Brexit: Δέκα χρόνια μετά, ο απολογισμός για τη Βρετανία
- 22/06/2026, 19:32
- SHARE
- Οικονομολόγοι εκτιμούν ότι το Brexit έχει περιορίσει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της βρετανικής οικονομίας.
- Οι επιχειρήσεις προσαρμόστηκαν στο νέο εμπορικό καθεστώς, αλλά αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος και γραφειοκρατία.
- Παρά τις ανησυχίες, το City του Λονδίνου διατήρησε τον ρόλο του ως κορυφαίο διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο.
Έχει περάσει αισίως μία δεκαετία από το δημοψήφισμα που οδήγησε στην αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και η συζήτηση γύρω από τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες του Brexit παραμένει ανοιχτή.
Στις 23 Ιουνίου 2016 το 51,9% των Βρετανών ψήφισε υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, έναντι 48,1% που τάχθηκε υπέρ της παραμονής, εγκαινιάζοντας μία περίοδο πολιτικής αστάθειας και οικονομικής αβεβαιότητας που εξακολουθεί να επηρεάζει τη χώρα.
Η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε το δημοψήφισμα αποτελεί μία από τις πιο συχνά αναφερόμενες συνέπειες του Brexit. Από το 2016 μέχρι σήμερα, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς – και ετοιμάζεται για τον έβδομο – με την παραίτηση του Κιρ Στάρμερ να αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο μιας δεκαετίας έντονων πολιτικών ανακατατάξεων.
Παρόλο που τα πιο ακραία σενάρια που διατυπώνονταν πριν το δημοψήφισμα – όπως μια άμεση ύφεση ή κατάρρευση της αγοράς ακινήτων – δεν επαληθεύτηκαν, η πλειονότητα των οικονομολόγων συμφωνεί ότι το Brexit έχει περιορίσει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της βρετανικής οικονομίας. Οι εκτιμήσεις για το κόστος ποικίλλουν, όπως αναφέρει το CNN, με κάποιες αναλύσεις να υπολογίζουν ότι το ΑΕΠ της χώρας σήμερα είναι από 2% έως και 8%, χαμηλότερο από ότι εάν η Βρετανία είχε παραμείνει στην ΕΕ.
«Το Brexit αποτελεί μια μόνιμη τροχοπέδη για την οικονομία», δήλωσε στο CNN ο Μάικλ Σόντερς, πρώην αξιωματούχος της Τράπεζας της Αγγλίας και σύμβουλος της Oxford Economics. Όπως σημειώνει, η αποχώρηση από την ενιαία αγορά συνεχίζει να περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα, επηρεάζοντας τα δημόσια έσοδα και αυξάνοντας την πίεση για φορολογικές επιβαρύνσεις και περικοπές δαπανών.
Ακόμη και οικονομολόγοι που είχαν υποστηρίξει το Brexit αναγνωρίζουν ότι οι αρχικές επιπτώσεις υπήρξαν αρνητικές, αν και υποστηρίζουν ότι το κόστος ήταν μικρότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί και ενδέχεται να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου.
Οι υποσχέσεις και η πραγματικότητα
Εάν το οικονομικό αποτύπωμα του Brexit παραμένει αντικείμενο συζήτησης, τα οφέλη που είχαν προβληθεί κατά την προεκλογική εκστρατεία είναι πιο δύσκολο να αποτυπωθούν στην πράξη, τονίζει το CNN.
Οι εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε η Βρετανία με χώρες όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Ινδία και η Ιαπωνία παραμένουν μικρής κλίμακας σε σύγκριση με τις εμπορικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της χώρας.
Αντίστοιχα, στο μεταναστευτικό, η καθαρή μετανάστευση προς το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει υψηλή, παρά το νέο σύστημα που τέθηκε σε εφαρμογή μετά το Brexit. Σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, τα επίπεδα μετανάστευσης των τελευταίων ετών ξεπέρασαν εκείνα της προηγούμενης δεκαετίας.
Η στάση της κοινής γνώμης φαίνεται επίσης να έχει μεταβληθεί. Πρόσφατη δημοσκόπηση της YouGov έδειξε ότι η πλειονότητα των Βρετανών θεωρεί πλέον ότι το Brexit δεν πέτυχε τους στόχους που είχαν τεθεί.
Οι επιχειρήσεις προσαρμόστηκαν, αλλά με κόστος
Η οριστική αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ το 2020 σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας πραγματικότητας για τις επιχειρήσεις.
Η συμμετοχή στην ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση επέτρεπε προηγουμένως την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και ανθρώπων. Σήμερα, οι εξαγωγές προς την Ευρώπη συνοδεύονται από τελωνειακούς ελέγχους, πιστοποιήσεις και πρόσθετες διοικητικές διαδικασίες.
«Οι επιχειρήσεις έχουν προσαρμοστεί, αλλά τα πράγματα έχουν γίνει πιο περίπλοκα», δήλωσε ο Μπεν Φλέτσερ, επικεφαλής της Logistics UK. «Το κόστος έχει αυξηθεί και η πρόσβαση στη μεγαλύτερη αγορά μας έχει γίνει δυσκολότερη».
Η Bosch UK αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με τη διοίκησή της, οι εισαγωγικές συναλλαγές που διαχειρίζεται ετησίως έχουν αυξηθεί θεαματικά σε σχέση με την προ Brexit περίοδο, απαιτώντας πλέον εξειδικευμένο προσωπικό μόνο για τη διαχείριση των σχετικών διαδικασιών.
Αν και οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατάφεραν να προσαρμοστούν, πολλές μικρότερες εταιρείες περιόρισαν ή εγκατέλειψαν πλήρως τις συναλλαγές τους με την ΕΕ λόγω του αυξημένου διοικητικού και οικονομικού βάρους.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι βρετανικές εξαγωγές αγαθών έχουν υποχωρήσει σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες μετά το 2016, εξέλιξη που αρκετοί αναλυτές συνδέουν με τις αλλαγές που επέφερε το Brexit.
Το City του Λονδίνου διατήρησε τη θέση του
Παρά τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί πριν από την αποχώρηση από την ΕΕ, ο χρηματοοικονομικός τομέας αποδείχθηκε πιο ανθεκτικός από ό,τι πολλοί ανέμεναν.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παγκόσμιους εξαγωγείς υπηρεσιών και εξακολουθεί να προσελκύει σημαντικές ξένες επενδύσεις στον χρηματοοικονομικό κλάδο. Σύμφωνα με στοιχεία της EY, η χώρα προσέλκυσε την τελευταία δεκαετία περισσότερα επενδυτικά σχέδια στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από τη Γαλλία και τη Γερμανία μαζί.
«Δεν έχουμε δει συνολική υποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου ως διεθνούς χρηματοοικονομικού κέντρου», σημειώνει ο Άντριου Πίλγκριμ της EY.
Το μέλλον των σχέσεων με την Ευρώπη
Παρά τις οικονομικές προκλήσεις που συνδέονται με το Brexit, η επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί σήμερα ρεαλιστική πολιτική επιλογή.
Το ζήτημα εξακολουθεί να διχάζει τη βρετανική κοινωνία, ενώ μια νέα διαδικασία επανένταξης θα δημιουργούσε εκ νέου σημαντική αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη προσαρμοστεί στο νέο πλαίσιο.
Από την ανάληψη της εξουσίας από τους Εργατικούς το 2024, το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες έχουν επιχειρήσει να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, ιδιαίτερα στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας και του εμπορίου. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμη και στενότερη συνεργασία δύσκολα μπορεί να αναπληρώσει πλήρως τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής στην ενιαία αγορά.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς, με την άνοδο της Ινδίας, τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα και τις μεταβολές στην αμερικανική πολιτική, η Βρετανία εξακολουθεί να αναζητά τη θέση της εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit παραμένει ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της σύγχρονης βρετανικής ιστορίας και η συζήτηση για τις επιπτώσεις του κάθε άλλο παρά έχει ολοκληρωθεί.