Αλλάζει η εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές – Η υποχώρηση του χρέους και η σύγκριση με την Ιταλία

Αλλάζει η εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές – Η υποχώρηση του χρέους και η σύγκριση με την Ιταλία
Photo: Φωτ. Προσωπικού Αρχείου
Η Alpha Bank εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει στο 128,8% του ΑΕΠ το 2027, ενώ τα ελληνικά ομόλογα καταγράφουν πλέον χαμηλότερα spreads από τα γαλλικά και τα ιταλικά. Οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων και τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ενισχύουν τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
  • Το ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει στο 128,8% του ΑΕΠ το 2027, χαμηλότερα από το ιταλικό.
  • Οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων προβλέπεται να φτάσουν τα 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2022-2026.
  • Τα ελληνικά ομόλογα καταγράφουν χαμηλότερα spreads έναντι των γερμανικών σε σύγκριση με τα γαλλικά και τα ιταλικά.

Η θέση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές ομολόγων αλλάζει σταδιακά, καθώς η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών διαφοροποιούν την εικόνα της χώρας σε σχέση με το παρελθόν. Η ελληνική οικονομία αναμένεται, μάλιστα, μέσα στην επόμενη διετία να καταγράψει μια σημαντική αλλαγή στην ευρωπαϊκή κατάταξη, καθώς το δημόσιο χρέος της προβλέπεται να υποχωρήσει κάτω από το αντίστοιχο της Ιταλίας.

Σύμφωνα με το τελευταίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, που δημοσιεύθηκε από την Alpha Bank τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, ο λόγος του ελληνικού χρέους προς το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα περιοριστεί από 145,4% το 2025 σε 136,7% το 2026 και σε 128,8% το 2027. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, η Ελλάδα θα πάψει να αποτελεί τη χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την Ιταλία να καταλαμβάνει πλέον την πρώτη θέση.

Η πορεία αυτή στηρίζεται στον συνδυασμό υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, πρόωρων αποπληρωμών δανείων και οικονομικής ανάπτυξης. Για το 2026, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί λίγο κάτω από το 2%, ενώ το 2027 η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Βασικός μοχλός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα παραμείνουν οι επενδύσεις, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Την ίδια στιγμή, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να φτάσει το 3,6% του ΑΕΠ το 2026 και το 3,3% το 2027, ενισχύοντας περαιτέρω τη δυνατότητα της χώρας να μειώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις.

Οι πρόωρες αποπληρωμές των 34 δισ. ευρώ

Καθοριστική για την ταχύτερη μείωση του χρέους είναι η στρατηγική πρόωρης εξόφλησης δανείων που ακολουθεί η Ελλάδα. Την περίοδο 2022-2026, οι αποπληρωμές αυτές αναμένεται να ανέλθουν συνολικά σε 34 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 12,8 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στο 2026.

Η προσπάθεια θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, με στόχο την πλήρη εξόφληση των διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος στήριξης έως το 2031, δηλαδή τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από τη συμβατική ημερομηνία λήξης τους.

Η δημοσιονομική προσαρμογή έχει ήδη αποτυπωθεί στις αξιολογήσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 ακολουθήθηκε από διαδοχικές αναβαθμίσεις, με πιο πρόσφατη εκείνη της Scope Ratings τον Οκτώβριο, η οποία ανέβασε την αξιολόγηση της Ελλάδας κατά μία βαθμίδα, στο BBB+.

Τα ελληνικά ομόλογα απέναντι σε Γαλλία και Ιταλία

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα στην αγορά κρατικών ομολόγων. Το κόστος δανεισμού της Ελλάδας, όπως αποτυπώνεται στη διαφορά απόδοσης των δεκαετών τίτλων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών, βρίσκεται πλέον σε χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Η εξέλιξη έχει τη δική της σημασία, καθώς οι δύο χώρες διαθέτουν υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση και χαμηλότερο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ από την Ελλάδα. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι επενδυτές δεν αξιολογούν αποκλειστικά το συνολικό ύψος του χρέους μιας χώρας, αλλά συνεκτιμούν τη δημοσιονομική της πορεία, τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της και τις προοπτικές της οικονομίας της.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί η διάρθρωση του δημόσιου χρέους. Περίπου το 70% βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα, ενώ, μετά τις πράξεις αντιστάθμισης κινδύνου, το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων βρίσκεται σε σταθερό επιτόκιο. Παράλληλα, η μέση διάρκεια ωρίμανσης ξεπερνά τα 18 χρόνια, περιορίζοντας την ανάγκη συχνής αναχρηματοδότησης.

Επιπλέον, το ταμειακό απόθεμα ασφαλείας ανερχόταν σε 31 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026, ποσό που αντιστοιχεί σε κάλυψη των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας για περισσότερα από τρία χρόνια.

Η Γαλλία στο επίκεντρο των ανησυχιών

Η βελτίωση της ελληνικής εικόνας αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων αντιμετωπίζουν νέες πιέσεις. Η άνοδος των ενεργειακών τιμών, οι πληθωριστικές ανησυχίες και η πολιτική αβεβαιότητα έχουν οδηγήσει σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών τίτλων, με τη Γαλλία να βρίσκεται στο επίκεντρο των προβληματισμών.

Η εεε και οι δυσκολίες δημοσιονομικής προσαρμογής επιβαρύνουν τις προοπτικές της γαλλικής οικονομίας. Το δημόσιο χρέος της χώρας προβλέπεται να αυξηθεί από το 115,7% του ΑΕΠ το 2025 στο 121,7% το 2027, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα παραμείνει στο 5% του ΑΕΠ το 2027.

Οι πιέσεις αποτυπώθηκαν και στην αγορά ομολόγων, με τη διαφορά απόδοσης του γαλλικού δεκαετούς τίτλου έναντι του γερμανικού να φτάνει στις αρχές Οκτωβρίου περίπου τις 147 μονάδες βάσης, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2012.

Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις από τις δημοσιονομικές δυσκολίες της Γαλλίας εκτιμάται ότι θα είναι κυρίως έμμεσες, μέσω της εξασθένησης της εξωτερικής ζήτησης. Οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών προς τη γαλλική αγορά ανήλθαν το 2025 σε 1,55 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 3,2% του συνόλου. Αντίστοιχα, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις από Γάλλους επισκέπτες αντιστοιχούσαν στο 5,9% των συνολικών εσόδων από τον τουρισμό, ενώ οι άμεσες γαλλικές επενδύσεις στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε 71 εκατ. ευρώ.

Γιατί περιορίζεται ο κίνδυνος νέας κρίσης χρέους στην Ευρώπη

Παρά τις πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων, ο κίνδυνος μιας γενικευμένης κρίσης στην ευρωπαϊκή περιφέρεια θεωρείται σήμερα μικρότερος σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Κύπρος έχουν βελτιώσει σημαντικά τη δημοσιονομική τους θέση, καταγράφοντας το 2025 πλεονάσματα 2%, 0,7% και 3,6% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Την ίδια χρονιά, το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας έφτασε το 5,1%.

Στην εκτίμηση αυτή συνυπολογίζεται και η ενισχυμένη δυνατότητα παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μέσω των εργαλείων που διαθέτει για την προστασία της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και τον περιορισμό του κατακερματισμού των αγορών. Παράλληλα, η έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους έχει ενισχύσει τους μηχανισμούς χρηματοδοτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών.

Για την Ελλάδα, η μείωση του δημόσιου χρέους, η μεγάλη διάρκεια των δανειακών υποχρεώσεων και η βελτίωση των όρων δανεισμού αποτελούν σημαντικές δικλείδες ασφαλείας απέναντι στους εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Δεν εξαλείφουν, ωστόσο, τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιτοκίων, νέες ενεργειακές ανατιμήσεις ή περαιτέρω επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: