Εστίαση: Με νέες αβεβαιότητες αρχίζει το 2022 – Στον «αέρα» το ρεβεγιόν

«Ρεβεγιόν στον αέρα», απουσία μέτρων στήριξης και επιβαρύνσεις από τα κόστη πρώτων υλών και ενέργειας πλήττουν την αγορά

Για «χαριστική βολή» μιλούν οι επιχειρηματίες της εστίασης, σε συνέχεια των νέων μέτρων για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης της πανδημίας που ανακοινώθηκαν χθες και τίθενται σε ισχύ από σήμερα.

Με τον περιορισμό του ωραρίου και την απαγόρευση μουσικής, ειδικά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, εξανεμίζονται οι όποιες ελπίδες διατηρούνταν για τον εορταστικό τζίρο. Οι ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής πλήττουν μικρούς και μεγάλους παίκτες της αγοράς. Καθώς κλείνει άλλη μια χρονιά προκλήσεων για τον κλάδο, το 2022 αρχίζει με συσσωρευμένα χρέη. Ας σημειωθεί ότι οι μισές επιχειρήσεις είναι ζημιογόνες και 3 στις 10 έχουν ξεμείνει από ρευστότητα από τον Ιούνιο. Οι εκδηλώσεις στο κλείσιμο της χρονιάς και οι ονομαστικές γιορτές που ακολουθούν τον Ιανουάριο παραδοσιακά δίνουν ανάσα ρευστότητας σε μπαρ και κέντρα διασκέδασης αλλά σύμφωνα με τους επιχειρηματίες αυτή η ευκαιρία έχει χαθεί.   

Καταστροφική και εξοργιστική χαρακτήρισε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων (ΠΟΕΣΕ) την απόφαση της κυβέρνησης να τεθεί η εστίαση σε “lockdown” και μάλιστα χωρίς την λήψη μέτρων στήριξης για τις επιχειρήσεις του κλάδου, δεδομένων των δύσκολων συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί πλέον στην αγορά. Σημειώνεται ότι κυβερνητικά στελέχη έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο λήψης μέτρων ανάλογα με τη διάρκεια του νέου κύματος της πανδημίας αλλά χωρίς σαφείς διατυπώσεις.

“Ο κλάδος της εστίασης και συναφών επαγγελμάτων βρίσκεται σε αναβρασμό και παράλληλα οι επιχειρήσεις είναι αντιμέτωπες με ακυρώσεις κρατήσεων, μετά την ανακοίνωση των μέτρων, και μάλιστα την ίδια ώρα που οι υποχρεώσεις συσσωρεύονται κάνοντας αβέβαιη την επιβίωσή μας”, αναφέρει σε ανακοίνωσή της η ΠΟΕΣΕ. Η ηγεσία της ομοσπονδίας κάνει λόγο για εμπαιγμό αναφερόμενη στην κατ’ εξαίρεση λειτουργία των καταστημάτων εστίασης την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μέχρι τις 2 τα ξημερώματα, χωρίς μουσική! Και καταλήγει: “Δεν ζητάμε χάρη. Την επιβίωση των επιχειρήσεων μας και των εργαζόμενων σ’ αυτές, απαιτούμε από την κυβέρνηση. «Το κανείς μόνος του» αναζητούμε από τον κ. πρωθυπουργό, γιατί είμαστε ολομόναχοι. Γιατί “το κανείς μόνος του” απαιτεί θυσίες. Το “μόνος του” όμως απαιτεί αντοχές, οι οποίες έχουν δυστυχώς εξαντληθεί εδώ και καιρό”.

Οι επιδόσεις

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κλάδος της εστίασης αν και εμφάνισε καλές επιδόσεις τους θερινούς μήνες, ως αποτέλεσμα και της ανάκαμψης του τουρισμού, εξακολουθεί να γράφει απώλειες. Με βάση επίσημα στοιχεία στο α’ εξάμηνο του 2021 ο κύκλος εργασιών στον κλάδο εμφάνιζε πτώση 42,6% σε σχέση με το 2019 ενώ η πτώση σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2020 ήταν στο 6,8%. Σύμφωνα με την ΠΟΕΣΕ η πλειοψηφία των επιχειρήσεων στον κλάδο εμφανίζουν πτώση τζίρου πάνω από 50% στη διάρκεια της πανδημίας και επομένως οι τέσσερεις καλοί μήνες δεν αρκούν να καλύψουν τη ζημιά 20 μηνών ενώ από τον Νοέμβριο ο κλάδος έχει μπει σε άτυπο lockdown. 

Η ανάγκη για μέτρα στήριξης

Στην ανάγκη λήψης μέτρων στήριξης των επιχειρήσεων αναφέρθηκε μεταξύ άλλων φορέων και ο Κύκλος Επαγγελματιών Εστίασης (ΚΕΕ) καθώς και ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, τονίζοντας ότι όταν ανακοινώνονται μέτρα που περιορίζουν τις δυνατότητες λειτουργίας των επιχειρήσεων, θα πρέπει να υπάρχουν και ανάλογες δράσεις στήριξης. Ειδικότερα τονίζει ως αναγκαία την κατάργηση της επιστροφής της επιστρεπτέας προκαταβολής, τη χρονική μετάθεση των υποχρεώσεων, την ενίσχυση της ρευστότητας μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων και τη μείωση του ΦΠΑ.

Οι νέες προκλήσεις

Ας σημειωθεί ότι ο κλάδος βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπος με υψηλά ενεργειακά κόστη και ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες. Επιπλέον, από την 1η Ιανουαρίου 2022 επιβάλλεται στους καταναλωτές και εισφορά προστασίας του περιβάλλοντος 0,05 ευρώ για κάθε πλαστικό μίας χρήσης που διατίθεται ως συσκευασία των έτοιμων ποτών και φαγητών στη μαζική εστίαση (και στο λιανεμπόριο), κάτι που συνεπάγεται αυξήσεις στις τελικές τιμές των προϊόντων.