Ακρίβεια: Σε υψηλές πτήσεις οι τιμές παρά τα σημάδια προσγείωσης στα καύσιμα

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Με τις ανακοινώσεις της για την πορεία του πληθωρισμού, η ΕΛΣΤΑΤ αναμένεται να επιβεβαιώσει ότι το πληθωριστικό κύμα παραμένει απειλητικό.

Σε σταθερά υψηλά επίπεδα κινείται ο πληθωρισμός τροφοδοτούμενος κύρια από την άνοδο στα κόστη παραγωγού και τις τιμές της ενέργειας. Σήμερα, οι ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ, αναμένεται να δώσουν το στίγμα, σε εθνικό επίπεδο, για το πώς διαμορφώθηκε ο Εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, αλλά και ο Εναρμονισμένος Δείκτης (το καλάθι με προϊόντα με το οποίο γίνεται η σύγκριση με τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ) για τον Ιούλιο, μετά την τιμή ρεκόρ του Ιουνίου με το ποσοστό στο 12,1%.

Πάντως οι εκτιμήσεις παραπέμπουν σε συνέχιση της “υψηλής πτήσης” αλλά με καταγραφή κάποιων σημαδιών επιβράδυνσης των αυξήσεων. Άλλωστε ήδη υπήρξε μια πρώτη ένδειξη με τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκης Στατιστικής Αρχής (Eurostat) πριν λίγες μέρες, που ανέφερε ότι κατά 11,5% αυξήθηκαν οι τιμές καταναλωτή στη χώρα μας τον Ιούλιο (Εναρμονισμένος Δείκτης)  σε ετήσια βάση.

Υπενθυμίζεται ότι ένα μήνα πριν, η εκτίμηση της Eurostat για την Ελλάδα ήταν 11,6%.

Η ενέργεια

Κύριος τροφοδότης και αυτό το μήνα της πορείας του πληθωρισμού αναμένεται να αναδειχθεί η ενέργεια. Βέβαια καταγράφεται υποχώρηση των τιμών στα καύσιμα, λόγω της πτώσης των τιμών του αργού πετρελαίου, όμως στο μέτωπο του ρεύματος και του φυσικού αερίου τα πράγματα κινήθηκαν αντίθετα, με τις μέσες τιμές του μήνα στα ύψη.

Είναι ενδεικτικό ότι η φρενήρης πορεία των τιμών του φυσικού αερίου, τον Ιούλιο, οδήγησε σε αύξηση της τιμής κατά 45%, της τιμής  με την οποία θα αμείβονται τον Αύγουστο οι ηλεκτροπαραγωγοί με μονάδες φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου.

Επίσης η τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (Day-Ahead Market – DAM) στην Ελλάδα κινήθηκε τον Ιούλιο σε επίπεδα άνω των 350 ευρώ ανά μεγαβατώρα την ίδια ώρα που το αέριο «πέταξε» για πολλές μέρες σε τιμές άνω των 200 ευρώ θερμική μεγαβατώρα, λόγω του ενεργειακού «πόκερ» της Μόσχας.

Τα καλά νέα

Στα θετικό της όλης εικόνας εγγράφεται η πορεία των τιμών των υγρών καυσίμων, που ήδη από τον Ιούλιο δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης.  Μόλις σε μια εβδομάδα η διεθνής τιμή του πετρελαίου έχει μειωθεί κατά περίπου 9% λόγω των ανησυχιών για ύφεση στην παγκόσμια οικονομία κι έτσι η τιμή του «μπρεντ» είναι γύρω από τα επίπεδα των 95 δολαρίων.

Αποκλιμάκωση καταγράφεται και στη εσωτερική αγορά σε σχέση με τον Ιούνιο με τη μέση τιμή να είναι στα 2,14 ευρώ, ενώ στην Αττική ήδη το φράγμα των 2 ευρώ έχει πέσει,

Πίεση στις τιμές παραγωγού

Πάντως και στα σημερινά νούμερα αναμένεται να φανεί η πίεση στο κόστος παραγωγού που αποτυπώνεται στην άνοδο των τιμών σε βασικά αγαθά.  Είναι χαρακτηριστικό, ότι όπως αναφέρει σε πρόσφατη εβδομαδιαία του ανάλυση, το τμήμα μελετών της Alpha Bank, “η άνοδος των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων ως αποτέλεσμα των προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες που προκαλεί η γεωπολιτική σύγκρουση στην Ευρώπη, τόσο σε στρατιωτικό, όσο και σε χρηματοοικονομικό επίπεδο, αποτελεί τον βασικό τροφοδότη της αύξησης του δείκτη τιμών καταναλωτή.

Παράλληλα, συνεχίζεται η σταδιακή διάχυση του φαινομένου στο σύνολο της οικονομίας μέσω του αυξημένου κόστους παραγωγής πλειάδας προϊόντων και υπηρεσιών, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ισχυρών πληθωριστικών προσδοκιών, ενώ η σταδιακή υποχώρηση του ευρώ οδηγεί σε επιτάχυνση του εισαγόμενου πληθωρισμού. Τέλος, η αβεβαιότητα γύρω από τον όγκο της ροής του ρωσικού φυσικού αερίου προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27) αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την πορεία του πληθωρισμού και της οικονομικής μεγέθυνσης, κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία σε συνεχές ράλι

Σημειώνεται ότι, περαιτέρω μεγάλη αύξηση, της τάξης του 39,9%, σημείωσε ο γενικός δείκτης τιμών παραγωγού στη βιομηχανία (σύνολο εγχώριας και εξωτερικής αγοράς) τον Ιούνιο εφέτος σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Ιουνίου 2021, έναντι αύξησης 12,6% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών το 2021 με το 2020. Αυτό αναμένεται σε βάθος τριμήνου να επηρεάσει τις τιμές στο “ράφι” οδηγώντας βέβαια σε νέες ανατιμήσεις.

Ωστόσο, ο γενικός δείκτης παρουσίασε μείωση 0,6% τον Ιούνιο 2022 σε σύγκριση με τον δείκτη του Μαΐου 2022, έναντι αύξησης 1,5% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών το 2021.

Το συνεχές ράλι

Υπενθυμίζεται ότι ο Γενικός Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία (σύνολο εγχώριας και εξωτερικής αγοράς), τον Μάιο 2022, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Μαΐου 2021, παρουσίασε αύξηση 43,0% έναντι αύξησης 13,7%. Επίσης, είχε προηγηθεί  τεράστια αύξηση, της τάξης του 48,8% στο γενικός δείκτης τιμών παραγωγού στη βιομηχανία (σύνολο εγχώριας και εξωτερικής αγοράς) τον Απρίλιο εφέτος σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Απριλίου 2021.

Ο Σεπτέμβριος

Στο φόντο αυτό, στελέχη της αγοράς προβλέπουν νέο κύμα ανατιμήσεων σε πολλούς κωδικούς προϊόντων από το Σεπτέμβριο. Παραπέμπουν, δε. σε ποσοστά της τάξης έως και του 20%, καθώς θα καταφθάσουν στις αλυσίδες λιανικής οι νέοι τιμοκατάλογοι σε είδη, όπως καθαριστικά, είδη προσωπικής υγιεινής, τυριά, σκευάσματα αλουμινίου κτλ.

Πάντως ο δείκτης τιμών του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), του Ο.Η.Ε., που καταγράφει τη μηνιαία διακύμανση των διεθνών τιμών ενός ‘καλαθιού’ βασικών τροφίμων μειώθηκε εκ νέου τον Ιούλιο, μετά το υψηλό ρεκόρ που κατέγραψε τον Μάρτιο. Έφθασε κατά μέσο όρο τις 140,9 μονάδες τον περασμένο μήνα έναντι ενός αναθεωρημένου δείκτη 154,3 μονάδων τον Ιούνιο. Η προηγούμενη τιμή για τον Ιούνιο ήταν 154,2 μονάδες.

Βέβαια, ο δείκτης για τον Ιούλιο εξακολουθεί να είναι 13,1% υψηλότερος σε σχέση με ένα χρόνο πριν, ως αποτέλεσμα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, των δυσμενών καιρικών συνθηκών και του υψηλού κόστους παραγωγής και μεταφοράς.

«Η μείωση στις τιμές των τροφίμων από πολύ υψηλά επίπεδα είναι καλοδεχούμενη, ωστόσο πολλές αβεβαιότητες παραμένουν», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, Μάσιμο Τορέρο.

Μια ζοφερή παγκόσμια οικονομική προοπτική, η νομισματική αστάθεια και οι υψηλές τιμές των λιπασμάτων –που μπορεί να επηρεάσουν την παραγωγή και την επιβίωση των αγροτών στο μέλλον– ασκούν σοβαρές πιέσεις στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, ανέφερε.