Ένας οργανισμός για Νόμπελ

REUTERS

Γιατί επελέγη ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων για το φετινό Νόμπελ Ειρήνης; 

Οι επιθεωρητές του ανέλαβαν μόλις προ 11 ημερών έργο στα αιματοβαμμένα εδάφη της σπαρασσόμενης από τον εμφύλιο Συρίας. Και είναι αλήθεια πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς την αποτελεσματικότητα της πραγματικά δύσκολης αποστολής τους.

Αυτή είναι η πρώτη φορά άλλωστε που ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (OPCW) καλείται, ως εντεταλμένος του ΟΗΕ, να φέρει σε πέρας το έργο του -την καταγραφή και καταστροφή οπλοστασίων- σε μία περιοχή όπου ακόμη ηχούν τα «τύμπανα» του πολέμου.

Η όλη διαδικασία είναι και θα παραμείνει επίπονη και ριψοκίνδυνη, δεδομένων των «πρωταγωνιστών» και των ρευστών ισορροπιών επί του εδάφους. Υπεύθυνη για την ασφάλεια των επιθεωρητών του OPCW είναι επισήμως η κυβέρνηση της Συρίας.

Διαβάστε ακόμη: «Sex Jihad» και πόλεμος προπαγάνδας

Τυπικά, ο ΟΗΕ απλά συνδράμει στην αποστολή, με τη δική του ομάδα εμπειρογνωμόνων, τη συλλογή πληροφοριών κι επιτόπιες αυτοψίες. Και -θεωρητικά- το έργο του OPCW θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τα μέσα του 2014, με την πλήρη εξουδετέρωση του χημικού οπλοστασίου του καθεστώτος Άσαντ.

Υπό αυτό το πρίσμα, η σημερινή επιλογή της αρμόδιας επιτροπής να απονείμει στον OPCW το φετινό Νόμπελ Ειρήνης κρίνεται από πολλούς ως τουλάχιστον πρώιμη και σαφώς πολιτικοποιημένη, όπως έχει εξάλλου συμβεί κι άλλες φορές στο παρελθόν, π.χ. το 1994 με την βράβευση των Σιμόν Πέρες, Γιτζχάκ Ραμπίν και Γιάσερ Αραφάτ για το μεσανατολικό (που παραμένει έκτοτε σε τέλμα) ή το 2009 με τον Μπαράκ Ομπάμα.

Διαβάστε ακόμη: «Συνεργάσιμη» η Συρία στο ξεκίνημα της καταστροφής χημικών όπλων

Όπως και τότε, γράφει η βρετανική εφημερίδα Guardian έτσι και τώρα «η φετινή απονομή είναι ταυτόχρονα κίνητρο και ανταμοιβή. Αυτή τη φορά, επικεντρώνει την παγκόσμια προσοχή στο έργο της OPCW στη Συρία, με την ελπίδα ότι αυτό θα στεφθεί με επιτυχία. Όμως, τέτοιου είδους αποφάσεις εμπεριέχουν μεγάλο ρίσκο, πόσο μάλλον όταν αφορούν μία περιοχή τόσο χαοτική, όσο η Συρία».

Η ιστορία της OPCW
Ιδρύθηκε το 1997, με στόχο την εφαρμογή της Διεθνούς Συνθήκης κατά των Χημικών Όπλων. Την ιδρυτική διακήρυξή της έχουν προσυπογράψει μέχρι σήμερα 189 χώρες, μεταξύ αυτών οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Λιβύη, το Ιράκ -από την ερχόμενη Δευτέρα και η Συρία- ενώ στη λίστα συμπεριλαμβάνεται κι «ένα κράτος μέλος» που δεν κατονομάζεται, αλλά εκτιμάται ότι είναι η Νότιος Κορέα.

Διαβάστε ακόμη: Άσαντ: «Θα σεβαστούμε την απόφαση του ΟΗΕ για τα χημικά»

Μεταξύ των χωρών που παραμένουν αντίθετα εκτός «χορού» είναι η Βόρεια Κορέα, η Αίγυπτος και το Ισραήλ (για την ακρίβεια, το Ισραήλ και η Μαλαισία έχουν προσυπογράψει την συμμετοχή τους στον οργανισμό, αλλά μέχρι και σήμερα δεν την έχουν επίσημα επικυρώσει).

Στα 16 χρόνια λειτουργίας του, ο OPCW έχει διενεργήσει περισσότερες από 5.000 ελέγχους σε 86 χώρες, έχοντας -σύμφωνα με τα αρχεία του- απογράψει το 100% των εθνικών οπλοστασίων τους.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, τουλάχιστον 57.740 τόνοι των δηλωμένων αποθεμάτων χημικών όπλων έχουν καταστραφεί. Ως πιο «φρόνιμα» μέλη αναφέρονται η Ινδία και η Αλβανία. Οι ΗΠΑ έχουν καταστρέψει το 90% του χημικού οπλοστασίου τους, η Ρωσία το 70% και η Λιβύη το 51%.

Η χρηματοδότηση του OPCW γίνεται από τα κράτη-μέλη του. Το 2011, είχε στα «ταμεία» του περί τα 74 εκατομμύρια ευρώ. Απασχολεί προσωπικό 500 ατόμων κι έχει τη έδρα του την Χάγη της Ολλανδίας. Γενικός διευθυντής της είναι σήμερα ο Τούρκος διπλωμάτης Αχμέτ Ουζουμπτζού.