Πάνω από 1 τρισ. ευρώ η περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών, αλλά τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά
- 03/08/2026, 19:52
- SHARE
- Η περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ, ενώ η Ελλάδα παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης σε διαθέσιμο εισόδημα.
- Τα εισοδήματα αυξάνονται, αλλά η αποταμίευση παραμένει αρνητική, καθώς η κατανάλωση εξακολουθεί να υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα.
- Η άνοδος του πλούτου στηρίχθηκε κυρίως στα ακίνητα και τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Η αξία της περιουσίας των ελληνικών νοικοκυριών αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι τα εισοδήματά τους, δημιουργώντας μια έντονη αντίφαση που χαρακτηρίζει σήμερα την ελληνική οικονομία. Η νέα ανάλυση της Alpha Bank δείχνει ότι, παρά τη σημαντική ενίσχυση του συνολικού πλούτου τα τελευταία χρόνια, η χώρα εξακολουθεί να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, ενώ η δυνατότητα αποταμίευσης παραμένει περιορισμένη.
Πάνω από το 1 τρισ. ευρώ η περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών
Σύμφωνα με τα στοιχεία της τράπεζας, ο ακαθάριστος πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση 19% ή 161 δισ. ευρώ μέσα στη διετία 2024-2025. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως την ανατίμηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων, αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, τη δημιουργία νέου πλούτου, σε ένα περιβάλλον που ευνοήθηκε από τη βελτίωση των μακροοικονομικών συνθηκών, την ισχυρή πορεία του τουρισμού, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και την άνοδο της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς.
Την ίδια στιγμή, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ακολουθεί επίσης ανοδική πορεία, αλλά με σαφώς πιο συγκρατημένους ρυθμούς. Τη διετία 2024-2025 αυξήθηκε κατά μέσο όρο περίπου 5% ετησίως, ενώ η άνοδος συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026. Μάλιστα, η αύξηση του εισοδήματος ξεπέρασε τον πληθωρισμό της ίδιας περιόδου, συμβάλλοντας στην ανάκτηση μέρους των απωλειών που προκάλεσε το κύμα ακρίβειας των προηγούμενων ετών.
Η βελτίωση αυτή, ωστόσο, δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει τη συνολική εικόνα. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, η Ελλάδα παραμένει προτελευταία στην Ευρωζώνη ως προς το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, ξεπερνώντας μόνο τη Λετονία. Αντίθετα, ως προς τη διάμεσο του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών καταλαμβάνει τη 15η θέση μεταξύ των 19 χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, γεγονός που αποτυπώνει το χάσμα μεταξύ περιουσιακής εικόνας και πραγματικής οικονομικής ευχέρειας. Η διάμεσος του καθαρού πλούτου διαμορφώνεται στις 118.000 ευρώ, επίπεδο που χωρίζει τα νοικοκυριά σε δύο ίσα μέρη, με τα μισά να διαθέτουν μεγαλύτερη καθαρή περιουσία και τα υπόλοιπα μικρότερη.
Αρνητική αποταμίευση και στροφή σε ακίνητα και επενδύσεις
Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει ότι η αποταμίευση εξακολουθεί να βρίσκεται σε αρνητικό έδαφος, περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος. Η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να υπερβαίνει τα εισοδήματα, γεγονός που σημαίνει ότι ένα μέρος των δαπανών των νοικοκυριών χρηματοδοτείται είτε από αποταμιεύσεις που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας είτε μέσω τραπεζικού δανεισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων διαμορφώθηκε στο 6,9% τον Ιούνιο.
Η αύξηση της περιουσίας προήλθε τόσο από τα ακίνητα όσο και από τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Τη μεγαλύτερη άνοδο κατέγραψαν τα αμοιβαία και επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε δύο χρόνια, ενώ ακολούθησαν ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές. Ταυτόχρονα, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16%, διατηρώντας την ακίνητη περιουσία ως τη σημαντικότερη συνιστώσα του συνολικού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών. Παράλληλα, η συμμετοχή του χρηματοοικονομικού πλούτου στο σύνολο της περιουσίας αυξήθηκε από 26% το 2018 σε 37% στο τέλος του 2025, στοιχείο που υποδηλώνει σταδιακή διαφοροποίηση των αποταμιευτικών και επενδυτικών επιλογών των νοικοκυριών.
Γιατί ο πλούτος δεν μεταφράζεται σε μεγαλύτερη οικονομική άνεση
Η Alpha Bank αποδίδει τη σχετικά καλύτερη θέση της Ελλάδας ως προς τον πλούτο, σε σύγκριση με το διαθέσιμο εισόδημα, κυρίως στη μεγάλη βαρύτητα της ακίνητης περιουσίας, στην έντονη άνοδο των τιμών των ακινήτων τα τελευταία χρόνια και στη διαγενεακή μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει «κλειδωμένο» σε περιουσιακά στοιχεία και δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε μεγαλύτερη ρευστότητα ή υψηλότερη καταναλωτική δυνατότητα.
Για το επόμενο διάστημα, η τράπεζα εκτιμά ότι οι προοπτικές παραμένουν θετικές. Οι φορολογικές και εισοδηματικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, καθώς και οι επενδύσεις που κινητοποιούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, αναμένεται να στηρίξουν περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα, την απασχόληση και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.