Οι ενδιάμεσοι κόσμοι του Σπύρου Διβάρη στην Γκαλερί ΑΡΓΩ, 2 με 21 Νοεμβρίου 

Οι ενδιάμεσοι κόσμοι του Σπύρου Διβάρη στην Γκαλερί ΑΡΓΩ, 2 με 21 Νοεμβρίου 
Μια συζήτηση που ξεκινά από τον καμβά και φτάνει στους χώρους της καθημερινής ζωής, στη σχέση τέχνης και επιχειρηματικότητας και στην αξία της δημιουργικής ματιάς. 

Λένε ότι πατρίδα μας είναι η παιδική μας ηλικία. Μπορεί. Για μένα, πάντως, η αγάπη για έναν τόπο είναι δεμένη με μια παιδική φιλία. Ο Σπύρος Διβάρης είναι ο φίλος που οι μνήμες που μοιραστήκαμε με οδήγησαν να αγαπήσω την Κεφαλονιά, πατρίδα του και γενέτειρα της μητέρας μου. 

Ανήσυχος και στοχαστικός από παιδί, είχε πάντα εκείνη την εσωτερική αγωνία να διευρύνει τους ορίζοντές του και να αναζητά απαντήσεις στην τέχνη, στην ποίηση, στη φιλοσοφία, στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Για τον Σπύρο, η αισθητική είναι ηθική. Μια στάση απέναντι στον κόσμο και στον τρόπο που τον κατοικούμε. 

Ως αρχιτέκτονας, με έντονη παρουσία κυρίως στον σχεδιασμό κτιρίων γραφείων, καταστημάτων και χώρων αναψυχής, καλείται να συνδέσει τη δημιουργική του ματιά με τη λειτουργικότητα, την ταυτότητα μιας επιχείρησης και τις ανάγκες των ανθρώπων της. Στη ζωγραφική του, οι χώροι του φιλοξενούν μνήμες, συναισθήματα και ανθρώπινες παρουσίες που, όπως ο ίδιος λέει, μοιάζουν με ψυχές. 

Στην πρώτη του έκθεση ζωγραφικής, στην γκαλερί Αργώ, 2 με 21 Νοεμβρίου, παρουσιάζει έργα σε ακρυλικό που δίνουν μορφή σε όσα νιώθει, ονειρεύεται και εξερευνά. Συνθέτουν κόσμους ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, κάνοντας ορατή μια βαθιά προσωπική αναζήτηση. 

Η έκθεση γίνεται η αφορμή για μια συζήτηση που ξεκινά από τον καμβά και φτάνει στους χώρους της καθημερινής μας ζωής. Για τη σχέση της τέχνης με την επιχειρηματικότητα, για την αξία της δημιουργικής ματιάς και εν τέλει για τον άνθρωπο που αναγνωρίζω πίσω από κάθε του έργο.

Πότε μπήκε η ζωγραφική δυναμικά στη ζωή σου και τι σε οδήγησε να παρουσιάσεις τώρα την πρώτη σου έκθεση στην Αργώ; 

Πάντα ζωγράφιζα, αλλά όχι συστηματικά και με θάρρος. Η ζωγραφική μπήκε δυναμικά στη ζωή μου την περίοδο της πανδημίας. Εκείνη την εποχή στράφηκα περισσότερο προς τα μέσα και η ζωγραφική έγινε ένας τρόπος να εκφράζω όσα ένιωθα και να συνομιλώ με τον εαυτό μου. Τα έργα άρχισαν να συγκεντρώνονται, αλλά παρέμεναν για καιρό στον δικό μου χώρο. Τώρα αισθάνομαι την ανάγκη να εκτεθώ, να βγάλω αυτή την προσωπική συνομιλία προς τα έξω και να τη μοιραστώ με το κοινό. Η πρώτη έκθεση στην Αργώ είναι για μένα αυτό το πέρασμα: από το ιδιωτικό στο κοινό. 

Αν σου ζητήσω να επιλέξεις έναν πίνακα της έκθεσης για να μας συστήσεις τον ζωγράφο Σπύρο Διβάρη, ποιος θα ήταν;  

Θα επέλεγα αυτόν τον πίνακα, γιατί όλα εδώ αιωρούνται και ονειρεύονται. Είναι η Φάτα Μοργκάνα: ένας κόσμος που μοιάζει να εμφανίζεται μπροστά μας, αλλά παραμένει άπιαστος και αβέβαιος. Οι μορφές, τα καράβια και οι χώροι έχουν αποδεσμευτεί από το έδαφος και κατοικούν κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Νομίζω πως αυτός ο πίνακας με συστήνει καλά, γιατί δείχνει την ανάγκη μου να φτιάχνω κόσμους όπου η φαντασία μπορεί να γίνει ορατή. 

Σπίτια, παράθυρα, κήποι, θάλασσες… Η αρχιτεκτονική σε έμαθε να παρατηρείς τον χώρο, τις μορφές και να βρίσκεις  ισορροπίες. Έχει συμβεί το αντίστροφο; Κάτι που ανακάλυψες ζωγραφίζοντας και άλλαξε τον τρόπο που βλέπεις ή σχεδιάζεις έναν πραγματικό χώρο; 

Για μένα η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική είναι δύο διαφορετικές εκφράσεις. Η αρχιτεκτονική αφορά έναν πραγματικό χώρο και τις ανάγκες των ανθρώπων που θα τον ζήσουν. Η ζωγραφική ξεκινά από άλλη αφετηρία· δεν χρειάζεται να οργανώσει έναν χώρο για να κατοικηθεί. Μπορεί να αφήσει τις εικόνες ελεύθερες, ακόμη κι όταν αιωρούνται ή ανήκουν σε έναν ονειρικό κόσμο. Δεν θα έλεγα, λοιπόν, ότι η ζωγραφική άλλαξε τον τρόπο που σχεδιάζω. Τις κρατώ ως δύο διαφορετικές πλευρές της δημιουργικής μου διαδρομής. 

Έχεις πει ότι ζωγραφίζοντας συνομιλείς με τον εαυτό σου. Τι αλλάζει όταν αυτή η προσωπική συνομιλία συναντά το βλέμμα και την κρίση του κοινού; 

Όταν ζωγραφίζω, συνομιλώ με τον εαυτό μου. Όταν όμως το έργο συναντά το κοινό, αυτή η συνομιλία ανοίγεται και προς τον άλλον. Θα ήθελα ο θεατής να βρει κάτι μέσα στον πίνακα όχι για να το κρίνει, αλλά κάτι που να του θυμίσει κάτι δικό του, ίσως κάτι που δεν φανταζόταν πως υπήρχε μέσα του. Δεν χρειάζεται να δει ό,τι είδα εγώ. Θα μου αρκούσε να αισθανθεί ότι αναγνώρισε κάτι δικό του. 

Εκτίθεσαι διαφορετικά μέσα από έναν πίνακα απ’ ό,τι μέσα από ένα αρχιτεκτονικό έργο; 

Όχι πάντα. Υπήρξαν αρχιτεκτονικοί σχεδιασμοί που μου έδωσαν μεγάλη εσωτερική ικανοποίηση και ενθουσιασμό. Η διαφορά είναι ότι στη ζωγραφική, αν κάτι δεν με ικανοποιεί, μπορώ να το αφήσω στην άκρη. Στην αρχιτεκτονική, όταν ένα έργο έχει αναληφθεί, υπάρχει και η ευθύνη της υλοποίησής του, ακόμη κι αν η προσωπική ικανοποίηση δεν είναι πάντα ίδια. Άρα η έκθεση μέσα από τον πίνακα είναι πιο ελεύθερη και προσωπική, ενώ στην αρχιτεκτονική συνυπάρχει με την ευθύνη απέναντι στο έργο και στους ανθρώπους που θα το χρησιμοποιήσουν. 

Όταν ξεκινάς έναν πίνακα, πόσο ξεκάθαρα έχεις στο μυαλό σου το τελικό αποτέλεσμα και πόσο χώρο αφήνεις στο απρόβλεπτο; Μίλησέ μου για ένα έργο της έκθεσης που σε οδήγησε σε διαφορετικό δρόμο από αυτόν που είχες αρχικά φανταστεί. 

  Συνήθως ξεκινώ από μια αρχική γεωμετρία, μια πρώτη διάταξη που έχω στο μυαλό μου. Από εκεί και πέρα, όμως, το απρόβλεπτο βασιλεύει. Η έμπνευση προχωρά σταδιακά και μπορεί να ζητήσει περισσότερο χώρο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό το έργο: η σύνθεσή του απλώθηκε τόσο, ώστε χρειάστηκε να ενώσω τρία τελάρα. Δεν ήταν απλώς μια τεχνική λύση· ήταν η ανάγκη της ίδιας της εικόνας να συνεχιστεί. 

Χρησιμοποιείς ακρυλικό. Τι δυνατότητες σου προσφέρει;  

Το ακρυλικό στεγνώνει γρήγορα, κι αυτό μου δίνει μεγάλη ελευθερία. Μπορώ να δουλεύω σε δαδοχικά στρώματα, να αλλάζω μια περιοχή και να επιζωγραφίζω χωρίς να χρειάζεται να περιμένω πολύ. Συχνά επιστρέφω σε έναν πίνακα και αλλάζω τα χρώματα ή την έντασή τους· το ακρυλικό με διευκολύνει να ακολουθώ αυτή τη διαδικασία. 

Πότε ένα έργο νιώθεις ότι είναι «έτοιμο»; Ότι έχει έρθει η στιγμή να σταματήσεις τις παρεμβάσεις; 

Ποτέ, μάλλον. Ακόμη κι όταν αποφασίζω να σταματήσω, δεν αισθάνομαι ότι ο πίνακας έχει κλείσει οριστικά. Ίσως κάποια στιγμή απλώς να τον αφήνω να ησυχάσει, χωρίς να είμαι βέβαιος ότι τελείωσε για πάντα. 

Στους πίνακές σου, οι ανθρώπινες μορφές κατοικούν σε χώρους φανταστικούς.  Στην αρχιτεκτονική, αντίθετα, οι χώροι που καλείσαι να σχεδιάσεις απευθύνονται σε ανθρώπους με συγκεκριμένες ανάγκες. Είναι ένα είδος «ελευθερίας» η ζωγραφική; Ένας τρόπος έκφρασης χωρίς περιορισμούς και προϋποθέσεις; 

Σίγουρα η ζωγραφική μού δίνει ελευθερία. Όμως δεν ξεκινώ να ζωγραφίζω για να νιώσω ελεύθερος. Η αφετηρία είναι μια εσωτερική ανάγκη και διάθεση. Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο· πολλές φορές αγχώνομαι και μου κακοφαίνεται όταν νιώθω κάτι άυλο να μου φρενάρει το χέρι. 

 
Τι θέση μπορεί να έχει η τέχνη στην καθημερινότητα μιας επιχείρησης; Αν ένας πίνακάς σου βρισκόταν σε ένα γραφείο, ένα κατάστημα ή έναν χώρο αναψυχής, τι θα ήθελες να προσφέρει στους ανθρώπους που θα τον συναντούσαν καθημερινά; 

Η απουσία της τέχνης από μια επιχείρηση μου φαίνεται σαν την απουσία ενός ευρύτερου πνευματικού ορίζοντα. Σαν τα ικανά στελέχη της να μην έχουν συναντήσει ποτέ την αρχαία τραγωδία, την ποίηση του Σεφέρη, τον Καντ. Θα ήθελα, όμως, ένας πίνακας μέσα στον χώρο να προσφέρει μια μικρή λάμψη, μια στιγμή συνάντησης ή σκέψης, χωρίς να καθορίζει τον χώρο ή να κυριαρχεί πάνω του. 

Αν μπορούσες να μεταφέρεις ένα στοιχείο από τους ζωγραφικούς σου κόσμους στις πραγματικές μας πόλεις, ποιο θα επέλεγες που θα άλλαζε την καθημερινότητά μας; 

Αν υπάρχει κάτι που θα ήθελα να μεταφερθεί από τους ζωγραφικούς μου κόσμους – εφόσον γίνεται αντιληπτό – είναι η ανάγκη για πνευματικότητα, εσωτερική ειρήνη, φαντασία και πίστη στο όνειρο. Δεν πιστεύω, όμως, ότι η καθημερινότητά μας αλλάζει απλώς με τη μεταφορά στοιχείων από τις τέχνες. Εμείς πρέπει να προσπαθούμε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας, ο καθένας για λογαριασμό του. Τότε, σιγά σιγά, θα μας μιλήσει και η τέχνη. 

Στα κτίρια γραφείων, τα καταστήματα και τους χώρους αναψυχής που σχεδιάζεις, η δημιουργική ματιά συναντά συγκεκριμένες επιχειρηματικές ανάγκες. Θυμάσαι ένα έργο σου στο οποίο μια δημιουργική επιλογή άλλαξε τη σχέση της με το κοινό της;  

Έχω ζήσει μερικές τέτοιες περιπτώσεις αλλά δε συμβαίνουν εύκολα και θα έλεγα ότι συμβαίνουν σπανίως. Εξαρτώνται πολύ από το συνομιλητή-πελάτη, ώστε να προχωρήσει μια δημιουργική πρόταση. Δύο έργα που θυμάμαι είναι το δισκοπωλείο Metropolis το 1992 και ο κινηματογράφος Aπόλων στα Χανιά, που διαμορφώθηκε σε κατάστημα ΠΛΑΙΣΙΟ το 2018. Η πρόκληση ήταν να μετατραπεί ένας γνώριμος δημόσιος χώρος σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ήθελα η νέα χρήση να συναντήσει τον άνθρωπο που έμπαινε στον χώρο με έναν τρόπο που να μην είναι απλώς λειτουργικός. Τα έργα αυτά γίνονται σημαντικά όταν ο πελάτης γίνεται πραγματικός συνομιλητής. 

Τι δίνει τελικά αξία σε έναν χώρο για τον άνθρωπο που τον ζει;  

Ένας χώρος πρέπει πρώτα να λειτουργεί σύμφωνα με τις ανάγκες και τις πεποιθήσεις του ανθρώπου που τον ζει. Όμως, αφού εκπληρωθεί το πρακτικό μέρος, πιστεύω ότι εμείς οι αρχιτέκτονες οφείλουμε να του προσφέρουμε και κάτι ακόμη: να τον έχουμε διδάξει κάτι καινούργιο, να του έχουμε αποκαλύψει έστω και λίγο αυτή την ουμανιστική τέχνη που λέγεται Αρχιτεκτονική. Τελικά, αυτό που δίνει τη μεγαλύτερη αξία σε έναν χώρο είναι να αισθάνεσαι, σχεδόν ασυνείδητα, μια ανάταση και μια ευφορία όταν βρίσκεσαι μέσα του. Και αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες.