13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο: Δικαστικό «στοπ» – Τι μπορεί να αλλάξει πολιτικά

13ος και 14ος μισθός στο Δημόσιο: Δικαστικό «στοπ» – Τι μπορεί να αλλάξει πολιτικά
Photo: Shutterstock
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε τη διεκδίκηση για επαναφορά των δώρων και αναδρομική καταβολή τους.

Τέλος στη δικαστική διεκδίκηση του 13ου και του 14ου μισθού για τους δημοσίους υπαλλήλους βάζει η νέα απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Με την απόφαση 1201/2026, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας δεν συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη ούτε παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η απόφαση αφορά αγωγή δημοσίου υπαλλήλου που ζητούσε την αναδρομική καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος της περιόδου 2023-2024. Υπέρ του προσφεύγοντος είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ, ενώ η υπόθεση έφθασε στην Ολομέλεια μέσω της διαδικασίας της πρότυπης δίκης.

Αυτό σημαίνει ότι η κρίση του ΣτΕ δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη ατομική υπόθεση. Δίνει κατεύθυνση και στις υπόλοιπες εκκρεμείς διεκδικήσεις με το ίδιο νομικό αντικείμενο.

Τι σημαίνει πρακτικά η απόφαση

Ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος εξήγησε στο ΕΡΤnews ότι, μετά την απόφαση της Ολομέλειας, δεν διαφαίνεται πλέον περιθώριο επαναφοράς των δώρων μέσω νέων δικαστικών αγώνων.

Πρόκειται, κατά τον ίδιο, για τη δέκατη απόρριψη αντίστοιχων αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων. Η ειδοποιός διαφορά αυτή τη φορά είναι ότι η κρίση προέρχεται από την Ολομέλεια και εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης.

Για τους εργαζομένους στο Δημόσιο, η απόφαση συνεπάγεται ότι:

  • Δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα αναδρομικής καταβολής των δώρων για την εξεταζόμενη περίοδο.
  • Η κατάργηση που έγινε με τον νόμο 4093/2012 εξακολουθεί να ισχύει.
  • Η επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού δεν μπορεί να επιβληθεί δικαστικά με βάση τα επιχειρήματα που εξετάστηκαν.
  • Οποιαδήποτε αλλαγή προϋποθέτει νέα απόφαση της Βουλής.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί απορρίφθηκε η προσφυγή

Η αγωγή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς, η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία.

Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι τα κριτήρια της οδηγίας —όπως το κόστος διαβίωσης, η αγοραστική δύναμη και τα επίπεδα φτώχειας— θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη και για τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων.

Η Ολομέλεια δεν δέχθηκε αυτή τη νομική βάση. Έκρινε ότι οι μισθολογικές ενισχύσεις που έχουν ήδη χορηγηθεί στο Δημόσιο είναι επαρκείς υπό το εξεταζόμενο πλαίσιο και ότι η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή οδηγία δεν θεμελιώνει υποχρέωση επαναφοράς των δώρων.

Παράλληλα, το ΣτΕ απέρριψε τη σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα. Δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι υπάγονται σε διαφορετικά μισθολογικά και εργασιακά καθεστώτα, επομένως η διατήρηση των δώρων στον ιδιωτικό τομέα δεν επιβάλλει αυτομάτως την επαναφορά τους στο Δημόσιο.

Η απόφαση έκρινε, επομένως, ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων αποτελεί θεμιτή επιλογή του νομοθέτη.

Το πρόβλημα της υποστελέχωσης παραμένει

Το δικαστικό «όχι» δεν αναιρεί, πάντως, το ευρύτερο μισθολογικό πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης.

Ο Γιάννης Καρούζος επισημαίνει ότι ένας νεοδιοριζόμενος υπάλληλος, ιδιαίτερα όταν μετακινείται σε άλλη περιοχή και έχει οικογενειακές υποχρεώσεις, μπορεί να δυσκολεύεται να καλύψει το ενοίκιο και τις βασικές ανάγκες του με τις εισαγωγικές αποδοχές.

Οι συνθήκες αυτές επηρεάζουν πλέον τη δυνατότητα του Δημοσίου να προσελκύει και να διατηρεί προσωπικό. Επιτυχόντες σε διαγωνισμούς δεν αποδέχονται τον διορισμό, εγκαταλείπουν τη θέση λίγο μετά την ανάληψη καθηκόντων ή στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα αναζητώντας υψηλότερες απολαβές.

Το πρόβλημα είναι εντονότερο σε περιοχές με υψηλό στεγαστικό κόστος, σε νησιά και σε ειδικότητες όπου υπάρχει μεγάλη ζήτηση από την ιδιωτική αγορά.

Οι αυξήσεις που έχουν δοθεί

Τα τελευταία χρόνια έχουν εφαρμοστεί παρεμβάσεις για την ενίσχυση των αποδοχών στο Δημόσιο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η σύνδεση του εισαγωγικού μισθού με την εξέλιξη του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα.

Το ΣτΕ έλαβε υπόψη αυτές τις αυξήσεις κατά την αξιολόγηση της συνολικής μισθολογικής κατάστασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο έκρινε τις αποδοχές υψηλές ή επαρκείς για κάθε εργαζόμενο, αλλά ότι δεν διαπίστωσε νομική υποχρέωση του κράτους να επαναφέρει τα συγκεκριμένα επιδόματα.

Η διάκριση είναι κρίσιμη: το δικαστήριο αποφάνθηκε για τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα της κυβερνητικής επιλογής με το ευρωπαϊκό δίκαιο, όχι για το ποια μισθολογική πολιτική είναι κοινωνικά ή οικονομικά προτιμότερη.

Πόσο ανοιχτό παραμένει το πολιτικό παράθυρο

Η κυβέρνηση ή μια μελλοντική κοινοβουλευτική πλειοψηφία εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να επαναφέρει τα δώρα με νόμο.

Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένη δημοσιονομική πρόβλεψη, καθώς η καταβολή δύο πρόσθετων μισθών σε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους συνεπάγεται μόνιμη αύξηση των κρατικών δαπανών.

Θα μπορούσαν επίσης να εξεταστούν ενδιάμεσες επιλογές, όπως η σταδιακή επαναφορά, η χορήγηση μέρους των επιδομάτων ή η εφαρμογή εισοδηματικών κριτηρίων. Καμία από αυτές, όμως, δεν προκύπτει από τη δικαστική απόφαση ούτε αποτελεί προς το παρόν εξαγγελμένο κυβερνητικό μέτρο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: