Ενεργειακή ακρίβεια: Το σχέδιο για νοικοκυριά και βιομηχανία – Πού παρεμβαίνει η κυβέρνηση και πού περιμένει
- 24/09/2026, 08:20
- SHARE
Η κυβέρνηση ετοιμάζει το νέο πακέτο για την ενεργειακή ακρίβεια, με τις παρεμβάσεις να κινούνται σε διαφορετικές ταχύτητες. Τα καύσιμα και η θέρμανση προηγούνται, η βιομηχανία μπαίνει πλέον στο τραπέζι των συζητήσεων, ενώ νέα επιδότηση στους οικιακούς λογαριασμούς ρεύματος δεν προκρίνεται για τον Οκτώβριο, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα κυβερνητικά μηνύματα. Οι οριστικές ανακοινώσεις για τα μέτρα στα καύσιμα αναμένονται αφού ολοκληρωθούν οι επαφές με τα διυλιστήρια.
Για τα νοικοκυριά, το βάρος πέφτει στο πετρέλαιο θέρμανσης. Η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει παρέμβαση με συμμετοχή των διυλιστηρίων, ώστε η τιμή εκκίνησης της διάθεσής του να βρεθεί κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο. Έχει επίσης εξαγγείλει αύξηση του επιδόματος θέρμανσης και παράταση της επιδότησης στο ντίζελ κίνησης για όλο τον Οκτώβριο. Το ύψος και ο τρόπος εφαρμογής των νέων παρεμβάσεων στη θέρμανση μένει να εξειδικευτούν.
Το επίδομα θέρμανσης καλύπτει διαφορετικές μορφές ενέργειας, μεταξύ των οποίων πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτό, ωστόσο, είναι διαφορετικό μέτρο από μια γενική επιδότηση των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας. Για πρόσθετη, ειδική ενίσχυση στη θέρμανση με φυσικό αέριο υπάρχουν συζητήσεις, χωρίς ανακοινωμένη απόφαση.
Γιατί μένει εκτός η επιδότηση στο ρεύμα
Στο ηλεκτρικό ρεύμα, κυβερνητικά στελέχη παραπέμπουν τους καταναλωτές στα σταθερά, μπλε τιμολόγια ως τρόπο προστασίας από νέες αυξήσεις στη χονδρική. Πρόκειται, όμως, για επιλογή που απαιτεί σύγκριση της συνολικής χρέωσης: εκτός από την τιμή της κιλοβατώρας, μετρά το μηνιαίο πάγιο, η διάρκεια της σύμβασης και οι όροι αποχώρησης.
Ενδεικτικά, στα κείμενα της αγοράς αναφέρεται προσφορά της ΔΕΗ στα 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, με πάγιο 3,5 ευρώ και προϋπόθεση πάγιας εντολής. Άλλα σταθερά προγράμματα μπορεί να έχουν υψηλότερο πάγιο. Οι τιμές και η διαθεσιμότητα των προσφορών χρειάζονται έλεγχο πριν από οποιαδήποτε αλλαγή συμβολαίου.
Η στάση της κυβέρνησης δεν θεωρείται οριστική για τους επόμενους μήνες. Όπως μεταφέρουν κυβερνητικές πηγές, το ενδεχόμενο στήριξης στα κυμαινόμενα τιμολόγια θα μπορούσε να επανεξεταστεί εάν οι υψηλές τιμές στη χονδρική διατηρηθούν ή ενταθούν.
Η βιομηχανία περιμένει πόρους και αποφάσεις
Την ίδια ώρα, οι βιομηχανίες ζητούν απάντηση για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Δεκαέξι παραγωγικοί φορείς έχουν καλέσει την κυβέρνηση να αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο CISAF, όπως ενισχύθηκε από το μεταγενέστερο METSAF, εκτιμώντας ότι περισσότερες από 700 ενεργοβόρες μεταποιητικές επιχειρήσεις χρειάζονται προστασία από τις διακυμάνσεις των τιμών. Ο αριθμός αυτός αποτελεί εκτίμηση των φορέων· δεν έχει οριστεί ακόμη η περίμετρος ενός ελληνικού μέτρου.
Τα δύο ευρωπαϊκά πλαίσια έχουν διαφορετική διάρκεια και λειτουργούν συμπληρωματικά. Το CISAF ισχύει έως το τέλος του 2030 και επιτρέπει, υπό όρους, σχήματα ελάφρυνσης του κόστους ηλεκτρισμού για ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Το METSAF ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 και επιτρέπει να αυξηθεί η ένταση της ενίσχυσης σε επιλέξιμα σχήματα ηλεκτρικής ενέργειας από 50% σε έως 70% του επιλέξιμου κόστους. Το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει έκπτωση 70% σε ολόκληρο τον λογαριασμό μιας βιομηχανίας.
Το ζήτημα για την Ελλάδα είναι η εξεύρεση χρημάτων και ο καθορισμός των επιχειρήσεων που θα ενταχθούν. Υπάρχει ήδη μηχανισμός αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους εκπομπών CO₂ για επιλέξιμες βιομηχανίες, ενώ η νέα συζήτηση αφορά κυρίως όσες μένουν εκτός. Οι εκτιμήσεις για το κόστος μιας πρόσθετης παρέμβασης παραμένουν υποθετικές έως ότου αποφασιστούν η κατανάλωση που θα καλύπτεται και οι όροι της ενίσχυσης.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, έχει δηλώσει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές με την κυβέρνηση και εξέφρασε την ελπίδα να υπάρξει ανταπόκριση, ενδεχομένως και ανακοινώσεις, έως τη γενική συνέλευση του Συνδέσμου στις 6 Οκτωβρίου. Εξήγησε έτσι και γιατί ο ΣΕΒ δεν συνυπέγραψε τη δημόσια παρέμβαση των 16 φορέων.
Σε πιο μακρινό ορίζοντα, η κυβέρνηση σχεδιάζει μείωση των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας από το 2027. Ακόμη και αν εφαρμοστεί, θα πρόκειται για μελλοντική ελάφρυνση συγκεκριμένης χρέωσης του λογαριασμού, όχι για λύση στην άμεση αύξηση του κόστους ρεύματος το φετινό φθινόπωρο.