Μπορεί η Ελλάδα να γίνει Γαλλία;

Μπορεί η Ελλάδα να γίνει Γαλλία;
PARIS, FRANCE - OCTOBER 18: Police clash with protesters during a demonstration amid a nationwide mobilisation over rising living costs, fuel prices and education funding in Paris, France, on October 18, 2026. Hesham Elsherif / Anadolu (Photo by Hesham Elsherif / Anadolu via AFP) Photo: AFP
Το ερώτημα απαντιέται εύκολα...

Τις τελευταίες ώρες, στον δημόσιο διάλογο κυριαρχεί ένα ερώτημα: θα μπορούσε η Ελλάδα να γίνει Γαλλία; Θα μπορούσαν, δηλαδή, οι κοινωνικές εντάσεις να κλιμακωθούν τόσο, ώστε να δούμε την Αθήνα να φλέγεται όπως το Παρίσι; Η απάντηση, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δείχνει να είναι αρνητική. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν οι λόγοι ανησυχίας.

Πρώτον, η Ελλάδα είχε τη μεγάλη ατυχία να βιώσει τη δημοσιονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας πριν από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 25%, η ανεργία εκτοξεύθηκε στο 29% και ένας στους δύο νέους ήταν άνεργος. Παράλληλα, πάνω από μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι υψηλών προσόντων έφυγαν από τη χώρα. Η Ελλάδα έζησε τις πιο δύσκολες στιγμές της την περίοδο 2011-2015 και, μέσα από τρία μνημονιακά προγράμματα, αναγκάστηκε να περιορίσει δαπάνες, να προχωρήσει σε επώδυνες προσαρμογές και να βάλει σε τάξη τα δημοσιονομικά της. Σήμερα, ασφαλώς, η ακρίβεια και η οικονομική πίεση παραμένουν, αλλά η εικόνα της οικονομίας είναι καλύτερη από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Δεύτερον, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με διαρθρωτικά προβλήματα που δεν αντιμετωπίστηκαν επαρκώς τα προηγούμενα 25 χρόνια. Το συνταξιοδοτικό της σύστημα, οι δημοσιονομικές πιέσεις και η δυσκολία διατήρησης ενός εκτεταμένου κοινωνικού κράτους χωρίς αντίστοιχη παραγωγική δυναμική συνθέτουν ένα δύσκολο παζλ. Υπό αυτή την έννοια, η Γαλλία θυμίζει την Ελλάδα του 2009: μια χώρα που είχε μπροστά της δύσκολες αποφάσεις, αλλά η πολιτική της τάξη δυσκολευόταν να τις λάβει. Πολιτικοί και ψηφοφόροι έμοιαζαν να βρίσκονται σε άρνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι το σύνθημα των ελληνικών εκλογών εκείνης της χρονιάς ήταν το «λεφτά υπάρχουν».

Τρίτον, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά στην πολιτική και κοινωνική ψυχολογία των δύο χωρών. Η Ελλάδα έχει ήδη περάσει από μια περίοδο βαθιάς πολιτικής απονομιμοποίησης, με τις πλατείες των Αγανακτισμένων, τη σύγκρουση μνημονιακών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την εκλογική εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ. Έχει ζήσει την αμφισβήτηση των θεσμών, την οργή για τη λιτότητα και την απότομη κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα γνώρισε ήδη τη δική της εκδοχή μιας βαθιάς κοινωνικής αναταραχής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια έχει εξαφανιστεί. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, οι χαμηλοί μισθοί σε σχέση με το κόστος ζωής και η αίσθηση ότι οι ευκαιρίες δεν κατανέμονται δίκαια εξακολουθούν να τροφοδοτούν την απογοήτευση. Τα Τέμπη, άλλωστε, έδειξαν ότι ένα γεγονός μπορεί να μετατρέψει τη συσσωρευμένη δυσπιστία σε μαζική κινητοποίηση, με αιτήματα που ξεπερνούν την ίδια την υπόθεση και αγγίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας και τη λειτουργία του κράτους. Η κοινωνική ένταση, επομένως, δεν απουσιάζει. Αλλά δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε εικόνες γενικευμένων συγκρούσεων στους δρόμους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τέταρτον, η Γαλλία έχει μια διαφορετική παράδοση κοινωνικής διεκδίκησης. Οι απεργίες, οι διαδηλώσεις και η σύγκρουση με την εκάστοτε κυβέρνηση αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της πολιτικής της κουλτούρας. Από τα «κίτρινα γιλέκα» μέχρι τις κινητοποιήσεις για το συνταξιοδοτικό, η γαλλική κοινωνία διαθέτει ισχυρά δίκτυα οργάνωσης και μια μακρά ιστορία διεκδίκησης στον δρόμο. Η διαμαρτυρία αποτελεί συχνά μέρος της ίδιας της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες.

Η Ελλάδα έχει επίσης αυτή την παράδοση, αλλά η σημερινή κοινωνική της δυναμική είναι διαφορετική. Η κόπωση από την κρίση, η απογοήτευση από τις διαδοχικές πολιτικές εναλλαγές και η δυσκολία συγκρότησης ενός ενιαίου πολιτικού αιτήματος λειτουργούν ανασταλτικά. Η δυσαρέσκεια μπορεί να είναι μεγάλη, αλλά παραμένει κατακερματισμένη. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας: δεν λείπουν οι λόγοι για να διαμαρτυρηθεί κανείς, λείπει όμως ένας κοινός πολιτικός ορίζοντας που θα μπορούσε να μετατρέψει τις επιμέρους διαμαρτυρίες σε ένα ενιαίο κοινωνικό κίνημα.

Το ερώτημα, συνεπώς, για το εάν η Ελλάδα θα γίνει Γαλλία απαντιέται εύκολα. Το δύσκολο για την ελληνική πολιτική τάξη είναι να αντιληφθεί εγκαίρως πως οικονομική σταθερότητα δεν σημαίνει αναγκαστικά και κοινωνική συνοχή κι ανθεκτικότητα. Άρα η χώρα μας δεν μπορεί να εφησυχάζει – αντίθετα η σιωπηλή συσσώρευση δυσαρέσκειας μπορεί να βρει πεδίο έκφρασης σε ένα τυχαίο γεγονός.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: