έχει αποδειχθεί τόσο ανθεκτικό απέναντι στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου και στην ασταθή εμπορική πολιτική των ΗΠΑ.

Ωστόσο, η εκτίναξη των εταιρικών κερδών υποδηλώνει και βαθύτερες οικονομικές εξελίξεις, οι οποίες ενδέχεται να μην αποδειχθούν εξίσου θετικές μακροπρόθεσμα, ούτε για την αμερικανική κυβέρνηση ούτε για τους επενδυτές.

Η εξίσωση κερδών Kalecki–Levy

Μια εναλλακτική ερμηνεία για την άνοδο των εταιρικών κερδών προκύπτει από τη λεγόμενη εξίσωση κερδών Kalecki–Levy, η οποία συνδυάζει τις ιδέες των οικονομολόγων Jerome Levy και Michal Kalecki.

Σύμφωνα με αυτήν, το πλεόνασμα του εταιρικού τομέα καθορίζεται από τις μεταβολές σε άλλα τμήματα της οικονομίας, κυρίως από το δημοσιονομικό έλλειμμα και το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Αν η κυβέρνηση μειώσει τη φορολογία των επιχειρήσεων, χωρίς να καλύψει την απώλεια εσόδων με αυξήσεις φόρων αλλού, περισσότερα χρήματα καταλήγουν στα ταμεία των εταιρειών.

Αντίστοιχα, όταν τα νοικοκυριά αυξάνουν την αποταμίευσή τους, περιορίζουν την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Όταν όμως αποταμιεύουν λιγότερο, διοχετεύουν περισσότερα χρήματα στην κατανάλωση, ενισχύοντας τα έσοδα των επιχειρήσεων.

Και οι δύο αυτοί παράγοντες λειτούργησαν μετά την πανδημία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ εκτινάχθηκε το 2020, καθώς η κυβέρνηση επιχείρησε να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας και έκτοτε παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα. Αντίστοιχη εικόνα παρατηρήθηκε και σε άλλες ανεπτυγμένες δημοκρατίες.

Για το τρέχον έτος, το Congressional Budget Office (CBO) εκτιμά ότι το έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 5,8% του ΑΕΠ.

Την ίδια στιγμή, το ποσοστό αποταμίευσης του ιδιωτικού τομέα στις ΗΠΑ έχει υποχωρήσει αισθητά από τις αρχές του 2024, επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες τιμές, ιδιαίτερα στα καύσιμα.

Η έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν καταγράφει την καταναλωτική εμπιστοσύνη κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Παράλληλα, ανάλυση της Federal Reserve (Fed) δείχνει ότι οι αμοιβές των εργαζομένων ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν ελαφρώς χαμηλότερες στα τέλη του 2024 σε σχέση με την περίοδο 2010-2019.

Με άλλα λόγια, καθώς οι επιχειρήσεις αύξησαν τα κέρδη τους, οι εργαζόμενοι έχασαν μερίδιο από το οικονομικό αποτέλεσμα.

Η εξίσωση Kalecki-Levy αναδεικνύει έτσι δύσκολους συμβιβασμούς για την οικονομική πολιτική των ΗΠΑ και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το οικονομικό «τρίλημμα» των ΗΠΑ

Οι οικονομολόγοι συχνά μιλούν για τριλήμματα, δηλαδή τρεις στόχους οικονομικής πολιτικής που δεν μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα.

Στην αγορά συναλλάγματος, για παράδειγμα, μια χώρα δεν μπορεί να διαθέτει ταυτόχρονα σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία, ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων.

Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να διαμορφώνεται σήμερα.

Οι χώρες μπορούν να έχουν υψηλή εταιρική κερδοφορία, μικρό δημοσιονομικό έλλειμμα και ικανοποιημένους καταναλωτές, όχι όμως και τα τρία ταυτόχρονα.

Ο Donald Trump επιθυμεί να προβάλλει τη δυναμική του αμερικανικού χρηματιστηρίου, το οποίο καταγράφει διαδοχικά ιστορικά υψηλά. Ωστόσο, αυτή η άνοδος των μετοχών ενδέχεται να συνδέεται με τη δυσφορία των καταναλωτών.

Η δημοτικότητα του Trump όσον αφορά τη διαχείριση του πληθωρισμού και της οικονομίας έχει υποχωρήσει αισθητά.

Αν, πράγματι, το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα αποτελεί βασική κινητήρια δύναμη πίσω από την εκτόξευση των εταιρικών κερδών, τότε αργά ή γρήγορα η αγορά ομολόγων ενδέχεται να αντιδράσει.

Οι αποδόσεις των ομολόγων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην αποτίμηση των μετοχών, καθώς χρησιμοποιούνται για την προεξόφληση των μελλοντικών κερδών.

Εάν οι αποδόσεις αυξηθούν σημαντικά, τα μελλοντικά αυτά κέρδη θα αποτιμώνται χαμηλότερα σε σημερινές τιμές.

Αν και οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων έχουν σημειώσει μικρή άνοδο φέτος, η ισχυρή αύξηση των προβλέψεων για τα εταιρικά κέρδη έχει μέχρι στιγμής υπερκαλύψει την επίδραση των υψηλότερων επιτοκίων.

Ωστόσο, κάποια στιγμή οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων ενδέχεται να επιβάλουν το τίμημά τους στις χρηματιστηριακές αγορές.

Όπως συμβαίνει και με τους παιδικούς έρωτες, έτσι και η υπερβολική αισιοδοξία στις αγορές μπορεί τελικά να καταλήξει σε απογοήτευση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Financial Times