Μήπως και σήμερα δεν βλέπουμε τη μεγάλη αλλαγή;

Μήπως και σήμερα δεν βλέπουμε τη μεγάλη αλλαγή;
Οι μεγάλες αλλαγές σπάνια γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που αρχίζουν. Συνήθως αναγνωρίζονται όταν έχουν ήδη συντελεστεί. Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν αυτή τη φορά θα τις αντιληφθεί εγκαίρως.

του Μιχάλη Σάλλα

Υπάρχει ένα παράδοξο στην ευρωπαϊκή ιστορία των τελευταίων δεκαετιών. Στη δεκαετία του 1980 η Ευρώπη διέθετε πολιτικές προσωπικότητες μεγάλου διαμετρήματος. Τον Φρανσουά Μιτεράν στη Γαλλία, τον Χέλμουτ Σμιτ και στη συνέχεια τον Χέλμουτ Κολ στη Γερμανία, τον Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα, αργότερα τον Ζακ Ντελόρ στην Ευρώπη. Άνθρωποι με ισχυρή πολιτική συγκρότηση, ιστορική συνείδηση και, σε αρκετές περιπτώσεις, βαθιά γνώση της οικονομίας.

Και όμως, στη διάρκεια της δικής τους εποχής συντελέστηκε μία από τις σημαντικότερες μεταβολές του μεταπολεμικού κόσμου χωρίς να γίνει εγκαίρως αντιληπτό ολόκληρο το εύρος της.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές απελευθερώθηκαν. Οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων υποχώρησαν. Οι ιδιωτικοποιήσεις επεκτάθηκαν. Τα συνδικάτα έχασαν μέρος της ισχύος τους.

Οι επιχειρήσεις αποδεσμεύθηκαν σταδιακά από τα εθνικά τους όρια. Η παγκοσμιοποίηση άλλαξε τη σχέση ανάμεσα στο κράτος, την οικονομία και τις αγορές.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έβλεπαν τις επιμέρους μεταβολές. Αυτό που δυσκολεύτηκαν να αντιληφθούν ήταν ότι όλες μαζί συγκροτούσαν ένα νέο σύστημα.

Ο Χέλμουτ Σμιτ είχε κατανοήσει νωρίς τις συνέπειες των πετρελαϊκών κρίσεων, του πληθωρισμού και της αυξανόμενης οικονομικής αλληλεξάρτησης. Ο Φρανσουά Μιτεράν εξελέγη το 1981 με εθνικοποιήσεις, αύξηση μισθών και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, για να αναγκαστεί δύο χρόνια αργότερα να πραγματοποιήσει τη μεγάλη στροφή προς τη δημοσιονομική και νομισματική αυστηρότητα.

Η εμπειρία του Μιτεράν υπήρξε ίσως η πρώτη μεγάλη προειδοποίηση. Μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση διαπίστωνε ότι η ελευθερία άσκησης της οικονομικής πολιτικής περιοριζόταν πλέον από την κίνηση κεφαλαίων, τις συναλλαγματικές πιέσεις και τη διεθνή οικονομική αλληλεξάρτηση.

Ο Χέλμουτ Κολ ήταν περισσότερο φιλικός προς την αγορά, αλλά ούτε εκείνος επιδίωξε την εγκατάλειψη του γερμανικού κοινωνικού μοντέλου. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, από την άλλη πλευρά, ήταν ένας οικονομολόγος με βαθιά γνώση του αμερικανικού καπιταλισμού. Η ιστορική του προτεραιότητα, όμως, ήταν η διεύρυνση του κοινωνικού κράτους και η ενσωμάτωση κοινωνικών στρωμάτων που είχαν μείνει στο περιθώριο του μεταπολεμικού συστήματος.

Κατά μία έννοια, προσπαθούσε να θεραπεύσει τις ανισότητες του προηγούμενου οικονομικού μοντέλου τη στιγμή που γεννιόταν ένα καινούργιο.

“Οι άνθρωποι, ακόμη και οι μεγάλοι πολιτικοί,
αντιλαμβάνονται το καινούργιο μέσα από τις εμπειρίες
του κόσμου που τους διαμόρφωσε.”

Γιατί προσωπικότητες αυτής της εμβέλειας δεν είδαν ολόκληρη τη μεταβολή;

Επειδή οι άνθρωποι, ακόμη και οι μεγάλοι πολιτικοί, αντιλαμβάνονται το καινούργιο μέσα από τις εμπειρίες του κόσμου που τους διαμόρφωσε.

Ο Μιτεράν, ο Σμιτ, ο Κολ και ο Παπανδρέου είχαν διαμορφωθεί στον μεταπολεμικό κόσμο. Σε έναν κόσμο όπου το κράτος μπορούσε να ελέγχει σε σημαντικό βαθμό την οικονομία, οι τράπεζες λειτουργούσαν κυρίως σε εθνικά πλαίσια, τα κεφάλαια αντιμετώπιζαν περιορισμούς, τα συνδικάτα ήταν ισχυρά και οι κυβερνήσεις διέθεταν σημαντική αυτονομία στην οικονομική πολιτική.

Μέσα σε δύο δεκαετίες, όμως, η σχέση άρχισε να αντιστρέφεται. Δεν ήταν πλέον μόνο οι κυβερνήσεις που ρύθμιζαν τις αγορές. Οι αγορές άρχισαν να περιορίζουν τις επιλογές των κυβερνήσεων.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η αναλογία με την εποχή μας.

Μήπως συμβαίνει κάτι αντίστοιχο σήμερα;

Βλέπουμε τους δασμούς και τους αντιμετωπίζουμε ως εμπορικές διαφορές. Βλέπουμε τον προστατευτισμό ως αντίδραση στην κινεζική βιομηχανική ισχύ. Βλέπουμε τις ενεργειακές ανατροπές ως συνέπεια πολέμων ή της πράσινης μετάβασης. Βλέπουμε την αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων ως ζήτημα ασφάλειας. Βλέπουμε την αύξηση των αμυντικών δαπανών ως αποτέλεσμα των πολέμων στην ευρύτερη ευρωπαϊκή γειτονιά. Βλέπουμε την τεχνολογική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας ως έναν ανταγωνισμό για τους ημιαγωγούς, την τεχνητή νοημοσύνη και τις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Μήπως όμως όλα αυτά δεν είναι διαφορετικές κρίσεις; Μήπως είναι διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας μεγάλης αλλαγής;

Για περίπου τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου κυριάρχησε η πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα υπερίσχυε σταδιακά της γεωπολιτικής. Το ελεύθερο εμπόριο θα διευρυνόταν, τα κεφάλαια θα κινούνταν όλο και πιο ελεύθερα, οι επιχειρήσεις θα επέλεγαν τον αποτελεσματικότερο τόπο παραγωγής και η ενέργεια θα προμηθευόταν από εκεί όπου ήταν φθηνότερη.

Αυτός ο κόσμος φαίνεται να υποχωρεί.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η αλλαγή που δεν έχουμε ακόμη αποτιμήσει στις πραγματικές της διαστάσεις. Το κράτος επιστρέφει στην οικονομία, όχι με τη μορφή που είχε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, αλλά ως φορέας οικονομικής ασφάλειας και εθνικής ισχύος. Οι κυβερνήσεις επιδοτούν βιομηχανίες στρατηγικής σημασίας, επιδιώκουν να επαναφέρουν παραγωγικές δραστηριότητες στο εσωτερικό τους, ελέγχουν ξένες επενδύσεις και παρεμβαίνουν στην τεχνολογία, στην ενέργεια και στις κρίσιμες υποδομές. Η διάκριση ανάμεσα στην οικονομική πολιτική και στην πολιτική εθνικής ασφάλειας γίνεται όλο και λιγότερο καθαρή.

“Tο εμπόριο, από μηχανισμός οικονομικής
αποτελεσματικότητας, γίνεται ξανά
εργαλείο γεωπολιτικής.”

Η ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σημασία από το χαμηλότερο κόστος. Η ενεργειακή αυτονομία μεγαλύτερη σημασία από τη φθηνότερη προμήθεια. Η εγχώρια βιομηχανική παραγωγή μεγαλύτερη σημασία από την απεριόριστη εξειδίκευση. Οι κρίσιμες πρώτες ύλες, οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη και η αμυντική βιομηχανία μετατρέπονται σε στοιχεία εθνικής ισχύος.

Και το εμπόριο, από μηχανισμός οικονομικής αποτελεσματικότητας, γίνεται ξανά εργαλείο γεωπολιτικής.

Αυτό δημιουργεί για την Ευρώπη ένα ιδιαίτερα δύσκολο πρόβλημα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω στην πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση, οι ανοικτές αγορές και οι κοινοί κανόνες μπορούσαν να περιορίσουν τη γεωπολιτική σύγκρουση. Σήμερα καλείται να λειτουργήσει σε έναν κόσμο στον οποίο οι μεγαλύτερες δυνάμεις χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο την οικονομία για την επιδίωξη στρατηγικών στόχων. Και η Ευρώπη κινδυνεύει να αναζητεί λύσεις με τα εργαλεία του χθεσινού κόσμου σε προβλήματα του αυριανού.

Εάν αυτή η ανάγνωση είναι σωστή, τότε μπορεί να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική αντιστροφή. Στη δεκαετία του 1980 ξεκίνησε η μεγάλη μετακίνηση από το κράτος προς την αγορά και από την εθνική οικονομία προς την παγκοσμιοποίηση. Σήμερα ενδέχεται να βρίσκεται σε εξέλιξη η αντίστροφη κίνηση: από την ανεμπόδιστη παγκοσμιοποίηση προς την οικονομική ασφάλεια, από την αποκλειστική λογική της αποτελεσματικότητας προς την ανθεκτικότητα και από την κυριαρχία της οικονομίας προς την επιστροφή της γεωπολιτικής.

“Το λάθος του παρελθόντος δεν ήταν ότι οι
πολιτικοί ηγέτες δεν έβλεπαν τα γεγονότα.
Δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως πως συνδέονταν
μεταξύ τους και προανήγγελλαν έναν διαφορετικό κόσμο.”

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πού θα καταλήξει αυτή η μετάβαση. Όπως δεν το γνώριζαν ούτε οι ηγέτες της δεκαετίας του 1980 όταν άρχιζε η προηγούμενη.

Το λάθος του παρελθόντος δεν ήταν ότι οι πολιτικοί ηγέτες δεν έβλεπαν τα γεγονότα. Τα έβλεπαν. Το λάθος ήταν ότι δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως πως τα γεγονότα συνδέονταν μεταξύ τους και προανήγγελλαν έναν διαφορετικό κόσμο.

Μήπως λοιπόν σήμερα συζητούμε χωριστά για δασμούς, Κίνα, ενέργεια, πολέμους, εξοπλισμούς, τεχνολογία και βιομηχανική πολιτική, ενώ στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μπροστά σε μία ενιαία αναδιάταξη της παγκόσμιας οικονομικής και γεωπολιτικής τάξης;

Οι μεγάλες αλλαγές σπάνια γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που αρχίζουν. Συνήθως αναγνωρίζονται όταν έχουν ήδη συντελεστεί.

Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν αυτή τη φορά θα τις αντιληφθεί εγκαίρως.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: