Ενοίκια 80 εκατ. ευρώ τον χρόνο – To ακριβό μοντέλο στέγασης του Δημοσίου

Ενοίκια 80 εκατ. ευρώ τον χρόνο – To ακριβό μοντέλο στέγασης του Δημοσίου
ATHENS, GREECE-03.22.2021: Panoramic view of Athens, capital of Greece, during the blue hour. The Attalos Stoa in the foreground is actually the museum of the Ancient Athens Agora. Photo: Shutterstock
Παρά την εκτεταμένη ακίνητη περιουσία που διαθέτει, το Δημόσιο συνεχίζει να καταβάλλει σημαντικά ποσά για μισθώσεις, χωρίς να διασφαλίζεται ότι οι επιλογές του είναι οι πλέον αποδοτικές.

Μια νέα έκθεση ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποκαλύπτει μια διαχρονική παθογένεια του ελληνικού κράτους, τον αποσπασματικό και συχνά κοστοβόρο τρόπο με τον οποίο στεγάζει τις ίδιες του τις υπηρεσίες. Παρά την εκτεταμένη ακίνητη περιουσία που διαθέτει, το Δημόσιο συνεχίζει να καταβάλλει σημαντικά ποσά για μισθώσεις, χωρίς να διασφαλίζεται ότι οι επιλογές του είναι οι πλέον αποδοτικές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, «το ύψος των μισθωμάτων που καταβάλλουν το Δημόσιο και οι λοιποί φορείς του ελέγχου ανέρχεται ετησίως τουλάχιστον σε 80 εκατ. ευρώ», ποσό που μάλιστα δεν αποτυπώνει το πλήρες κόστος, καθώς «δεν λαμβάνονται υπόψη λοιπά κόστη που σχετίζονται με τη στέγαση» ούτε οι δαπάνες φορέων που έμειναν εκτός του δείγματος.

Ο έλεγχος κάλυψε ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών, τόσο του στενού δημόσιου τομέα όσο και έξι μεγάλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με έντονη γεωγραφική διασπορά. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τρεις Υγειονομικές Περιφέρειες, ο e-ΕΦΚΑ, ο ΕΟΠΥΥ και η ΔΥΠΑ, φορείς που, λόγω του χαρακτήρα τους, διατηρούν εκτεταμένα δίκτυα υπηρεσιών σε όλη την επικράτεια.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα στον e-ΕΦΚΑ. Ο οργανισμός διαθέτει περίπου 35 διατηρητέα ακίνητα, συνολικής επιφάνειας 80.000 τ.μ., τα οποία αντιστοιχούν περίπου στο 10% της ακίνητης περιουσίας του. Ωστόσο, η αξιοποίησή τους είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, «24 κτίρια παραμένουν κενά, 4 χρησιμοποιούνται εν μέρει, ενώ 7 αξιοποιούνται πλήρως», εκ των οποίων «τα 5 στεγάζουν άλλους φορείς […] και 2 χρησιμοποιούνται από τον ίδιο τον e-ΕΦΚΑ». Η εικόνα αυτή αποτυπώνει εύγλωττα την αναντιστοιχία μεταξύ διαθέσιμων πόρων και πραγματικής χρήσης τους.

Η έκθεση δεν περιορίζεται στην καταγραφή των αριθμών, αλλά επιχειρεί να αναδείξει τη βαθύτερη δυσλειτουργία του συστήματος. Ένα αποτελεσματικό μοντέλο, σημειώνεται, θα έπρεπε να βασίζεται σε «δύο βασικούς πυλώνες». Αφενός στον συστηματικό προγραμματισμό των αναγκών και, αφετέρου, στη λήψη αποφάσεων με γνώμονα τη δημοσιονομική αποδοτικότητα. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται με έμφαση, «οι στεγαστικές ανάγκες, στην Ελλάδα, αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα μίας ιδιότυπης και αποσπασματικής αντίληψης», η οποία έχει παγιωθεί διαχρονικά. Παρά το ότι το Δημόσιο αποτελεί ενιαίο νομικό πρόσωπο, «τα δημόσια ακίνητα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κατανεμημένα στις υπηρεσίες […] και χρησιμοποιούνται, κατά κανόνα, αποκλειστικά από αυτές».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η προτεραιότητα στα ιδιόκτητα μένει στα χαρτιά

Αν και η νομοθεσία προβλέπει ότι πριν από κάθε μίσθωση πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα στέγασης σε δημόσιο ακίνητο, η αρχή αυτή σπάνια εφαρμόζεται ουσιαστικά. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «η προτίμηση ιδιόκτητων ακινήτων τείνει να αποτελέσει περισσότερο εξαγγελία, παρά στοιχείο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων».

Η αποτυχία αυτή αποδίδεται στην απουσία των κατάλληλων εργαλείων και δομών. «Δεν έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες εκείνες προϋποθέσεις» που θα επέτρεπαν την πρακτική εφαρμογή αυτής της επιλογής, επισημαίνει η έκθεση. Ακόμη και θεσμοί όπως η ΕΤΑΔ δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν το κενό. Όπως σημειώνεται, «πρόσβαση δεν παρέχεται ούτε στο δικό της σύστημα καταγραφής των ακινήτων», γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα αξιοποίησης ακόμη και διαθέσιμων χώρων μέσω δωρεάν παραχώρησης.

Πέραν της έλλειψης ενιαίας εικόνας, το σύστημα πάσχει και σε επίπεδο κατανομής αρμοδιοτήτων. Οι φορείς είναι υπεύθυνοι για την αποτύπωση των αναγκών τους, αλλά βασίζονται σε προδιαγραφές που «επαναλαμβάνονται από το 2012» χωρίς ουσιαστική επικαιροποίηση ή έλεγχο. Επίσης σημειώνεται πως: «Απουσιάζει πολυετής και ετήσιος σχεδιασμός», ενώ «δεν έχει θεσμοθετηθεί διαδικασία ενιαίας, ταυτόχρονης και συγκριτικής επιλογής μεταξύ όλων των διαθέσιμων λύσεων».

Η έκθεση αναγνωρίζει ότι η μετάβαση σε ένα πιο ορθολογικό σύστημα δεν είναι απλή, καθώς υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες, όπως η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατάλληλων χώρων ή η ύπαρξη ακινήτων που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν. Ωστόσο, ακόμη και βασικά εργαλεία παρακολούθησης εμφανίζουν σημαντικές αδυναμίες. Όπως επισημαίνεται, «στοιχειώδη εργαλεία […] όπως το ΜΑΠ και το Ευρετήριο Στεγάσεων, εμφανίζουν ακόμη σημαντικές ελλείψεις και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά».

Διαπιστώνεται επίσης ότι, υπό το ισχύον καθεστώς, δεν έχουν θεσμοθετηθεί διαδικασίες συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των δημόσιων φορέων για τη συστέγαση υπηρεσιών. Η απουσία κεντρικού σχεδιασμού, με σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες παρακολούθησης και εποπτείας, επηρεάζει άμεσα και τον συγκεκριμένο τομέα, καθώς δεν υφίσταται ενιαία και αξιόπιστη εικόνα σχετικά με τους στεγαζόμενους φορείς, τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται και τον βαθμό αξιοποίησης των διαθέσιμων χώρων. Από την έκθεση προκύπτει ότι το ισχύον ελληνικό σύστημα δεν συγκροτεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κάλυψης στεγαστικών αναγκών, βασισμένο σε προγραμματισμό, τακτικές εκτιμήσεις και επαναξιολογήσεις. Αντιθέτως, λειτουργεί κυρίως ως ένα σύστημα αποσπασματικής αντιμετώπισης, στο οποίο οι λύσεις στέγασης αναζητούνται εκ των υστέρων και κατά περίπτωση, με αφορμή μεμονωμένα αιτήματα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: