Ύπνος: Χρειάζονται όλοι πραγματικά 8 ώρες; Τι δείχνουν οι νέες έρευνες

Ύπνος: Χρειάζονται όλοι πραγματικά 8 ώρες; Τι δείχνουν οι νέες έρευνες
Photo: Shutterstock
Η επιστήμη απομακρύνεται από τον αυστηρό κανόνα του οκταώρου, καθώς η ιδανική διάρκεια ύπνου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο – Ρόλο παίζουν επίσης η ποιότητα, η συνέπεια και η ώρα του ύπνου
  • Οι νεότερες έρευνες δείχνουν ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος «ιδανικός» αριθμός ωρών ύπνου για όλους, καθώς οι ανάγκες διαφέρουν ανά ηλικία, οργανισμό και τρόπο ζωής.
  • Μελέτες σε προβιομηχανικές κοινωνίες έχουν καταγράψει μέσο ύπνο περίπου 5,7 έως 7,1 ώρες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σύγχρονοι ενήλικες πρέπει απαραίτητα να κοιμούνται λιγότερο.
  • Οι επίσημες συστάσεις εξακολουθούν να τοποθετούν για τους περισσότερους ενήλικες τον ύπνο γύρω στις 7 έως 9 ώρες, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν η σταθερότητα του ωραρίου και ο κιρκάδιος ρυθμός.

Για περισσότερο από έναν αιώνα, οι οκτώ ώρες ύπνου αντιμετωπίζονται συχνά ως το ιδανικό μέτρο για μια υγιή καθημερινότητα.

Ωστόσο, τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι το οκτάωρο δεν αποτελεί έναν απόλυτο βιολογικό κανόνα που ισχύει με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Brain Medicine εξετάζει πόσο ύπνο χρειάζεται πραγματικά ο ανθρώπινος οργανισμός και καταλήγει ότι η ιδανική διάρκεια μπορεί να διαφέρει σημαντικά μεταξύ ανθρώπων.

Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η βέλτιστη διάρκεια φαίνεται να βρίσκεται κάτω από τις παραδοσιακές οκτώ ώρες.

Τι δείχνουν κοινωνίες χωρίς τεχνητό φως

Για να κατανοήσουν καλύτερα τον φυσικό ρυθμό ύπνου του ανθρώπου, οι ερευνητές έχουν εξετάσει πληθυσμούς που ζουν με ελάχιστη ή καθόλου έκθεση σε τεχνητό φωτισμό και πιο κοντά σε προβιομηχανικά πρότυπα ζωής.

Σε κοινότητες της Τανζανίας, της Ναμίμπιας και της Βολιβίας, ο μέσος χρόνος ύπνου καταγράφηκε περίπου στις 5,7 έως 7,1 ώρες κάθε νύχτα.

Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως δεν χρησιμοποιούσαν ξυπνητήρια, δεν αναπλήρωναν συστηματικά τον ύπνο με μεγάλους μεσημεριανούς υπνάκους και ξυπνούσαν φυσικά κοντά στην ανατολή του ήλιου.

Άλλη ανάλυση έχει τοποθετήσει τον μέσο ύπνο σε προβιομηχανικές κοινωνίες περίπου στις 6,4 ώρες.

Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να κοιμόμαστε λιγότερο;

Όχι απαραίτητα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί έχουν πολύ διαφορετικό τρόπο ζωής, επίπεδο σωματικής δραστηριότητας, έκθεση στο φως και καθημερινό πρόγραμμα σε σχέση με όσους ζουν στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες.

Επομένως, τα ευρήματα δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια σε κάθε άνθρωπο.

Αντίθετα, ενισχύουν την άποψη ότι ο αυστηρός κανόνας των οκτώ ωρών δεν αποτελεί βιολογική σταθερά για ολόκληρο τον πληθυσμό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πού φαίνεται να βρίσκεται η «ιδανική» διάρκεια

Μεγάλες μελέτες στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν επιχειρήσει να συνδέσουν τη διάρκεια του ύπνου με δείκτες υγείας.

Μία από αυτές, αξιοποιώντας δεδομένα από απεικονίσεις εγκεφάλου και σώματος αλλά και μοριακούς δείκτες, εκτίμησε ότι η βέλτιστη διάρκεια μπορεί να βρίσκεται περίπου μεταξύ 6,4 και 7,8 ωρών, ανάλογα με το φύλο και τον δείκτη υγείας που εξετάζεται.

Παράλληλα, πολλές έρευνες έχουν καταγράψει μια σχέση «U» ανάμεσα στη διάρκεια ύπνου και την υγεία.

Τόσο ο πολύ λίγος όσο και ο υπερβολικά πολύς ύπνος έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο για προβλήματα όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, εγκεφαλικά επεισόδια και παχυσαρκία.

Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι δεν είναι πάντα ξεκάθαρο εάν ο υπερβολικός ύπνος προκαλεί προβλήματα υγείας ή αν αποτελεί σύμπτωμα μιας ήδη υπάρχουσας κατάστασης.

Δεν υπάρχει ένας ιδανικός αριθμός για όλους

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ανάγκες ύπνου είναι εξατομικευμένες.

Η ηλικία, η γενετική, η φυσική δραστηριότητα, η ψυχική υγεία και ο τρόπος ζωής μπορούν να επηρεάσουν το πόσο ύπνο χρειάζεται ένας άνθρωπος.

Οι νεότεροι ενήλικες συνήθως χρειάζονται περισσότερο ύπνο από τους μεγαλύτερους, ενώ ακόμη και δύο άνθρωποι ίδιας ηλικίας μπορεί να λειτουργούν καλύτερα με διαφορετικό αριθμό ωρών.

Οι επίσημες συστάσεις του National Sleep Foundation τοποθετούν για τους ενήλικες ηλικίας 26 έως 64 ετών το προτεινόμενο εύρος στις 7 έως 9 ώρες ανά νύχτα.

Για ορισμένους ανθρώπους, ωστόσο, μικρότερη ή μεγαλύτερη διάρκεια μπορεί να είναι επαρκής.

Δεν μετρά μόνο το πόσο κοιμόμαστε

Η διάρκεια αποτελεί μόνο μία πλευρά του ύπνου.

Εξίσου σημαντικό είναι το πότε κοιμόμαστε και πόσο σταθερό είναι το καθημερινό μας πρόγραμμα.

Το τεχνητό φως, οι οθόνες και τα ακανόνιστα ωράρια μπορούν να επηρεάσουν τον φυσικό κιρκάδιο ρυθμό του οργανισμού, μεταβάλλοντας το πότε αισθανόμαστε υπνηλία και πότε ξυπνάμε.

Ιδιαίτερα όσοι εργάζονται σε νυχτερινές ή εναλλασσόμενες βάρδιες, αλλά και όσοι ακολουθούν πολύ ασταθή ωράρια, μπορεί να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη επιβάρυνση.

Τι γίνεται με τον ύπνο του Σαββατοκύριακου

Ένα ακόμη ερώτημα αφορά την αναπλήρωση του χαμένου ύπνου.

Αν κάποιος κοιμάται λιγότερο μέσα στην εβδομάδα, το να καλύπτει μέρος του χαμένου χρόνου το Σαββατοκύριακο φαίνεται να είναι προτιμότερο από τη συνεχή συσσώρευση έλλειψης ύπνου.

Ωστόσο, οι μεγάλες μεταβολές στο ωράριο μπορούν να διαταράξουν τη σταθερότητα του βιολογικού ρολογιού.

Γι’ αυτό οι ειδικοί δίνουν ολοένα μεγαλύτερη έμφαση όχι μόνο στον συνολικό αριθμό ωρών αλλά και στη συνέπεια του προγράμματος ύπνου.

Τελικά, είναι «μύθος» οι 8 ώρες;

Οι οκτώ ώρες δεν είναι ούτε ένας μαγικός αριθμός ούτε μια λανθασμένη συμβουλή.

Αποτελούν περισσότερο έναν χρήσιμο μέσο όρο μέσα σε ένα ευρύτερο εύρος, παρά έναν κανόνα που πρέπει να ακολουθούν όλοι απαρέγκλιτα.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, το σημαντικότερο είναι να κοιμούνται αρκετά ώστε να ξυπνούν ξεκούραστοι, να λειτουργούν καλά μέσα στην ημέρα και να διατηρούν ένα σχετικά σταθερό πρόγραμμα.

Με άλλα λόγια, η σύγχρονη έρευνα μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το «πρέπει να κοιμάμαι οκτώ ώρες» στο πιο ουσιαστικό ερώτημα: «πόσο ύπνο χρειάζεται πραγματικά ο δικός μου οργανισμός;»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: