DBRS: Το ξέπλυμα «ψαλιδίζει» τις αξιολογήσεις των τραπεζών – Έως 210 δισ. ευρώ οι ύποπτες συναλλαγές στην ΕΕ

DBRS: Το ξέπλυμα «ψαλιδίζει» τις αξιολογήσεις των τραπεζών – Έως 210 δισ. ευρώ οι ύποπτες συναλλαγές στην ΕΕ
Toronto, Canada - May 6, 2019: DBRS sign on the headquarters building in Toronto, Canada. DBRS is an independent, privately held, globally recognized credit ratings agency. Photo: Shutterstock
Η ανάλυση της Morningstar DBRS για τους κινδύνους AML/CFT, το ετήσιο "χάσμα" των €210 δισ. στην ΕΕ, οι 6 τομείς υψηλού ρίσκου και ο κομβικός ρόλος της νέας ευρωπαϊκής αρχής AMLA.

Το ξέπλυμα χρήματος δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα ζήτημα κανονιστικής συμμόρφωσης για τις τράπεζες. Έχει εξελιχθεί σε έναν κρίσιμο παράγοντα που επηρεάζει την πιστοληπτική αξιολόγηση, την κερδοφορία, τη φήμη και τη συνολική ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Morningstar DBRS, οι αδυναμίες στα συστήματα αντιμετώπισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (Anti-Money Laundering – AML) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (Countering the Financing of Terrorism – CFT) ενσωματώνονται πλέον άμεσα στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των τραπεζών.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στα πρόστιμα. Αφορούν το κόστος αποκατάστασης, την απώλεια εμπιστοσύνης από επενδυτές και πελάτες, αλλά και τη δυνατότητα μιας τράπεζας να διατηρήσει ισχυρή θέση στις διεθνείς αγορές.

Παράγοντας-κλειδί για τα τραπεζικά ratings

Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι οι αδυναμίες στη διακυβέρνηση και στους μηχανισμούς ελέγχου κατά του ξεπλύματος χρήματος μπορούν να επηρεάσουν τέσσερις βασικούς πυλώνες αξιολόγησης των τραπεζών. 

Πλήγμα στη δύναμη του franchise: Η φήμη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία μιας τράπεζας. Μια σοβαρή υπόθεση AML μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια καταθετών, απομάκρυνση θεσμικών πελατών και δυσκολότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρηματοδότησης. 

Πίεση στην κερδοφορία: Τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβιάσεις AML/CFT συνοδεύονται συνήθως από πολυετή κόστη συμμόρφωσης. Οι τράπεζες καλούνται να επενδύσουν σε νέα τεχνολογικά συστήματα, εξειδικευμένο προσωπικό και εξωτερικούς συμβούλους, επιβαρύνοντας μόνιμα τη δομή κόστους. 

Αυξημένο προφίλ κινδύνου: Οι ελλείψεις στους εσωτερικούς ελέγχους και στην εταιρική διακυβέρνηση αυξάνουν τη μεταβλητότητα του επιχειρηματικού μοντέλου μιας τράπεζας και αποτελούν σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση κινδύνου. 

Η διάσταση ESG και εταιρικής διακυβέρνησης: Η συμμόρφωση με τους κανόνες AML έχει πλέον ενταχθεί στον πυλώνα της διακυβέρνησης (Governance) των ESG αξιολογήσεων. Περιπτώσεις όπως εκείνες των Deutsche Bank, Swedbank, Danske Bank, HSBC και Rabobank ανέδειξαν ότι οι αδυναμίες στους ελέγχους μπορούν να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες.

Ύποπτες συναλλαγές 

Η κλίμακα του προβλήματος παραμένει τεράστια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC), παγκοσμίως ξεπλένονται κάθε χρόνο ποσά μεταξύ €715 δισ. και €1,87 τρισ., που αντιστοιχούν περίπου στο 2%-5% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ύποπτες χρηματοοικονομικές ροές που συνδέονται με το χρηματοπιστωτικό σύστημα εκτιμώνται μεταξύ €117 δισ. και €210 δισ. ετησίως.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο προέρχεται από την Europol: μόλις το 1% των εγκληματικών εσόδων καταλήγει να κατάσχεται από τις αρχές.

Το τεράστιο αυτό χάσμα αποκαλύπτει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές αρχές στην ανίχνευση, παρακολούθηση και δέσμευση παράνομων κεφαλαίων, ιδιαίτερα όταν αυτά κινούνται διασυνοριακά.

Οι έξι τραπεζικοί τομείς με τον υψηλότερο κίνδυνο AML

Ορισμένες δραστηριότητες θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες σε κινδύνους ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης παράνομων δραστηριοτήτων. 

Correspondent Banking: Οι σχέσεις μεταξύ τραπεζών διαφορετικών χωρών δημιουργούν αυξημένο κίνδυνο λόγω της περιορισμένης ορατότητας στους τελικούς δικαιούχους των συναλλαγών, ιδιαίτερα όταν εμπλέκονται δικαιοδοσίες υψηλού κινδύνου.

Trade Finance: Η χρηματοδότηση εμπορικών συναλλαγών αποτελεί διαχρονικό πεδίο κινδύνου, καθώς παραποιημένα τιμολόγια, εικονικές εμπορικές πράξεις και σύνθετες αλυσίδες προμηθευτών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόκρυψη παράνομων ροών. 

Private Banking και Wealth Management: Οι υπηρεσίες προς πελάτες υψηλής καθαρής αξίας (High Net Worth Individuals – HNWIs), αλλά και πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα (PEPs), απαιτούν αυξημένη προσοχή λόγω της χρήσης σύνθετων εταιρικών και offshore δομών. 

Corporate Banking: Οι εταιρείες-βιτρίνες (shell companies) και οι πολύπλοκες εταιρικές δομές μπορούν να αποκρύψουν τους πραγματικούς δικαιούχους (Ultimate Beneficial Owners – UBOs). 

Payments και Remittances: Η ταχύτητα και ο τεράστιος όγκος συναλλαγών στις ηλεκτρονικές πληρωμές δημιουργούν νέες προκλήσεις για τα συστήματα παρακολούθησης. 

Digital Banking και Crypto-assets: Η απομακρυσμένη ταυτοποίηση πελατών, η χρήση κρυπτονομισμάτων και η εμφάνιση εικονικών IBANs δημιουργούν νέα πεδία κινδύνου για τις τράπεζες και τις fintech εταιρείες.

Η τελευταία δεκαετία απέδειξε ότι οι αποτυχίες στα συστήματα AML μπορούν να έχουν τεράστιο οικονομικό κόστος.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν:

  • Η HSBC, η οποία το 2012 συμφώνησε σε πρόστιμο 1,9 δισ. δολαρίων για σοβαρές παραβιάσεις ελέγχων κατά του ξεπλύματος χρήματος.
  • Η BNP Paribas, η οποία το 2014 αντιμετώπισε πρόστιμο 8,9 δισ. δολαρίων.
  • Η ING, η οποία το 2018 πλήρωσε πρόστιμο €775 εκατ. για αδυναμίες στους μηχανισμούς ελέγχου.

Κοινό στοιχείο στις περισσότερες υποθέσεις ήταν οι ελλείψεις στην εταιρική διακυβέρνηση, η ανεπαρκής αξιολόγηση κινδύνων, τα προβλήματα στα συστήματα KYC (Know Your Customer) και η αδυναμία αποτελεσματικής παρακολούθησης συναλλαγών.

Τεχνητή Νοημοσύνη, κρυπτονομίσματα και instant payments αλλάζουν το τοπίο

Η νέα γενιά κινδύνων συνδέεται άμεσα με την τεχνολογική εξέλιξη.

Οι άμεσες πληρωμές (instant payments) περιορίζουν τον χρόνο αντίδρασης των τραπεζών, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται πλέον τόσο από εγκληματικά δίκτυα για πιο εξελιγμένες απάτες όσο και από τις τράπεζες για την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων ανάλυσης κινδύνου.

Παράλληλα, τα crypto-assets και ειδικά η χρήση stablecoins δημιουργούν νέες προκλήσεις στην ιχνηλασιμότητα των κεφαλαίων.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης η πιθανή παράκαμψη διεθνών κυρώσεων μέσω εμπορικών συναλλαγών. Μετά την έναρξη του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, η αύξηση των εξαγωγών της ΕΕ προς τρίτες χώρες έχει ενισχύσει τις ανησυχίες για επανεξαγωγές προϊόντων και παραβίαση κυρώσεων μέσω Trade Finance.

Η δημιουργία της ευρωπαϊκής αρχής AMLA (Anti-Money Laundering Authority) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στο ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο.

Από το 2028, η AMLA αναμένεται να αναλάβει άμεση εποπτεία περίπου 40 χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υψηλού κινδύνου με διασυνοριακή δραστηριότητα.

Η νέα αρχή φιλοδοξεί να περιορίσει τον κατακερματισμό μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, να μειώσει το περιθώριο κανονιστικού αρμπιτράζ και να επιβάλει ενιαία, αυστηρότερα πρότυπα για την αντιμετώπιση του ξεπλύματος χρήματος.

Η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος δεν αποτελεί πλέον απλώς υποχρέωση συμμόρφωσης. Αποτελεί παράγοντα επιχειρηματικής ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας.

Οι τράπεζες που επενδύουν σε σύγχρονα συστήματα KYC, τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης, ισχυρή εταιρική διακυβέρνηση και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό θα βρίσκονται σε καλύτερη θέση στη νέα εποχή αυστηρής ευρωπαϊκής εποπτείας.

Όπως δείχνει η ανάλυση της Morningstar DBRS, το AML έχει μετατραπεί από ένα ζήτημα κανονιστικής συμμόρφωσης σε έναν κρίσιμο δείκτη αξιοπιστίας για ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: