Chatham House: Θα διατηρηθεί η εκεχειρία ΗΠΑ–Ιράν;
- 24/06/2026, 10:44
- SHARE
Από τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν υπέγραψαν το Μνημόνιο Κατανόησης (MOU) για τον τερματισμό του πολέμου, μεγάλο μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε στο εξής απλό ερώτημα: ποιος κέρδισε; Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση.
Σύμφωνα με το think tank Chatham House, η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ υπογραμμίζουν τη διάτρηση της ιρανικής αεράμυνας, την εξουδετέρωση της ηγεσίας της χώρας και τις ζημιές που προκλήθηκαν σε πυρηνικές εγκαταστάσεις και στρατιωτικές υποδομές. Πράγματι, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απέδειξαν ότι μπορούσαν να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερες ζημιές στο Ιράν απ’ όσες μπορούσε η Τεχεράνη. Ωστόσο, δεν κατάφεραν να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή σε αλλαγή καθεστώτος ή σε ταχεία πολιτική υποταγή του ιρανικού καθεστώτος.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, άντεξε σφοδρές επιθέσεις για 38 ημέρες και απέδειξε ότι μπορούσε να επιφέρει κόστος πέρα από τα σύνορά της, μέσω επιθέσεων σε ολόκληρη την περιοχή και με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Με αυτόν τον τρόπο διατήρησε ουσιαστική διαπραγματευτική ισχύ. Ωστόσο, βγήκε από τη σύγκρουση οικονομικά ασθενέστερη, στρατιωτικά εκτεθειμένη και απομονωμένη σε περιφερειακό επίπεδο.
Με το MOU, και οι δύο πλευρές απέσπασαν παραχωρήσεις. Καμία πλευρά, όμως, δεν εξασφάλισε αρκετά ώστε να ισχυριστεί ότι πέτυχε αποφασιστική νίκη. Η Ουάσιγκτον εξασφάλισε μια πορεία προς την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, την αποκλιμάκωση της έντασης στις ενεργειακές αγορές και τη μείωση του κινδύνου περιφερειακής κλιμάκωσης. Η Τεχεράνη κέρδισε μια παύση στις εχθροπραξίες και την προοπτική επανέναρξης των εξαγωγών πετρελαίου, άρσης κυρώσεων και προστασίας από νέες επιθέσεις. Το αποτέλεσμα, επομένως, περιγράφεται καλύτερα ως μια άνιση ισοπαλία, σημειώνει το Chatham House.
Αυτό βοηθά να εξηγηθεί γιατί ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και η ιρανική ηγεσία αποδέχθηκαν τη συμφωνία. Ταυτόχρονα, όμως, προμηνύει έναν δύσκολο δρόμο στο μέλλον.
Για τον Τραμπ, προτεραιότητα ήταν η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και η αποφυγή μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης που θα αύξανε τις τιμές του πετρελαίου και τον πληθωρισμό ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Η Τεχεράνη, από την άλλη, χρειάζεται χρόνο για να εκτιμήσει τις ζημιές στις στρατιωτικές και πυρηνικές υποδομές, να σταθεροποιήσει την οικονομία της και να μειώσει τον κίνδυνο νέων επιθέσεων. Πρέπει επίσης να αποκαταστήσει τις εξαγωγές πετρελαίου, να αποκτήσει πρόσβαση σε παγωμένα κεφάλαια και να διαχειριστεί τις εσωτερικές συνέπειες του πολέμου.
Και οι δύο πλευρές, επομένως, χρησιμοποιούν τη διπλωματία για να κερδίσουν χρόνο. Η Ουάσιγκτον υπολογίζει ότι οι πιέσεις που έχει ήδη δεχθεί το Ιράν ίσως το καταστήσουν πιο πρόθυμο να αποδεχθεί περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα. Η Τεχεράνη πιστεύει ότι οι ανησυχίες για τα Στενά του Ορμούζ, τις τιμές της ενέργειας και νέους γύρους κλιμάκωσης ίσως πείσουν τον Τραμπ να προσφέρει οικονομικές παραχωρήσεις. Η ίδια ανισορροπία που οδήγησε σε αυτή την άνιση ισοπαλία θα διαμορφώσει τώρα και τις διαπραγματεύσεις.
Οι διαπραγματεύσεις θα πρέπει να συνδέσουν τέσσερα αλληλένδετα ζητήματα: τα Στενά του Ορμούζ, το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, την άρση των κυρώσεων και τις εγγυήσεις που απαιτούνται για τη διατήρηση της συμφωνίας. Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ είναι το πιο επείγον ζήτημα λόγω της επίδρασής της στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές αγορές.
Η διήμερη καθυστέρηση πριν από την έναρξη των συνομιλιών στη Λουκέρνη της Ελβετίας καταδεικνύει το πρόβλημα. Η Τεχεράνη ανέβαλε τις συνομιλίες επιμένοντας ότι μια εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ αποτελεί μέρος του MOU. Το Ιράν κατέστησε σαφές ότι δεν θεωρεί τα Στενά του Ορμούζ, τον Λίβανο και την απειλή νέων ισραηλινών επιθέσεων ως ξεχωριστά μέτωπα.
Οι πυρηνικές διαπραγματεύσεις θα είναι δυσκολότερες λόγω της ασαφούς κατάληξης του πολέμου. Οι δύο πλευρές πρέπει να αποφασίσουν αν θα συνεχιστεί ο ιρανικός εμπλουτισμός ουρανίου, ποιοι περιορισμοί θα επιβληθούν στις εναπομείνασες δυνατότητες της Τεχεράνης και τι είδους πρόσβαση θα αποκτήσει ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (IAEA) σε κατεστραμμένες ή πιθανώς αδήλωτες εγκαταστάσεις.
Ο Τραμπ θα χρειαστεί να παρουσιάσει οποιαδήποτε νέα συμφωνία ως βελτίωση σε σχέση με την πυρηνική συμφωνία του 2015 (JCPOA) που διαπραγματεύτηκε η κυβέρνηση Ομπάμα. Μια τελική συμφωνία πιθανότατα θα περιλαμβάνει μορατόριουμ στον εμπλουτισμό ουρανίου, αραίωση ή απομάκρυνση των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν και ένα πιο παρεμβατικό σύστημα επιτήρησης.
Η άρση των κυρώσεων θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτές τις πυρηνικές απαιτήσεις. Το Ιράν θα επιδιώξει άμεσα και ορατά οφέλη, όπως πρόσβαση σε παγωμένα περιουσιακά στοιχεία, αποκατάσταση χρηματοπιστωτικών διαύλων και νέες επενδύσεις. Η Ουάσιγκτον θα διστάσει να προσφέρει ευρεία ανακούφιση από τις κυρώσεις προτού το Ιράν προβεί σε επαληθεύσιμες πυρηνικές παραχωρήσεις.
Το ζήτημα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης θα διαπερνά κάθε στάδιο της διαδικασίας. Μετά από δεκαετίες εχθρότητας, την αποχώρηση του Τραμπ από το JCPOA το 2018 και δύο πολέμους, υπάρχει ελάχιστη βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Το Ισραήλ προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο αβεβαιότητας, καθώς η Τεχεράνη θα αξιολογεί την Ουάσιγκτον και με βάση την ικανότητά της να αποτρέψει νέες επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ.
«Ειρήνη ανάμεσα σε πολέμους»
Όπως αναφέρει το Chatham House, πάνω από τις διαπραγματεύσεις αιωρείται η πραγματική πιθανότητα αυτή να αποδειχθεί απλώς άλλη μία «ειρήνη ανάμεσα σε πολέμους». Αν οι ΗΠΑ καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τις συνομιλίες για να ανασυγκροτήσει τις πυρηνικές και στρατιωτικές του δυνατότητες, θα επιστρέψουν στην αυστηροποίηση των κυρώσεων ή ακόμη και στη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Ο κίνδυνος αυτός θα αυξηθεί αν οι διαπραγματεύσεις παραταθούν πέρα από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ και ο Τραμπ βγει πολιτικά ενισχυμένος. Σε αυτή την περίπτωση, ο πρόεδρος ενδέχεται να αισθάνεται λιγότερη πίεση να σταθεροποιήσει τις ενεργειακές αγορές. Το Ιράν, από την πλευρά του, θα επιδιώξει να διατηρήσει τα δικά του μέσα κλιμάκωσης, όπως χτυπήματα στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ και ενεργοποίηση περιφερειακών μετώπων.
Για τους λόγους αυτούς, μια συνολική διευθέτηση είναι απίθανο να προκύψει γρήγορα. Πιο πιθανό είναι ένα μακρύ και άνισο διαπραγματευτικό μονοπάτι, βασισμένο σε παρατάσεις και προσωρινά βήματα. Η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ μπορεί να αποκατασταθεί σταδιακά, ενώ ομάδες εργασίας θα συνεχίσουν να διαπραγματεύονται τα ζητήματα του πυρηνικού προγράμματος και των κυρώσεων. Περιορισμένη οικονομική ανακούφιση μπορεί να προσφερθεί, ενώ οι ισραηλινές επιχειρήσεις, οι απειλές του Τραμπ στο Truth Social, οι ιρανικοί εκβιασμοί και οι αναζωπυρώσεις συγκρούσεων στον Λίβανο θα συνεχίσουν να κινούνται στο περιθώριο της διπλωματίας.
Η άνιση ισοπαλία που τερμάτισε τον πόλεμο θα συνεχίσει, επομένως, να διαμορφώνει τη δυναμική της σύγκρουσης και των διαπραγματεύσεων τους επόμενους μήνες, καταλήγει το Chatham House.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Bank of America: Έρχεται δύσκολο καλοκαίρι για το ευρώ – «Στοιχηματίζει» στο δολάριο
- Μιχάλης Τυρίμος (Capacitor Partners): Ελλάδα και Κύπρος χτίζουν κοινό οικοσύστημα τεχνητής νοημοσύνης
- Ανάπτυξη χωρίς ευημερία; Γιατί οι Έλληνες δεν νιώθουν την οικονομική ανάκαμψη
- Τουρισμός: Άλμα 37% στα έσοδα και 27% στις αφίξεις – Νέο ρεκόρ προ των πυλών
Πηγή: Chatham House