ΕΛΣΤΑΤ: Στο 16,8% η ανεργία το δ’ τρίμηνο του 2019- Πώς διαμορφώθηκε ο «χάρτης» της αγοράς εργασίας

Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας παρατηρούνται στις γυναίκες, στα άτομα ηλικίας 15 – 19 ετών, στη Δυτική Ελλάδα και στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει έως λίγες τάξεις Δημοτικού.

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) ανακοινώνει τα αποτελέσματα της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού για το δ’ τρίμηνο του 2019. Αναλυτικά, κατά το δ’ τρίμηνο του 2019:

▪ Ο αριθμός των απασχολουμένων ανήλθε σε 3.901.791 άτομα και των ανέργων σε 786.416 άτομα.

▪ Το ποσοστό ανεργίας ήταν 16,8%, έναντι 16,4% του προηγούμενου τριμήνου (Γ΄ τρίμηνο του 2019) και 18,7% του αντίστοιχου τριμήνου του προηγούμενου έτους (Δ΄ τρίμηνο 2018).

▪ Η απασχόληση μειώθηκε κατά 1,8%, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και αυξήθηκε κατά 1,8%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

▪ Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 1,2%, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μειώθηκε κατά 10,7%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

Τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας παρατηρούνται στις γυναίκες, στα άτομα ηλικίας 15 – 19 ετών, στη Δυτική Ελλάδα και στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει έως λίγες τάξεις Δημοτικού. Το μεγαλύτερο ποσοστό εργατικού δυναμικού παρατηρείται στους άνδρες, στα άτομα ηλικίας 30 – 44 ετών, στην Κρήτη, στα άτομα που έχουν ολοκληρώσει μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση και στα άτομα ξένης υπηκοότητας.

Μισθωτοί το 68,2%

Κατά το Δ΄ τρίμηνο του 2019 το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων εργάζονται ως μισθωτοί (68,2%), ενώ σημαντικό είναι και το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό (21,3%). Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο εμφανίζεται μείωση για τους μισθωτούς και αύξηση για τους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό και τους βοηθούς στην οικογενειακή επιχείρηση ενώ το αντίστροφο συμβαίνει σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Το ποσοστό μερικής απασχόλησης ανέρχεται σε 9,5%, ενώ το ποσοστό των ατόμων που έχουν προσωρινή εργασία σε 8,4%. Η μερική απασχόληση εμφανίζεται αυξημένη σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Η προσωρινή απασχόληση έχει μειωθεί σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και έχει αυξηθεί σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους.

Τα επαγγέλματα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων είναι οι εργαζόμενοι στην παροχή υπηρεσιών και πωλητές (23,8%) και οι επαγγελματίες (19,1%). Σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο η μεγαλύτερη μείωση εμφανίζεται στους υπαλλήλους γραφείου και η μεγαλύτερη αύξηση στα ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη. Σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους η μεγαλύτερη αύξηση εμφανίζεται στους υπαλλήλους γραφείου και η μεγαλύτερη μείωση στους ειδικευμένους γεωργούς, κτηνοτρόφους, δασοκόμους και αλιείς.

Αν εξεταστεί η εξέλιξη της κατανομής του πλήθους των απασχολουμένων σε ευρείες ομάδες επαγγελμάτων, παρατηρείται ότι, κατά την περίοδο A΄ τρίμηνο 2008 – Δ΄ τρίμηνο 2019, αυξάνεται σημαντικά το ποσοστό των απασχολουμένων σε μη χειρωνακτικά επαγγέλματα χαμηλής ειδίκευσης ενώ μειώνεται το ποσοστό των απασχολουμένων σε χειρωνακτικά επαγγέλματα με εξειδίκευση. Το ποσοστό των απασχολούμενων σε στοιχειώδη επαγγέλματα παραμένει σχετικά σταθερό, όπως και στα μη χειρωνακτικά επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης μετά το 2011 . Τέλος, το ποσοστό των ειδικευμένων απασχολούμενων στην πρωτογενή παραγωγή εμφανίζει πτωτική τάση από το 2014.

Ο «χάρτης» των ανέργων

Οι βασικοί λόγοι που σταμάτησαν οι άνεργοι να εργάζονται είναι είτε γιατί η εργασία τους ήταν περιορισμένης διάρκειας και τελείωσε (29,3%) είτε γιατί απολύθηκαν (22,9%). Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανέργων (19,7%) εργαζόταν στους κλάδους των ξενοδοχείων και της εστίασης. Σε ό,τι αφορά στο επάγγελμα της προηγούμενης εργασίας τους, το μεγαλύτερο ποσοστό (30,3%) απασχολούνταν στην παροχή υπηρεσιών ή ως πωλητές.

Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί στο παρελθόν (νέοι άνεργοι) είναι 20,1%.

Η πλειονότητα των ανέργων (72,1%) αναζητά εργασία ένα έτος ή περισσότερο (μακροχρόνια άνεργοι). Το 23,0% των ανέργων αναζητά εργασία ως μισθωτός μόνο σε πλήρη απασχόληση ενώ το 68,1% αναζητά εργασία με πλήρη απασχόληση αλλά στην ανάγκη θα δεχόταν και μερική. Το ποσοστό των ανέργων που δηλώνουν ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 20,9%, ενώ το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι λαμβάνουν επίδομα ή βοήθημα από τον ΟΑΕΔ ανέρχεται σε 14,0%.

Οι περιφέρειες Δυτικής Ελλάδας, Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, δηλαδή 23,2%, 22,6% και 19,4%, αντίστοιχα.