Boeing: Πρόστιμο 3,1 εκατ. δολαρίων από την FAA για παραβιάσεις ασφαλείας
- 03/09/2026, 13:14
- SHARE
- Η Boeing κατέβαλε πρόστιμο 3,1 εκατ. δολαρίων στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας των ΗΠΑ για σειρά παραβιάσεων ασφαλείας.
- Οι παραβάσεις περιλάμβαναν ζητήματα που σχετίζονται με το περιστατικό της Alaska Airlines με Boeing 737 MAX 9 το 2024, αλλά και πιέσεις προς προσωπικό που ενεργούσε για λογαριασμό της FAA.
- Η FAA είχε εντοπίσει εκατοντάδες παραβιάσεις του συστήματος ποιότητας σε εγκαταστάσεις παραγωγής του 737, ενώ γερουσιαστές έχουν χαρακτηρίσει το πρόστιμο ανεπαρκές.
Η Boeing κατέβαλε φέτος πρόστιμο ύψους 3,1 εκατ. δολαρίων στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας των ΗΠΑ (FAA), μετά τη διαπίστωση σειράς παραβιάσεων ασφαλείας από την αμερικανική ρυθμιστική αρχή.
Οι παραβάσεις αφορούσαν, μεταξύ άλλων, ενέργειες που συνδέονται με το σοβαρό περιστατικό της Alaska Airlines τον Ιανουάριο του 2024, όταν τμήμα της καμπίνας ενός 737 MAX 9 αποκολλήθηκε κατά τη διάρκεια πτήσης.
Η FAA είχε ζητήσει το συγκεκριμένο ποσό τον Σεπτέμβριο του 2025 και, σύμφωνα με όσα γνωστοποίησε στο Reuters, η Boeing το κατέβαλε πλήρως τον Ιανουάριο του 2026. Η πληρωμή δεν είχε γνωστοποιηθεί προηγουμένως δημοσίως.
Παρεμβάσεις σε ελέγχους ασφαλείας
Η FAA είχε αναφέρει ότι η Boeing παρενέβη στην ανεξαρτησία στελεχών που ήταν υπεύθυνα για ζητήματα ασφάλειας, ενώ είχε παρουσιάσει προς έγκριση δύο αεροσκάφη που, σύμφωνα με την αρχή, δεν ήταν αξιόπλοα.
Σε μία από τις περιπτώσεις, εργαζόμενος της Boeing φέρεται να άσκησε πίεση σε συνάδελφό του, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα για λογαριασμό της FAA, ώστε να εγκρίνει ένα 737 MAX για παράδοση.
Ο δεύτερος εργαζόμενος είχε διαπιστώσει ότι το αεροσκάφος δεν πληρούσε τις κανονιστικές απαιτήσεις, ωστόσο, σύμφωνα με την FAA, δέχθηκε πίεση προκειμένου η εταιρεία να τηρήσει το πρόγραμμα παραδόσεών της.
Εκατοντάδες παραβιάσεις στο σύστημα ποιότητας
Η αμερικανική ρυθμιστική αρχή είχε εντοπίσει το 2024 εκατοντάδες παραβιάσεις του συστήματος ποιότητας στο εργοστάσιο παραγωγής του 737 στο Renton της Ουάσιγκτον, αλλά και στη μονάδα παραγωγής ατράκτων της τότε υπεργολάβου Spirit AeroSystems στο Wichita του Κάνσας.
Οι έλεγχοι κάλυψαν την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2023 έως τον Φεβρουάριο του 2024 και πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο αυξημένης εποπτείας της Boeing μετά το περιστατικό της Alaska Airlines.
Το περιστατικό της Alaska Airlines
Το συμβάν της Alaska Airlines αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για τη φήμη της Boeing.
Στο συγκεκριμένο 737 MAX 9 διαπιστώθηκε ότι έλειπαν τέσσερις κρίσιμοι κοχλίες, γεγονός που συνδέθηκε με την αποκόλληση του panel της καμπίνας κατά τη διάρκεια της πτήσης.
Το περιστατικό οδήγησε σε προσωρινή καθήλωση του στόλου των MAX 9, ενώ η FAA επέβαλε στη Boeing μηνιαίο ανώτατο όριο παραγωγής 38 αεροσκαφών 737.
Ο συγκεκριμένος περιορισμός παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τον Οκτώβριο του 2025.
Κριτική ότι το πρόστιμο είναι πολύ μικρό
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Richard Blumenthal είχε χαρακτηρίσει το πρόστιμο ανεπαρκές, υποστηρίζοντας ότι για μια εταιρεία του μεγέθους της Boeing τέτοια ποσά μπορούν να αντιμετωπιστούν απλώς ως κόστος λειτουργίας και όχι ως ουσιαστική αποτρεπτική κύρωση.
Ο Blumenthal είχε προηγουμένως διερευνήσει θέματα ασφάλειας στην Boeing και είχε προεδρεύσει επιτροπής που εξέτασε το περιστατικό της Alaska Airlines.
Η επιτροπή είχε δημοσιεύσει έκθεση στην οποία whistleblowers της Boeing εξέφραζαν σοβαρές ανησυχίες για τις διαδικασίες παραγωγής και τους ελέγχους ποιότητας της εταιρείας.
Η FAA χαλαρώνει σταδιακά την εποπτεία
Παρά τα προβλήματα των προηγούμενων ετών, η FAA έχει αρχίσει σταδιακά να χαλαρώνει ορισμένους από τους περιορισμούς που είχε επιβάλει στην Boeing.
Τον Ιούλιο, η υπηρεσία ανακοίνωσε ότι θα επιτρέψει στην εταιρεία να εκδίδει πιστοποιητικά αξιοπλοΐας για όλα τα αεροσκάφη 737 MAX και 787, μετά από πολυμηνιαία αξιολόγηση δεδομένων και διαδικασιών ασφαλείας.
Σύμφωνα με την FAA, η απόφαση βασίστηκε σε στοιχεία που έδειξαν πιο συνεπή ποιότητα παραγωγής.
Η εξέλιξη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την Boeing στην προσπάθειά της να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των ρυθμιστικών αρχών και της αγοράς, ωστόσο η εταιρεία εξακολουθεί να βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση μετά από χρόνια προβλημάτων που έπληξαν τόσο τη φήμη της όσο και τις παραγωγικές της διαδικασίες.