JPMorgan: Η παρέμβαση Μπέσεντ στα ομόλογα μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ

JPMorgan: Η παρέμβαση Μπέσεντ στα ομόλογα μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ
US Secretary of Treasury Scott Bessent looks on during a Cabinet meeting at Camp David in Maryland, on July 31, 2026. (Photo by Aaron Schwartz / AFP) Photo: AFP
Η Ουάσιγκτον επαναγοράζει περισσότερα μακροπρόθεσμα ομόλογα για να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού. Η JPMorgan προειδοποιεί, όμως, ότι χωρίς μείωση του ελλείμματος η παρέμβαση μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του αμερικανικού Δημοσίου και να έχει τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να μειώσουν τις αποδόσεις των ομολόγων τους αγοράζοντας περισσότερο από το ίδιο χρέος που, πολύ σύντομα, θα χρειαστεί να εκδώσουν σε ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες.

Σε αυτή την αντίφαση βρίσκεται ο πυρήνας της προειδοποίησης της JPMorgan για την αιφνιδιαστική παρέμβαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.

Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι θα διπλασιάσει από 2 δισ. σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια το ύψος ορισμένων επαναγορών κρατικών τίτλων διάρκειας από 10 έως 30 χρόνια. Η απόφαση προκάλεσε άμεσο ράλι στις τιμές των ομολόγων και πτώση των αποδόσεων.

Η απόδοση του 30ετούς Treasury υποχώρησε κατά περίπου εννέα μονάδες βάσης, κοντά στο 5,19%, ενώ ο δείκτης των μακροπρόθεσμων αμερικανικών τίτλων κατέγραψε την καλύτερη ημερήσια επίδοσή του από τον Φεβρουάριο του 2025.

Για την JPMorgan, όμως, αυτή η ανακούφιση μπορεί να είναι προσωρινή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι κάνει πραγματικά η επαναγορά ομολόγων

Το πρόγραμμα δεν πρέπει να συγχέεται με την ποσοτική χαλάρωση της Federal Reserve.

Όταν η Fed αγοράζει ομόλογα, δημιουργεί νέα ρευστότητα και αυξάνει τον ισολογισμό της, με στόχο να επηρεάσει συνολικά τις χρηματοοικονομικές συνθήκες. Το υπουργείο Οικονομικών, αντίθετα, επαναγοράζει κυρίως παλαιότερους τίτλους και συνεχίζει να χρηματοδοτεί τις ανάγκες του μέσω νέων εκδόσεων.

Βασικός στόχος είναι να βελτιωθεί η λειτουργία της αγοράς. Οι επενδυτές προτιμούν συνήθως τα νεότερα ομόλογα αναφοράς, με αποτέλεσμα οι παλαιότερες εκδόσεις να αλλάζουν χέρια δυσκολότερα και να εμφανίζουν μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ τιμών αγοράς και πώλησης.

Αγοράζοντας αυτούς τους τίτλους, το υπουργείο μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα και να περιορίσει προσωρινά τις πιέσεις στο μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης.

Το μέγεθος της παρέμβασης παραμένει, ωστόσο, πολύ μικρό σε σχέση με τη συνολική αγορά αμερικανικού κρατικού χρέους, η οποία ξεπερνά τα 32 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με το Reuters.

Πώς μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ

Η βασική ανησυχία της JPMorgan αφορά την αξιοπιστία της στρατηγικής διαχείρισης του αμερικανικού χρέους.

Το υπουργείο Οικονομικών ακολουθεί παραδοσιακά την αρχή της «τακτικής και προβλέψιμης» έκδοσης. Ενημερώνει εκ των προτέρων την αγορά για τη συχνότητα και το μέγεθος των δημοπρασιών, αποφεύγοντας να μεταβάλλει την πολιτική του ως απάντηση στις βραχυπρόθεσμες κινήσεις των αποδόσεων.

Αυτή η προβλεψιμότητα μειώνει την αβεβαιότητα για τους επενδυτές και, κατά συνέπεια, το κόστος δανεισμού του Δημοσίου.

Εάν η αγορά θεωρήσει ότι το υπουργείο αρχίζει να παρεμβαίνει ευκαιριακά κάθε φορά που οι αποδόσεις ανεβαίνουν, μπορεί να ζητήσει μεγαλύτερη αποζημίωση για να αγοράσει μακροπρόθεσμα ομόλογα.

Αυτό θα αυξήσει το λεγόμενο term premium: το πρόσθετο επιτόκιο που απαιτεί ένας επενδυτής για να δεσμεύσει τα χρήματά του για 20 ή 30 χρόνια, αντιμετωπίζοντας κινδύνους πληθωρισμού, δημοσιονομικής επιδείνωσης και αλλαγών στην πολιτική.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η προσπάθεια να μειωθούν οι αποδόσεις βραχυπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος δανεισμού μακροπρόθεσμα.

Το πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζουν οι επαναγορές

Για την JPMorgan, η βασική αιτία της πίεσης δεν είναι η έλλειψη ρευστότητας αλλά η δημοσιονομική αριθμητική.

Το αμερικανικό έλλειμμα κινείται κοντά στο 6% του ΑΕΠ, παρότι η οικονομία βρίσκεται κοντά στην πλήρη απασχόληση. Τέτοιου μεγέθους ελλείμματα εμφανίζονται συνήθως σε περιόδους ύφεσης ή έκτακτης ανάγκης, όχι όταν η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή.

Παράλληλα, το συνολικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια. Η συνεχής έκδοση νέων τίτλων αυξάνει την ποσότητα που πρέπει να απορροφήσουν οι επενδυτές, σε μια περίοδο κατά την οποία η αβεβαιότητα για τον πληθωρισμό παραμένει υψηλή.

Οι επαναγορές μπορούν να βελτιώσουν τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονται τα ομόλογα. Δεν μειώνουν, όμως, από μόνες τους ούτε το έλλειμμα ούτε το συνολικό χρέος.

Το χρηματοδοτικό κενό των 3,7 τρισ. δολαρίων

Η JPMorgan υπολογίζει ότι από το οικονομικό έτος 2027 έως το 2030 θα προκύψει σωρευτικό χρηματοδοτικό κενό περίπου 3,7 τρισ. δολαρίων.

Αυτό σημαίνει ότι τα σημερινά μεγέθη των δημοπρασιών δεν θα επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της κυβέρνησης και την αναχρηματοδότηση των τίτλων που λήγουν.

Το υπουργείο θα πρέπει κάποια στιγμή να αυξήσει την έκδοση ομολόγων, να στηριχθεί περισσότερο σε βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια ή να επιτύχει ουσιαστική μείωση του ελλείμματος. Η μεγαλύτερη χρήση βραχυπρόθεσμου χρέους μπορεί να περιορίσει προσωρινά την προσφορά 20ετών και 30ετών τίτλων. Αυξάνει, όμως, την ανάγκη συνεχούς αναχρηματοδότησης και αφήνει τον προϋπολογισμό περισσότερο εκτεθειμένο στις μεταβολές των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων.

Η αισιόδοξη ανάγνωση της Citigroup

Δεν συμμερίζονται όλες οι τράπεζες την απαισιοδοξία της JPMorgan.

Η Citigroup βλέπει ευκαιρία στα 20ετή αμερικανικά ομόλογα, θεωρώντας ότι η αυξημένη παρουσία του υπουργείου ως αγοραστή μπορεί να συγκρατήσει την προσφορά και να στηρίξει τις τιμές.

Εάν παράλληλα αποκλιμακωθεί ο πληθωρισμός, οι αποδόσεις θα μπορούσαν να κινηθούν χαμηλότερα και να δημιουργήσουν σημαντικά κέρδη για όσους αγοράσουν μακροπρόθεσμους τίτλους στα σημερινά επίπεδα.

Οι δύο εκτιμήσεις δεν είναι απαραίτητα ασύμβατες. Η Citi εστιάζει περισσότερο στη δυνητική πορεία των ομολόγων τους επόμενους μήνες, ενώ η JPMorgan προειδοποιεί για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική αξιοπιστία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: