Καλύτερος ύπνος, μεγαλύτερη καριέρα; Τι έδειξε μελέτη
- 23/08/2026, 17:36
- SHARE
Η ποιότητα του ύπνου στη μέση ηλικία ενδέχεται να σχετίζεται όχι μόνο με την υγεία, αλλά και με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος παραμένει ενεργός στην αγορά εργασίας.
Ερευνητές από τη Φινλανδία ανέλυσαν στοιχεία 70.339 εργαζομένων του δημόσιου τομέα και 6.071 συμμετεχόντων στη μελέτη Health and Social Support. Υπολόγισαν πόσα χρόνια αναμενόταν να παραμείνουν στην εργασία από την ηλικία των 50 έως τα 68.
Όσοι δεν ανέφεραν διαταραχές ύπνου είχαν εκτιμώμενο προσδόκιμο επαγγελματικής ζωής 13,4 ετών. Το αντίστοιχο διάστημα μειωνόταν:
- Στα 13 έτη για όσους είχαν μέτριες διαταραχές ύπνου.
- Στα 12,8 έτη για όσους αντιμετώπιζαν σοβαρές διαταραχές.
Η διαφορά αντιστοιχεί σε περίπου πέντε και οκτώ μήνες αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια ανεξαρτήτως φύλου και επαγγελματικής κατηγορίας. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Occupational & Environmental Medicine.
Ο πολύωρος ύπνος ως προειδοποιητικό σημάδι
Οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου ως:
- Σύντομη: κάτω από επτά ώρες.
- Μέση: από επτά έως 8,5 ώρες.
- Μεγάλη: εννέα ώρες ή περισσότερο.
Τόσο όσοι κοιμούνταν λιγότερο από επτά ώρες όσο και όσοι βρίσκονταν στη μεσαία κατηγορία είχαν εκτιμώμενη επαγγελματική ζωή 13,2 ετών μετά τα 50.
Αντίθετα, ο ύπνος εννέα ωρών ή περισσότερο συνδέθηκε με 12,4 χρόνια εργασίας, δηλαδή περίπου εννέα μήνες λιγότερους.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο πολύωρος ύπνος προκαλεί πρόωρη αποχώρηση από την εργασία. Μπορεί να αποτελεί ένδειξη υποκείμενων προβλημάτων υγείας, κόπωσης ή άλλων παραγόντων που επηρεάζουν ταυτόχρονα τον ύπνο και την επαγγελματική πορεία.
Ποιοι εμφάνισαν τη μεγαλύτερη διαφορά
Το μεγαλύτερο προσδόκιμο επαγγελματικής ζωής —σχεδόν 14 χρόνια— καταγράφηκε μεταξύ γυναικών σε επαγγελματικές θέσεις που δεν αντιμετώπιζαν διαταραχές ύπνου.
Το μικρότερο εντοπίστηκε μεταξύ ανδρών σε θέσεις εργασίας ρουτίνας με σοβαρά προβλήματα ύπνου και διαμορφώθηκε κοντά στα 12,5 χρόνια.
Οι διαφορές δείχνουν ότι ο ύπνος αλληλεπιδρά με τις ευρύτερες κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες. Εργαζόμενοι χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου μπορεί να διαθέτουν λιγότερη ευελιξία, δυσκολότερες συνθήκες εργασίας και περιορισμένη πρόσβαση σε υποστήριξη.