Έρευνα-«καμπανάκι» για τον ελληνικό τουρισμό: Οι εργαζόμενοι μιλούν για υποαμοιβή και προβληματική στέγαση
- 24/05/2026, 12:40
- SHARE
- Παρότι το 69% των εργαζομένων δηλώνει ότι αμείβεται πάνω από τον κατώτατο μισθό, σχεδόν 3 στους 10 αναφέρουν υποαμοιβή ή απλήρωτες ώρες εργασίας, ενώ μόλις το 43,7% θεωρεί ότι πληρώνεται πραγματικά δίκαια.
- Η έρευνα καταγράφει έντονα προβλήματα στις συνθήκες εργασίας και στέγασης, με το 45,9% να έχει εργαστεί εποχικά και το 42,7% να μη λαμβάνει καμία στεγαστική υποστήριξη κατά τη διάρκεια της τουριστικής σεζόν.
- Οι εργαζόμενοι περιγράφουν συνθήκες διαμονής με υπερπληθυσμό, κακή υγιεινή και ελλιπείς υποδομές, ενώ η χαμηλή συνδικαλιστική εκπροσώπηση και ο φόβος αντιποίνων οδηγούν πολλές περιπτώσεις κακομεταχείρισης να μένουν ακαταγγέλτες.
Οι αντιφάσεις γύρω από τις συνθήκες εργασίας που επικρατούν στον ελληνικό τουρισμό και τη φιλοξενία, με αιχμή τις αποδοχές και τη στέγαση, αποτυπώνονται στην έρευνα «Fair Work and Employment Conditions in the Greek Tourism and Hospitality Sector» που εκπόνησε και παρουσίασε προ ημερών το Πανεπιστήμιο Πειραιώς σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια Strathclyde, Bournemouth, Nottingham Trent & Manchester Metropolitan.
Όπως αναφέρεται στην έρευνα, ο τουριστικός κλάδος εξακολουθεί να προσελκύει εργαζόμενους με δεξιότητες και υψηλό βαθμό εμπλοκής, ωστόσο, οι πολλές ώρες εργασίας, η ασυνεπής εφαρμογή των συμβάσεων και οι αμοιβές που δεν αντανακλούν πάντα ούτε την απόδοση, ούτε το αυξημένο κόστος ζωής δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, αλλά επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά της καθημερινότητας στον κλάδο. «Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η δυσαρέσκεια των εργαζομένων, αλλά η σταδιακή αποστασιοποίησή τους από τον κλάδο», επισημαίνεται χαρακτηριστικά.
Οι μισθοί
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η έννοια της «δίκαιης αμοιβής» αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτημα για τον ελληνικό τουρισμό.
Με βάση τα ποσοτικά στοιχεία, σημαντικό ποσοστό απασχολούμενων, ήτοι το 69%, δηλώνει ότι αμείβεται πάνω από τον θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό και ότι πληρώνεται για τις ώρες που εργάζεται. Ωστόσο, σχεδόν τρεις στους δέκα εργαζόμενους (28,9%) αναφέρουν υποαμοιβή, συμπεριλαμβανομένης της μη αμοιβής για όλες τις ώρες εργασίας τους.
Την ίδια στιγμή, μόλις το 43,7% δηλώνει ξεκάθαρα ότι αμείβεται δίκαια για την εργασία που προσφέρει, ενώ το 26,9% τηρεί ουδέτερη στάση απέναντι στο ερώτημα περί δίκαιης αμοιβής. Αυτή η ουδετερότητα, σύμφωνα με τους αναλυτές, υποδηλώνει ότι οι χαμηλοί μισθοί έχουν σε μεγάλο βαθμό «κανονικοποιηθεί» στον κλάδο, αντί να αναγνωρίζονται ανοιχτά ως άδικοι.
Με βάση τα ποιοτικά ευρήματα της έρευνας, οι εργαζόμενοι περιγράφουν σταθερά τις αποδοχές τους ως ανεπαρκείς και αποσυνδεδεμένες από την ένταση και τις απαιτήσεις της εργασίας. Το πρόβλημα, όπως αναφέρεται, δεν είναι μόνο οι χαμηλοί μισθοί, αλλά η αίσθηση ότι η εργασία υποτιμάται συστηματικά. Αυτό αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα στις αναφορές για μακροχρόνια μισθολογική στασιμότητα.
«Έπειτα από 25 χρόνια στον κλάδο της φιλοξενίας, αναζητώ εναλλακτικές λύσεις, γιατί τα χρήματα που κερδίζω από τη δουλειά μου δεν επαρκούν πλέον για μια αξιοπρεπή ζωή. Ο πρώτος μισθός που έλαβα όταν ξεκίνησα το 2000 ήταν 1.000 ευρώ και σήμερα λαμβάνω το ίδιο ποσό», υποστηρίζει ένας εκ των συμμετεχόντων.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται τις αποδοχές όχι μόνο ως οικονομικό μέγεθος, αλλά και ως ένδειξη αναγνώρισης και σεβασμού. Οι χαμηλοί μισθοί δεν θεωρούνται απλώς ανεπαρκείς, αλλά συχνά ερμηνεύονται ως έκφραση εκμετάλλευσης και απαξίωσης της εργασίας τους.
Μάλιστα, όπως επισημαίνουν οι εργαζόμενοι, ακόμη και μισθοί που είναι τυπικοί βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, ενδέχεται να μην επαρκούν για την εξασφάλιση μιας βασικής οικονομικής ασφάλειας.
Οι συνθήκες απασχόλησης
Αντιφατική είναι η εικόνα και σε επίπεδο συμβάσεων. Σύμφωνα με την έρευνα, σημαντικό ποσοστό εργαζομένων απασχολείται σε μόνιμες συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, γεγονός που δείχνει μια πιο οργανωμένη δομή σε σχέση με το παρελθόν.
Ωστόσο, οι ευέλικτες μορφές εργασίας παραμένουν εξαιρετικά διαδεδομένες. Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες, και συγκεκριμένα το 45,9%, δηλώνουν ότι έχουν εργαστεί σε εποχική απασχόληση, ενώ το 14,1% αναφέρει ότι δεν έχει υπογράψει γραπτή σύμβαση εργασίας.
Ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα αποτελεί και η μεγάλη απόκλιση που καταγράφεται μεταξύ των ωρών εργασίας που προβλέπονται στις συμβάσεις και των πραγματικών ωρών εργασίας που τελικά εκτελούνται. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην έρευνα, μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται στην πράξη πάνω από 35 ώρες εβδομαδιαίως, σε σύγκριση με όσους έχουν αντίστοιχη πρόβλεψη στις συμβάσεις τους.
Οι ερευνητές περιγράφουν το φαινόμενο ως ένα μοντέλο «τυποποιημένης αλλά ευέλικτης εποχικής απασχόλησης», όπου υπάρχουν επίσημες συμβάσεις, χωρίς όμως αυτές να λειτουργούν πάντα ως αποτελεσματική εγγύηση δίκαιης εργασίας.
Η στέγαση
Το ζήτημα της στέγασης των εποχικών εργαζομένων στα ελληνικά νησιά αποτελεί ένα διαχρονικό και επαναλαμβανόμενο πρόβλημα για τον κλάδο, το οποίο επανέρχεται κάθε χρόνο στην αιχμή της τουριστικής σεζόν. Η έντονη ανισορροπία μεταξύ της ζήτησης για τουριστικά καταλύματα και της διαθέσιμης κατοικίας, σε συνδυασμό με τον εποχικό και συχνά επισφαλή χαρακτήρα της απασχόλησης, τοποθετεί τους εργαζόμενους σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 57,3% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ο εργοδότης του παρείχε στέγαση κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου αιχμής, ενώ ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, 42,7%, δεν έλαβε καμία μορφή στεγαστικής υποστήριξης.
Παρότι η παροχή κατοικίας μπορεί να μετριάσει τη σοβαρή στεγαστική κρίση στα νησιά, «η απουσία τέτοιας πρόβλεψης για πάνω από δύο στους πέντε εργαζόμενους σημαίνει ότι πολλοί εποχικοί υπάλληλοι αναγκάζονται να ανταγωνίζονται άμεσα τους τουρίστες σε αγορές ενοικίων με υπερβολικά αυξημένες τιμές, συχνά με μισθούς που δεν ανταποκρίνονται σε αυτό το κόστος», αναφέρεται.
Οι απαντήσεις των εργαζομένων δείχνουν μεγάλες διαφοροποιήσεις και ως προς τα είδη καταλυμάτων που παρέχονται. Η πιο συνηθισμένη μορφή στέγασης είναι τα κοινόχρηστα υπνοδωμάτια, τα οποία αντιστοιχούν στο 37,7% των περιπτώσεων, ενώ ακολουθούν τα ατομικά διαμερίσματα ή σπίτια με ποσοστό 30,8%. Μόλις το 14,6% δήλωσε ότι διέμενε σε κοινόχρηστο σπίτι ή διαμέρισμα, αλλά με δικό του υπνοδωμάτιο.
Μικρότερα ποσοστά αφορούν διαμονή σε δωμάτια ξενοδοχείων, ξενώνες ή πιο άτυπες λύσεις, όπως χώροι που αρχικά προορίζονταν για ιατρεία προσωπικού ή υπερπλήρη συγκροτήματα εργατικών κατοικιών.
Σύμφωνα με την έρευνα, οι βασικές παροχές διαβίωσης δεν είναι καθολικά εξασφαλισμένες. Αν και η ηλεκτροδότηση και ο επαρκής φωτισμός εμφανίζονται ως οι πιο συχνά παρεχόμενες υποδομές, με ποσοστό 91%, η πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό περιορίζεται μόλις στο 50% των απαντήσεων.
Αντίστοιχα, εγκαταστάσεις κουζίνας και πλυντηρίων αναφέρθηκαν μόλις στο 62% των περιπτώσεων. Με βάση πάντα τα ευρήματα, οι εργαζόμενοι περιγράφουν ένα ευρύ φάσμα επαναλαμβανόμενων προβλημάτων στις συνθήκες διαμονής τους. Τα συχνότερα ζητήματα που καταγράφηκαν ήταν η ηχορύπανση (22,5%), η κακή υγιεινή και καθαριότητα (15,5%) και ο υπερπληθυσμός στους χώρους διαμονής (15%).
Άλλα προβλήματα που αναφέρθηκαν ήταν η παρουσία εντόμων ή παρασίτων, ο ανεπαρκής εξαερισμός, η ακατάλληλη επίπλωση και η υγρασία. Είναι ενδεικτικό ότι μόλις το 7% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε κανένα πρόβλημα ή ότι ήταν πλήρως ικανοποιημένο από τις συνθήκες διαμονής του.
Μάλιστα, το 59,2% δήλωσε ότι είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για τις συνθήκες διαμονής, το 31,5% ανέφερε ότι έλαβε ανεπαρκείς πληροφορίες, ενώ το 9,2% υποστήριξε ότι παραπλανήθηκε σχετικά με το κατάλυμα που τελικά του προσφέρθηκε.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η στεγαστική κρίση εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους βασικούς λόγους που ο τουριστικός κλάδος δυσκολεύεται να προσελκύσει και να διατηρήσει προσωπικό, ειδικά στα νησιά.
Management και εκπροσώπηση
Η έρευνα δείχνει ότι το «δίκαιο management» αποτελεί τη θετικότερα αξιολογημένη διάσταση των εργασιακών συνθηκών στον ελληνικό τουρισμό. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζονται με σεβασμό από τους προϊσταμένους τους και ότι μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους χωρίς φόβο αντιποίνων.
Στον αντίποδα, το 39,7% δηλώνει δυσαρέσκεια ως προς την αναγνώριση, ενώ αρκετοί είναι οι εργαζόμενοι που περιγράφουν περιβάλλοντα χωρίς αξιοκρατία, με αποφάσεις που βασίζονται σε προσωπικές σχέσεις και όχι σε αντικειμενικά κριτήρια.
Τέλος, η εκπροσώπηση των εργαζομένων αναδεικνύεται ως η πιο αδύναμη πτυχή του τουριστικού περιβάλλοντος. Παρότι πολλοί εργαζόμενοι δηλώνουν ότι θεωρητικά μπορούν να εκφράζουν προβληματισμούς και παράπονα, στην πράξη, ωστόσο, η δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Η συμμετοχή σε συνδικάτα και συλλογικές διαδικασίες είναι χαμηλή, ενώ περίπου το 33% των περιστατικών παρενόχλησης ή κακομεταχείρισης δεν καταγγέλλεται ποτέ, κυρίως λόγω φόβου αντιποίνων ή έλλειψης εμπιστοσύνης στους μηχανισμούς προστασίας.
Η ταυτότητα της έρευνας
Η μελέτη βασίστηκε σε ένα δείγμα 451 εργαζομένων σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και επιχειρήσεις φιλοξενίας στην Ελλάδα και εξετάζει πέντε βασικούς άξονες, τις αμοιβές, τις συμβάσεις, τις συνθήκες απασχόλησης, τη διοίκηση και την εκπροσώπηση των εργαζομένων. Αποτελεί, δε, μέρος ενός διεθνούς ερευνητικού προγράμματος για τη μελέτη των συνθηκών εργασίας στον τουριστικό κλάδο.