Επιτόκια: Κινητικότητα στις τράπεζες ενόψει της πρώτης μείωσης

Επιτόκια: Κινητικότητα στις τράπεζες ενόψει της πρώτης μείωσης
Photo: pixabay.com
Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2024 η πρώτη μείωση εκτιμά ο Στουρνάρας - Συνεδριάζει 7 Μαρτίου η ΕΚΤ.  

Ενόψει της συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στις 7 Μαρτίου αυξάνεται το ενδιαφέρον για τον κύκλο μείωσης των επιτοκίων που αναμένεται να ανοίξει το 2024, με τις τράπεζες να προετοιμάζονται όσο ωριμάζουν οι συνθήκες για την πρώτη κίνηση.

Αν και προς το παρόν οι ενδείξεις είναι αμφίσημες από την πλευρά του επιτελείου της ΕΚΤ, η συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου ανάγεται σε ορόσημο για τον σχεδιασμό που θα ακολουθήσει. Από την πλευρά τους οι ελληνικές τράπεζες εργάζονται με βάση σενάρια καθώς θα πρέπει να λογοδοτήσουν στον SSM για το αποτύπωμα των επικείμενων μειώσεων των επιτοκίων στην κερδοφορία τους.

Ας σημειωθεί ότι ορισμένοι αναλυτές που θεωρούσαν πιθανή την πρώτη μείωση των επιτοκίων τον Ιούνιο, μετά τον ανοδικό κύκλο, πιστεύουν ότι μπορεί αυτή να συμβεί και νωρίτερα, πιθανόν και τον Απρίλιο, με μια δεύτερη να ακολουθεί τον Ιούνιο για να δρομολογηθεί μετέπειτα μια σειρά μειώσεων επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης ανά τρίμηνο. Αυτό σημαίνει μείωση κατά 100 μονάδες βάσης το 2024 και 100 μονάδες βάσης το 2025, με το βασικό επιτόκιο να επιστρέφει στο 2% έως το τέλος του 2025. Στο πιο συντηρητικό σενάριο, που είναι και αυτό που φέρονται να επεξεργάζονται οι τράπεζες, αναμένεται μείωση κατά 50 μονάδες βάσης το 2024, δηλαδή δύο μειώσεις επιτοκίων από 0,25% και διπλάσια μείωση το 2025. Ανάλογα με το εύρος της μείωσης του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ υπολογίζεται αντίστοιχη μείωση κερδών και εσόδων από τόκους για τις συστημικές τράπεζες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ως αποτέλεσμα, αυτό το διάστημα καταστρώνονται σχέδια προκειμένου να εξασφαλιστεί αντιστάθμισμα ώστε να μην υπονομευθούν οι προβλέψεις για βιώσιμη κερδοφορία στα τριετή επιχειρησιακά σχέδια που θα υποβληθούν στην εποπτική αρχή. Η στρατηγική είναι διαφορετική για κάθε τράπεζα αλλά στον τομέα της λιανικής όλες κινούνται προς την κατεύθυνση της διάθεσης νέων δανείων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά αξιοποιώντας τα υψηλά επίπεδα ρευστότητας που διαθέτουν. Λαμβάνουν εξάλλου μέτρα προκειμένου να ενισχύσουν τη ζήτηση για νέα στεγαστικά δάνεια, η οποία περιορίστηκε εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης των τιμών των ακινήτων και των επιπτώσεων του πληθωρισμού στα εισοδήματα. Καθοριστικές για τους σχεδιασμούς των τραπεζών στο προσεχές διάστημα θα είναι οι αποφάσεις της ΕΚΤ για την εξέλιξη των επιτοκίων.

Σημειώνεται ότι ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, επανέλαβε σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ ότι το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2024 είναι ο προσφορότερος χρόνος για την πρώτη μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ. Κατά την άποψή του, οι όποιες προσαρμογές στην άσκηση νομισματικής πολιτικής πρέπει να ακολουθούν μια σταδιακή προσέγγιση ώστε να μην προκαλούν ανεπιθύμητες διακυμάνσεις στις αγορές. Αυτό ισχύει τόσο για τις αποφάσεις περί επιτοκίων όσο και για εξελίξεις που σχετίζονται με το αποτύπωμα της κεντρικής τράπεζας στις αγορές (δηλ. το μέγεθος του ισολογισμού του Ευρωσυστήματος).

Εξάλλου, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στη μείωση του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ (ο πληθωρισμός τον Οκτώβριο του 2022 είχε κορυφωθεί σε 10,6%, ενώ τον Ιανουάριο του 2024 διαμορφώθηκε σε 2,8%). Αυτή η πρόοδος έχει επιτευχθεί χωρίς να προκληθεί ύφεση ή χρηματοπιστωτική αστάθεια, υποδηλώνοντας μια “ομαλή προσγείωση”, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, που τονίζει ωστόσο ότι η μάχη με τον πληθωρισμό δεν έχει κερδηθεί ακόμη, ενώ η αβεβαιότητα είναι πολύ υψηλή. Ως εκ τούτου η ΕΚΤ θα προχωρήσει με προσεκτικά βήματα προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η πρόοδος που έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται ταχύτερα σε σύγκριση με τις μακροοικονομικές προβολές του Δεκεμβρίου και είναι πολύ πιθανό να φτάσουμε πολύ κοντά στον στόχο μας για πληθωρισμό 2% το φθινόπωρο του τρέχοντος έτους. Επίσης, όπως σημειώνει ο διοικητής της ΤτΕ, η πρόσφατη ελαφρά επιβράδυνση των μισθολογικών αυξήσεων είναι ενθαρρυντική και πολλά θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη των περιθωρίων κέρδους, καθώς οι εξελίξεις στο συνολικό κόστος, συμπεριλαμβανομένου του ενεργειακού κόστους, υποδηλώνουν περαιτέρω εξασθένηση των πληθωριστικών πιέσεων βραχυπρόθεσμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: