Eurobank Equities: Περιθώριο ανόδου ως 34% για τις ελληνικές τράπεζες – Οι νέες τιμές στόχοι και οι κίνδυνοι

Eurobank Equities: Περιθώριο ανόδου ως 34% για τις ελληνικές τράπεζες – Οι νέες τιμές στόχοι και οι κίνδυνοι
Photo: Shutterstock
Αναβάθμιση προβλέψεων για τα κέρδη των τραπεζών. Γιατί η Eurobank Equities ξεχωρίζει την Alpha Bank και ποιους κινδύνους επισημαίνει έως το 2028

Σύσταση «Αγορά» δίνει η Eurobank Equities για τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών, με την Alpha Bank να εμφανίζει το υψηλότερο δυνητικό περιθώριο ανόδου, ακολουθούμενη από την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς, ενώ χαμηλότερο περιθώριο παρουσιάζει η Optima Bank.  

Ειδικότερα, με βάση τις τιμές κλεισίματος της 13ης Οκτωβρίου 2026, το περιθώριο ανόδου διαμορφώνεται περίπου στο 33,9% για την Alpha Bank, με τιμή-στόχο 5,75 ευρώ έναντι τρέχουσας τιμής 4,294 ευρώ, στο 27,6% για την Εθνική Τράπεζα, με τιμή-στόχο 20,80 ευρώ έναντι 16,30 ευρώ, στο 25,3% για την Τράπεζα Πειραιώς, με τιμή-στόχο 12,25 ευρώ έναντι 9,78 ευρώ, στο 12,6% για την Optima Bank, με τιμή-στόχο 16,55 ευρώ έναντι 14,70 ευρώ, και στο 22,1% για την Τράπεζα Κύπρου, με τιμή-στόχο 12,75 ευρώ έναντι 10,44 ευρώ.

Πιστωτική επέκταση

Σύμφωνα με τη Eurobank Equities, η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα παρέμεινε ευρείας βάσης το Β΄ τρίμηνο, με κινητήριο μοχλό τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων. 

Τα ενήμερα ανοίγματα αυξήθηκαν κατά περίπου 9–14% σε ετήσια βάση στις ελληνικές συστημικές τράπεζες, κατά περίπου 8% στην  Τράπεζα Κύπρου και κατά 37% στην Optima Bank, έχοντας καλύψει περίπου το 70% των αντίστοιχων στόχων τους για το σύνολο του 2026.

Η αύξηση των όγκων, η τοποθέτηση κεφαλαίων σε τίτλους και τα ανθεκτικά περιθώρια χορηγήσεων στήριξαν την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) κατά 3–6% σε τριμηνιαία βάση για τις συστημικές τράπεζες. 

Παράλληλα, οι προμήθειες αυξήθηκαν κατά 4–20%, χάρη στις συναλλακτικές τραπεζικές εργασίες, τα επενδυτικά προϊόντα, τη χρηματοδοτική δραστηριότητα και τις ασφαλιστικές εργασίες. 

Η δυναμική αυτή οδήγησε σε επί τα βελτίω αναθεώρηση των προβλέψεων για το 2026, με τη δημοσιονομική πειθαρχία στο κόστος, τη βελτίωση της αποδοτικότητας, την υγιή εξέλιξη της ποιότητας του ενεργητικού και την παραγωγή κεφαλαίου να εξακολουθούν να λειτουργούν υποστηρικτικά.

Αν και η πιστωτική επέκταση αναμένεται να εξομαλυνθεί από τους εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς του Α΄ εξαμήνου, εκτιμάται ότι το Γ΄ τρίμηνο θα παραμείνει ισχυρό, καθώς η υψηλότερη δυναμική εξόδου του Β΄ τριμήνου θα μεταφερθεί στα καθαρά έσοδα από τόκους και στις προμήθειες του Β΄ εξαμήνου. 

Κατά συνέπεια, προβλέπεται ότι η απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) για το 2026 θα διαμορφωθεί στο 12,0%–16,7% για τις συστημικές τράπεζες και στο 17,6%–26,6% για την Τράπεζα Κύπρου και την Optima Bank, αντίστοιχα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εντείνεται το πολιτικό ρίσκο

Όπως επισημαίνει η χρηματιστηριακή, η αύξηση των ενήμερων δανείων στις τέσσερις συστημικές τράπεζες αναμένεται να επιβραδυνθεί από 8,6% το 2026 σε 7,6% το 2027 και 7,0% το 2028, αντανακλώντας μια διαδικασία εξομάλυνσης και όχι μια απότομη πτώση μετά τη λήξη του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).

Η Ελλάδα έχει λάβει 11,7 δισ. ευρώ από τα 17,7 δισ. ευρώ της κατανομής δανείων του RRF, ενώ έχουν υπογραφεί συμφωνίες που καλύπτουν επενδύσεις ύψους 29,2 δισ. ευρώ, οι οποίες χρηματοδοτούνται από δάνεια RRF 13,2 δισ. ευρώ, τραπεζικό δανεισμό 9,4 δισ. ευρώ και ίδια κεφάλαια επενδυτών 6,6 δισ. ευρώ. 

Με εκταμιεύσεις 6 δισ. ευρώ έως τον Μάιο και αναμενόμενες εκταμιεύσεις έως το 2029, το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο έργων στηρίζει την πιστωτική επέκταση και μετά το 2026.

Η δε άμεση συγχρηματοδότηση μέσω RRF αντιστοιχούσε μόλις στο 10% περίπου των νέων συμβάσεων τραπεζικών δανείων μεσομακροπρόθεσμης διάρκειας κατά την περίοδο Ιουλίου 2022–Φεβρουαρίου 2026. 

Οι ανάγκες αντικατάστασης κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, ενέργειας, υποδομών, εκσυγχρονισμού και κεφαλαίου κίνησης στηρίζουν τη ζήτηση για χρηματοδότηση. 

Οι μη χρηματοδοτούμενες από το RRF δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται επίσης να αυξηθούν κατά 12%, στα 11,0 δισ. ευρώ το 2027, αν και η αύξηση κατά 1,2 δισ. ευρώ αντισταθμίζει μόνο εν μέρει τα 7,2 δισ. ευρώ δαπανών του RRF που λήγουν.

Σύμφωνα με τη Eurobank Equities, ο σημαντικότερος κίνδυνος αφορά τον χρονισμό των επενδύσεων, καθώς οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού ή η επανάληψη των εκλογών το 2027 θα μπορούσαν να καθυστερήσουν έργα και εκταμιεύσεις. 

Οι προβλέψεις της χρηματιστηριακής δεν ενσωματώνουν καθυστερήσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με ένα σενάριο που βασίζεται σε ερευνητικές εκτιμήσεις και προβλέπει υστέρηση των επενδύσεων κατά 5%, το εκλογικό έτος θα περιόριζε την αύξηση του ΑΕΠ και των δανείων κατά περίπου 0,5 και 0,36 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα. Παρά την επιβράδυνση, και οι δύο δείκτες θα παρέμεναν θετικοί το 2027, στο περίπου 1,4% και 7,2%, αντίστοιχα.

Ο παράγων Γαλλία 

Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από την άνοδο των επιτοκίων, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την περίοδο εξόδου από τα αρνητικά επιτόκια, ενώ ο ανταγωνισμός ενδέχεται να περιορίσει το όφελος. 

Με βάση τις παραδοχές της Eurobank Equities για το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων (DFR) στο 2,75% στο τέλος του 2026 και στο 2,50% το 2027–2028, μια πρόσθετη αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης θα ενίσχυε τα κέρδη του 2027 κατά περίπου 2,6–5,0%. Παράλληλα, αύξηση κατά περίπου 35 μονάδες βάσης θα αντιστάθμιζε συρρίκνωση των περιθωρίων κατά 10 μονάδες βάσης.

Το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης ενδέχεται να καθυστερήσει οριακά βιώσιμα επενδυτικά έργα, ωστόσο οι τάσεις στην πιστωτική επέκταση υποδηλώνουν ότι η επενδυτική ζήτηση και το χαρτοφυλάκιο χρηματοδοτήσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από το απόλυτο επίπεδο των επιτοκίων. 

Ενδεικτικά, η αύξηση της επιχειρηματικής πίστης έφθασε περίπου το 13,8% το 2024, παρά το μέσο DFR του 3,7%, έναντι περίπου 9,0% τον Αύγουστο του 2026, με μέσο DFR 2,1% κατά την περίοδο Ιανουαρίου–Αυγούστου. Αυτό υποδηλώνει ότι ένα DFR της τάξης του 3,25% έως το Δ΄ τρίμηνο του 2027 θα περιόριζε τη ζήτηση, χωρίς όμως να την εκτροχιάσει.

Σε αυτό το περιβάλλον ανθεκτικής κερδοφορίας, οι δημοσιονομικές πιέσεις στη Γαλλία αποτελούν βραχυπρόθεσμο κίνδυνο αποτίμησης, καθώς τα περιθώρια απόδοσης των ελληνικών δεκαετών κρατικών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών διευρύνθηκαν κατά περισσότερο από 25 μονάδες βάσης, στα περίπου 95 μονάδες βάσης. Μια αύξηση του κόστους ιδίων κεφαλαίων (CoE) κατά 50 μονάδες βάσης θα μείωνε τις εύλογες αξίες κατά περίπου 4,4–7,0%. 

Ωστόσο, η ενίσχυση των κερδών από μια ταυτόχρονη αύξηση του DFR κατά 50 μονάδες βάσης θα περιόριζε την υπολειπόμενη επίπτωση στο 0,4–3,0%. Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο επεισόδιο συνιστά κίνδυνο ανατιμολόγησης των μετοχών, αλλά με περιορισμένο αντίκτυπο στα κέρδη.

Η Alpha παραμένει η κορυφαία επιλογή… 

Με βάση τα παραπάνω, η Eurobank Equities αυξάνει τις συνολικές εκτιμήσεις για τα καθαρά κέρδη της περιόδου 2026–2028 κατά περίπου 2–6%, κυρίως λόγω των υψηλότερων καθαρών εσόδων από τόκους, ως αποτέλεσμα των επιτοκίων, των ισχυρότερων προμηθειών και της βελτίωσης της αποδοτικότητας κόστους. 

Οι επαναγορές μετοχών αναμένεται να στηρίξουν περαιτέρω την αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS).

Λαμβανομένης υπόψη της ανόδου περίπου 32% από την αρχή του έτους, οι συστημικές τράπεζες διαπραγματεύονται με δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E) περίπου 9x βάσει των εκτιμήσεων για το 2027 και δείκτη τιμής προς ενσώματη λογιστική αξία (P/TBV) 1,46x. 

Αυτό συνεπάγεται έκπτωση περίπου 14% και 12% έναντι των ιταλικών και ισπανικών ομοειδών τραπεζών, αντίστοιχα. Η χαμηλότερη προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) για το 2027E, περίπου 17% έναντι 18,6%, εξηγεί εν μέρει αυτή την έκπτωση.

Ωστόσο, η ισχυρότερη αύξηση των κερδών ανά μετοχή, 11,4% έναντι 9%, και η υψηλότερη πιστωτική επέκταση, περίπου 8% έναντι 4%, στηρίζουν την επενδυτική επιχειρηματολογία υπέρ της σχετικής αξίας των ελληνικών τραπεζών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η χρηματιστηριακή επαναλαμβάνει τη σύσταση «Αγορά» για όλες τις τράπεζες που καλύπτει, με περιθώριο ανόδου των τιμών-στόχων περίπου 13–34%. 

Η Alpha παραμένει η κορυφαία της επιλογή, καθώς διαπραγματεύεται με δείκτη P/E περίπου 8,2x βάσει των εκτιμήσεων για το 2027 και δείκτη PEG περίπου 0,49x, έναντι 0,82x για τις εγχώριες ομοειδείς τράπεζες. 

Η έκπτωση της Alpha έναντι των ελληνικών ομοειδών τραπεζών στον δείκτη P/TBV ανέρχεται σε περίπου 25%, με τον αντίστοιχο δείκτη των εγχώριων τραπεζών να διαμορφώνεται στο 1,46x. Σε συνδυασμό με τον σύνθετο ετήσιο ρυθμό αύξησης των κερδών ανά μετοχή (EPS CAGR) της τάξης του 17% για την περίοδο 2025–2028 και τη βελτίωση των αποδόσεων, τα στοιχεία αυτά δημιουργούν περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης των αποτιμήσεων.

Η Ημέρα Ενημέρωσης Επενδυτών (Investor Day) της 5ης Νοεμβρίου αποτελεί πιθανό καταλύτη για την επικαιροποίηση των στόχων κερδοφορίας και επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: