Commerzbank – UniCredit: Η συμφωνία που αλλάζει τον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη

Commerzbank – UniCredit: Η συμφωνία που αλλάζει τον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη
Commerzbank Frankfurt Hauptwache Germany, February 14, 2017 in the morning, Photo: Shutterstock
Η μεταβίβαση του κρατικού πακέτου θα έδινε στην ιταλική τράπεζα ποσοστό άνω του 60% και θα άνοιγε τον δρόμο για μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τραπεζικές συμφωνίες των τελευταίων δεκαετιών.

Το ποσοστό 12,7% που διατηρεί το γερμανικό Δημόσιο στην Commerzbank αποτελεί πλέον το τελευταίο μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί του Βερολίνου απέναντι στη UniCredit. Και, για πρώτη φορά, ανώτερα κυβερνητικά στελέχη εμφανίζονται ανοιχτά στο ενδεχόμενο να το παραδώσουν στην ιταλική τράπεζα.

Μια τέτοια κίνηση θα σηματοδοτούσε θεαματική ανατροπή της γερμανικής στάσης. Το Βερολίνο πέρασε τους προηγούμενους μήνες προσπαθώντας να ανακόψει την επέλαση της UniCredit, χαρακτηρίζοντας την προσέγγισή της επιθετική και εχθρική. Πλέον, ορισμένοι αξιωματούχοι φέρεται να αναγνωρίζουν ότι η ιταλική τράπεζα βρίσκεται ούτως ή άλλως κοντά στον έλεγχο της Commerzbank και ότι μια συμφωνία υπό όρους μπορεί να είναι προτιμότερη από μια παρατεταμένη σύγκρουση.

Η συγκεκριμένη θέση δεν αποτελεί ακόμη επίσημη κυβερνητική πολιτική και δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι θα οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις ή συναλλαγή. Εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης περιορίστηκε να δηλώσει ότι η επίσημη στάση του Βερολίνου δεν έχει αλλάξει, ενώ Commerzbank και UniCredit απέφυγαν να τοποθετηθούν επί της ουσίας.

Το ενδεχόμενο πώλησης, όμως, δείχνει ότι το κέντρο βάρους της συζήτησης μετακινείται. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν η UniCredit μπορεί να εμποδιστεί, αλλά ποια ανταλλάγματα μπορεί να εξασφαλίσει η Γερμανία εφόσον η αλλαγή ελέγχου καταστεί αναπόφευκτη.

Το πακέτο που δίνει καθαρή πλειοψηφία

Η UniCredit εξασφάλισε το 17,6% των μετοχών της Commerzbank μέσω της δημόσιας πρότασης, ανεβάζοντας τη συνολική της συμμετοχή σε περίπου 47,6% και τα δικαιώματα ψήφου κοντά στο 49,65%. Η μεταβίβαση των μετοχών παραμένει υπό την αίρεση των απαιτούμενων εποπτικών εγκρίσεων.

Το γερμανικό Δημόσιο είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος της τράπεζας, με ποσοστό 12,7%, το οποίο διατηρεί από τη διάσωση της Commerzbank κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Εάν ολόκληρο το κρατικό πακέτο περάσει στη UniCredit, η συμμετοχή της ιταλικής τράπεζας θα ξεπεράσει το 60%. Ο διευθύνων σύμβουλός της, Αντρέα Ορσέλ, δεν θα διαθέτει απλώς ουσιαστικό έλεγχο στις γενικές συνελεύσεις, αλλά μια καθαρή μετοχική πλειοψηφία που θα του επιτρέπει να προωθήσει αποφασιστικότερα τις αλλαγές στη διοίκηση και στη στρατηγική.

Η πώληση θα μπορούσε έτσι να αποτελέσει το τελικό βήμα προς τη δημιουργία ενός διασυνοριακού τραπεζικού ομίλου με ισχυρή παρουσία στη Γερμανία, την Ιταλία και τις υπόλοιπες βασικές αγορές της UniCredit.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η βασική προϋπόθεση του Βερολίνου

Για να ξεκινήσει επίσημη συζήτηση σχετικά με το κρατικό ποσοστό, η γερμανική κυβέρνηση φέρεται να θέτει μία κρίσιμη προϋπόθεση: η διοίκηση της Commerzbank να στηρίξει το σχέδιο της UniCredit ή τουλάχιστον να καταλήξει μαζί της σε μια κοινά αποδεκτή στρατηγική.

Το Βερολίνο δεν θέλει να εμφανιστεί ότι παραδίδει μια τράπεζα στρατηγικής σημασίας σε έναν ξένο όμιλο απέναντι στη θέληση της ίδιας της διοίκησης, των εργαζομένων και σημαντικού μέρους των εγχώριων μετόχων.

Μια συμφωνία θα μπορούσε να συνοδευτεί από δεσμεύσεις της UniCredit για τη διατήρηση του ρόλου της Commerzbank στη χρηματοδότηση των γερμανικών επιχειρήσεων, την προστασία της Φρανκφούρτης ως χρηματοπιστωτικού κέντρου και τη διατήρηση κρίσιμων λειτουργιών και θέσεων εργασίας στη Γερμανία.

Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς θα μπορούσε να παρουσιάσει την πώληση όχι ως υποχώρηση, αλλά ως διαπραγματευμένη λύση που προστατεύει τις βασικές οικονομικές προτεραιότητες της χώρας.

Η σύγκρουση Όρλοπ – Ορσέλ

Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει η απόσταση ανάμεσα στους επικεφαλής των δύο τραπεζών.

Η διευθύνουσα σύμβουλος της Commerzbank, Μπετίνα Όρλοπ, έχει αντιταχθεί σε βασικά σημεία του σχεδίου της UniCredit, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση υποτιμά την τράπεζα και συνοδεύεται από σοβαρούς κινδύνους για το επιχειρηματικό της μοντέλο.

Ιδιαίτερη διαφωνία προκαλούν οι σχεδιαζόμενες περικοπές στο διεθνές δίκτυο και το εύρος της αναδιάρθρωσης. Η Commerzbank στηρίζεται σε ένα μοντέλο στενών σχέσεων με τις γερμανικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες, ενώ ο Ορσέλ έχει χτίσει την ανάκαμψη της UniCredit πάνω στην τυποποίηση των προϊόντων, στη μείωση του κόστους και στον περιορισμό των διοικητικών δομών.

Η UniCredit εκτιμά ότι μπορεί να μειώσει το κόστος της Commerzbank κατά περίπου 1,3 δισ. ευρώ, διατηρώντας αρχικά την τράπεζα λειτουργικά ξεχωριστή έως το 2029 ή το 2030. Το σχέδιο προκαλεί φόβους για βαθιές περικοπές προσωπικού και σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικές τραπεζικές κουλτούρες.

Ο Ορσέλ έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο αλλαγής της διοίκησης, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία. Παράλληλα, όμως, έχει δηλώσει πρόθυμος να προχωρήσει σε παραχωρήσεις για να εξασφαλίσει πολιτική και επιχειρηματική υποστήριξη στη Γερμανία.

Οι δύο CEOs έχουν αρχίσει συνομιλίες, οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν μήνες. Μέχρι στιγμής, η συζήτηση αφορά κυρίως τις τεχνικές, νομικές και εποπτικές συνέπειες μιας αλλαγής ελέγχου, χωρίς να έχει γεφυρωθεί η απόσταση στο στρατηγικό σκέλος.

Η κυβέρνηση Μερτς προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα

Η προηγούμενη επίσημη θέση της Γερμανίας ήταν κατηγορηματική: το κρατικό ποσοστό δεν θα πωλούνταν στη UniCredit. Το Βερολίνο απέρριψε τη δημόσια πρόταση και επέκρινε επανειλημμένα τις μεθόδους με τις οποίες ο ιταλικός όμιλος αύξησε τη συμμετοχή του.

Η εικόνα άλλαξε όταν η UniCredit συγκέντρωσε ποσοστό που της δίνει σχεδόν το ήμισυ των δικαιωμάτων ψήφου. Ακόμη και χωρίς την τυπική πλειοψηφία, η ιταλική τράπεζα μπορεί να ασκεί καθοριστική επιρροή στις γενικές συνελεύσεις, όπου συνήθως δεν εκπροσωπείται το σύνολο των μετόχων.

Παράλληλα, σύμφωνα με εσωτερικό έγγραφο που επικαλείται το Reuters, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται διατεθειμένη να εγκρίνει την εξαγορά, καθώς δεν έχει εντοπίσει επαρκείς εποπτικούς λόγους για να την εμποδίσει. Η ΕΚΤ αναγνωρίζει πάντως ότι η ενσωμάτωση θα είναι δύσκολη και θα απαιτήσει στενή εποπτεία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση Μερτς έχει περιορισμένες επιλογές. Μπορεί να διατηρήσει το 12,7% και να συνεχίσει να αντιστέκεται ως μειοψηφών μέτοχος ή να χρησιμοποιήσει το πακέτο για να εξασφαλίσει υψηλότερο τίμημα και δεσμεύσεις για το μέλλον της τράπεζας.

Η δύσκολη εξίσωση της τιμής

Ακόμη και εάν υπάρξει πολιτική συμφωνία, η τιμή πώλησης μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο.

Η δημόσια πρόταση της UniCredit προέβλεπε την ανταλλαγή κάθε μετοχής της Commerzbank με 0,485 μετοχής της ιταλικής τράπεζας. Όταν ανακοινώθηκε, η σχέση ανταλλαγής αντιστοιχούσε σε περίπου 30,8 ευρώ ανά μετοχή της Commerzbank. 

Η μετοχή της γερμανικής τράπεζας διαπραγματεύεται πλέον κοντά στα 40 ευρώ, στα υψηλότερα επίπεδα περίπου δύο δεκαετιών. Η χρηματιστηριακή της αξία κινείται γύρω στα 43 δισ. ευρώ, ενώ η μεταβαλλόμενη αξία της πρότασης της UniCredit υπολογιζόταν πρόσφατα κοντά στα 44,6 δισ. ευρώ.

Για να πείσει το Βερολίνο να εγκαταλείψει ένα στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο, η UniCredit πιθανότατα θα χρειαστεί να προσφέρει ένα ελκυστικό τίμημα. Μια αγορά σε υψηλότερη τιμή εκτός χρηματιστηρίου θα μπορούσε, όμως, να ενεργοποιήσει υποχρέωση αποζημίωσης των επενδυτών που αποδέχθηκαν νωρίτερα τη δημόσια πρόταση.

Η ειρωνεία είναι ότι η γερμανική κυβέρνηση είχε ήδη πουλήσει τμήμα της συμμετοχής της πριν από δύο χρόνια, σε τιμή σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερη από τη σημερινή. Το πακέτο απορροφήθηκε τότε από τη UniCredit και αποτέλεσε την αφετηρία για την προσπάθεια του Ορσέλ να αποκτήσει τον έλεγχο.

Τώρα το Βερολίνο καλείται να αποφασίσει εάν θα πουλήσει και το υπόλοιπο ποσοστό του στον ίδιο αγοραστή. Μια τέτοια απόφαση δεν θα ολοκλήρωνε απλώς την ιδιωτικοποίηση της Commerzbank. Θα επιβεβαίωνε ότι η ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου μπορεί να υπερισχύσει ακόμη και απέναντι στις ισχυρότερες εθνικές αντιστάσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: