DBRS Morningstar: Έως 60 δισ. ευρώ το κόστος της προσφυγικής κρίσης λόγω Ουκρανίας για την ΕΕ

DBRS Morningstar: Έως 60 δισ. ευρώ το κόστος της προσφυγικής κρίσης λόγω Ουκρανίας για την ΕΕ
Προϊόντος του χρόνου, η απάντηση που δίνεται στην παρούσα κρίση από τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής, και ειδικότερα εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναμένεται να αυξήσουν κατά πολύ τα δημοσιονομικά βάρη και να εκτοξεύσουν χρέη και ελλείμματα.

Ως τα 60 δισεκατομμύρια ευρώ «ανεβάζει» το δημοσιονομικό κόστος της νέας, λόγω Ουκρανίας, προσφυγικής κρίσης στην ΕΕ ο οίκος αξιολόγησης DBRS Morningstar…

Πιο συγκεκριμένα, πολίτες συγγενείς, συναφείς οντότητες αλλά και μη κυβερνητικές οργανώσεις προσφέρουν σημαντική ενίσχυση σε ό,τι αφορά τα κύματα των προσφυγικών ροών που συρρέουν από τη μαρτυρική χώρα προς τη Δυτική Ευρώπη.

Ωστόσο, προϊόντος του χρόνου, η απάντηση που δίνεται στην παρούσα κρίση από τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής, και ειδικότερα εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναμένεται να αυξήσουν κατά πολύ τα δημοσιονομικά βάρη και να εκτοξεύσουν χρέη και ελλείμματα.

Μάλιστα, οι γειτονικές στην Ουκρανία χώρα, για παράδειγμα η Πολωνία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία, θα επωμιστούν μεγάλα βάρη ως πρώτες χώρες υποδοχής προσφύγων.

Από την άλλη, η DBRS Morningstar «βλέπει» ευελιξία στα τρέχοντα διαθέσιμα κονδύλια της ΕΕ, αλλά και την ανάγκη για νέα χρηματοδότηση σε επίπεδο ΕΕ, στο μέλλον. 

Οι χώρες της ΕΕ άνοιξαν από κοινού τα σύνορά τους, με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) να εκτιμά ότι περισσότεροι από 4,9 εκατομμύρια πρόσφυγες έχουν περάσει τα σύνορα της Ουκρανίας (βλ. γράφημα 1), ενώ παράλληλα οι εκτοπισμένοι εντός Ουκρανίας ξεπερνούν τα 7,1 εκατομμύρια.

Αν και τα προσφυγικά κύματα έχουν επιβραδυνθεί σε λιγότερο από 50.000 άτομα την ημέρα, οι ροές είναι πιθανό να συνεχιστούν όσο συνεχίζεται η στρατιωτική επιχείρηση της Ρωσίας. Η Πολωνία δέχεται το υψηλότερο ποσοστό προσφύγων (περίπου 53%), με τη Ρουμανία και την Ουγγαρία να καταλαμβάνουν επίσης υψηλά ποσοστά (βλ. Σχήμα 2).

Η ΕΕ ενεργοποίησε την Οδηγία Προσωρινής Προστασίας για να παραχωρήσει σε Ουκρανούς υπηκόους και μόνιμους κατοίκους το δικαίωμα να ζουν, να εργάζονται, να έχουν πρόσβαση σε σχολεία και υγειονομική περίθαλψη στην Ένωση για ένα  ένα έτος, χωρίς να χρειαστούν μακροχρόνιες διατυπώσεις στα σύνορα.

Οι πρόσφυγες χρειάζονται υγειονομική περίθαλψη, στέγαση, γλωσσική κατάρτιση και εκπαίδευση για τα παιδιά, ενώ όσο περνά ο καιρός οι ιδιωτικές δωρεές τείνουν προς εξάντληση, από τη στιγμή μάλιστα που η ανθρωπιστική κρίση θα μπορούσε να επεκταθεί πέρα ​​από το 2022.

Καθώς η πρόωρη επιστροφή στην πατρίδα καθίσταται αδύνατη λόγω της απειλής για τη ζωή και της καταστροφής των υποδομών, θα μπορούσε να απαιτηθεί περισσότερη χρηματοδότηση από την ΕΕ ή/και μετεγκαταστάσεις προσφύγων σε άλλες χώρες για να μετριαστεί το δημοσιονομικό άγχος στις χώρες που συνορεύουν με την Ουκρανία.

Οι κυβερνήσεις έχουν αρχίσει να διαθέτουν εθνικούς πόρους, αλλά ένα πλαίσιο μετεγκατάστασης παρόμοιο με αυτό που διατυπώθηκε το 2015, όταν η ΕΕ ήθελε να αμβλύνει την πίεση από τις προσφυγικές ροές στην Ιταλία και την Ελλάδα. Τότε είχε χρησιμοποιηθεί ένας τύπος που έλαβε υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες – ΑΕΠ (40% βάρος), πληθυσμός (40%), ποσοστό ανεργίας (10%) και προηγούμενοι αιτούντες άσυλο (10%).

Αξιοποιώντας μια τέτοια φόρμουλα σε ένα πρόγραμμα μετεγκατάστασης πέντε εκατομμυρίων Ουκρανών προσφύγων στις χώρες της ΕΕ27 και τη Νορβηγία, η DBRS Morningstar εκτιμά ένα συνολικό κόστος έως και 50-60 δισεκατομμύρια ευρώ, 0,3%-0,4% της ΕΕ συν το ΑΕΠ της Νορβηγίας. 

Αυτός ο αριθμός βασίζεται σε ένα εκτιμώμενο κόστος ανά πρόσφυγα περίπου 12.400 ευρώ, προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη και τους ρυθμούς πληθωρισμού σε κάθε χώρα. 

Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος πιθανότατα θα μετριαστεί από σημαντικές δωρεές του ιδιωτικού τομέα.