Έτσι μπορεί το τσίπουρο να γίνει η «ελληνική βότκα» των διεθνών αγορών

Ο Κωνσταντίνος Τσιλιλής αποκαλύπτει πώς το τσίπουρο, από χύμα προϊόν, κατέκτησε τα μεγάλα αθηναϊκά σαλόνια.

Η είσοδός της αποσταγματοποιίας Τσιλιλή στην ελληνική αγορά το 1989 άλλαξε τα δεδομένα στον κλάδο της ποτοποιίας, αφού συστάθηκε για να αποστάξει και να εμφιαλώσει τσίπουρο, το οποίο έως τότε παράγονταν από αμπελουργούς και καταναλώνονταν χύμα, μόνο σε ορισμένες περιοχές της Ελληνικής υπαίθρου. Ακριβώς τρεις δεκαετίες μετά, το brand Τσιλιλή, έχει καταστεί συνώνυμο του ποιοτικού ελληνικού τσίπουρου και θεωρείται leader της αγοράς με ποσοστό το οποίο στη λιανική ανέρχεται σε 25%.

Την τελευταία πενταετία η οικογενειακή επιχείρηση επενδύει συστηματικά ποσά στην τοποθέτηση των προϊόντων της στις αγορές του εξωτερικού και έχει παρουσία σε 23 χώρες.  Μάλιστα η διοίκηση, αναγνωρίζοντας τη σημασία της εξωστρέφειας στην αναπτυξιακή πορεία της εταιρείας, σκοπεύει να αυξήσει το ποσοστό των εξαγωγών από το 20% που βρίσκεται τώρα σε πάνω από 30% στα επόμενα τρία χρόνια, ενώ παράλληλα εστιάζει στην είσοδό της σε 5 νέες αγορές μέσα στην επόμενη τριετία ρίχνοντας βάρος στην κεντρική Ευρώπη και την Β. Αμερική.

«Ήμασταν η πρώτη αποσταγματοποιία για παραγωγή και εμφιάλωση τσίπουρου στη Θεσσαλία και η μεγάλη πρόκληση ήταν να καταφέρουμε να αναδείξουμε τα ποιοτικά πλεονεκτήματα του τσίπουρου έναντι των άλλων ελληνικών και εισαγόμενων ποτών,  κερδίζοντας τη μάχη της αποδοχής των Ελλήνων και ξένων καταναλωτών, αλλά και να ξεφύγουμε από τα στενά όρια της επαρχίας», αναφέρει στο fortunegreece.com, o Κωνσταντίνος Τσιλιλής, Πρόεδρος της ομώνυμης αποσταγματοποιίας.

Η οικογένεια Τσιλιλή πίστευε ανέκαθεν στη μοναδικότητα του προϊόντος, όμως γνώριζε ότι για να λάβει τη θέση που του αξίζει, έπρεπε να αλλάξει η βαθιά ριζωμένη νοοτροπία των καταναλωτών που είχαν συνδέσει το τσίπουρο αποκλειστικά με την χύμα κατανάλωσή του.

Το μεγάλο στοίχημα ήταν να «συστηθεί» και να υιοθετηθεί από καταναλωτές που ζούσαν στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας που αγνοούσαν την ύπαρξή του. «Δεν επαναπαυόμαστε και συνεχώς δημιουργούμε καινοτόμα προϊόντα (τσίπουρα διαφορετικής παλαίωσης, αφρώδη κρασιά γηγενών ποικιλιών κλπ) που να προσαρμόζονται στις εξελισσόμενες συνθήκες της αγοράς» προσθέτει ο κ. Τσιλιλής.

Από αριστερά: Κωνσταντίνος και Μάκης Τσιλιλής

300 εκατ. ευρώ χάνονται κάθε χρόνο από το παράνομο τσίπουρο

Η κρίση φαίνεται να ευνόησε το τσίπουρο αφού, όπως λέει και ο κ. Τσιλιλής, έστρεψε τους Έλληνες στην κατανάλωση εγχώριων προϊόντων, ενώ σταδιακά άλλαξε τη φιλοσοφία τους ως προς το φαγητό. Ο κόσμος άρχισε να επιλέγει σημεία που ευνοούν τις παρέες και να μαζεύεται πάλι στα σπίτια με κάθε ευκαιρία. Δυστυχώς όμως, με την συνεχιζόμενη για δεκαετίες “κάλυψη” της πολιτείας, αυξήθηκε το λαθραίο, χύμα κυρίως, τσίπουρο, το οποίο κατακλύζει την αγορά και όχι το εμφιαλωμένο.

«Δεν βλέπουμε τους συναδέλφους μας αποσταγματοποιούς ως ανταγωνιστές αλλά ως συναγωνιστές, γιατί όλοι μαζί προσπαθούμε να αυξήσουμε το μερίδιο της αγοράς του εμφιαλωμένου τσίπουρου. Ανταγωνισμό έχουμε με όσους δρουν παρανόμως και δυσφημούν το τσίπουρο, μη τηρώντας προδιαγραφές ασφαλείας που μόνον τα τυποποιημένα προϊόντα πληρούν, διακινδυνεύοντας έτσι την υγεία των καταναλωτών» επισημαίνει.

Σύμφωνα μάλιστα με μελέτη που διεξήγαγε, πριν από λίγα χρόνια, Επιτροπή του Υπουργείου Οικονομικών, προκύπτει ότι το λαθραίο, χύμα διακινούμενο τσίπουρο ανέρχεται σε 24.000.000 κιλά! Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη αυτή ποσότητα είναι σχεδόν δεκαπλάσια από τη νόμιμη, δηλ. την εμφιαλωμένη.

«Η εκτίμηση του κλάδου μας είναι ότι τα διαφεύγοντα  έσοδα της πολιτείας από την παράνομη κυκλοφορία χύμα τσίπουρου σε ολόκληρη την αλυσίδα διακίνησης, είναι συνολικά περίπου 300 εκατομμύρια ευρώ για κάθε έτος. Να σημειώσω ότι για αυτή την κατάσταση που επικρατεί κινδυνεύουμε να μας επιβληθεί πρόστιμο από την ΕΕ, το οποίο θα κληθούμε να πληρώσουμε σαν χώρα, προφανώς επιβάλλοντας καινούργιους φόρους».

Παρά τις αντιξοότητες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει διαχρονικά ο κλάδος, το 2018 έκλεισε, για την εταιρεία Τσιλιλή με άνοδο λίγο πάνω από το 5%. Σε αυτό συνέβαλλε η εξαγωγική δραστηριότητα, καθώς επίσης και η ανάπτυξη της προϊοντικής κατηγορίας των κρασιών. Ο στόχος που έχει τεθεί για την επόμενη χρονιά είναι να διατηρηθεί σταθερός ο ρυθμός πωλήσεων, να εξορθολογιστούν περαιτέρω οι δαπάνες και να υλοποιηθούν επενδύσεις όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό και την αυτοματοποίηση ορισμένων λειτουργιών στην παραγωγή.

Η γνωστή αποσταγματοποιία παράγει 4 βασικούς κωδικούς: το τσίπουρο Θεσσαλίας Τσιλιλή, το τσίπουρο Θεσσαλίας Τσιλιλή με γλυκάνισο, το Dark Cave τσίπουρο μακράς παλαίωσης και το Αγιονέρι τσίπουρο παλαίωσης για ένα χρόνο. Επίσης παράγει τέσσερις ετικέτες μονοποικιλιακών αποσταγμάτων σταφυλιου. Τη μερίδα του λέοντος στις πωλήσεις καταλαμβάνει το κλασσικό Τσίπουρο Τσιλιλή, ενώ τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αυξημένη ζήτηση στα παλαιωμένα τσίπουρα σε δρύινα βαρέλια.

Κοκτέιλ με τσίπουρο το νέο trend

Δεν είναι λίγες οι φορές που εταιρείες του κλάδου έχουν δηλώσει ότι το τσίπουρο θα μπορούσε να γίνει η ελληνική βότκα, άποψη με την οποία συντάσσεται και ο κ. Τσιλιλής, τονίζοντας πως το τσίπουρο είναι έτοιμο να αυξήσει την κατανάλωση στα ελληνικά εστιατόρια, εντός και εκτός Ελλάδος. Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει και ο κλάδος  είναι πλέον σε θέση να δώσει μια νέα ώθηση στις αγορές του εξωτερικού.

«Ήδη έχουμε ξεκινήσει τον στρατηγικό σχεδιασμό μας και έχουμε προετοιμάσει και ένα σχέδιο marketing για τις πρώτες χώρες που θα στοχεύσουμε. Πραγματικά αν η πολιτεία κινούνταν στην κατεύθυνση να ευθυγραμμίσει την νομοθεσία της χώρας μας με την Ευρωπαϊκή στο χώρο του καθεστώτος του χύμα τσίπουρου, θα είχαμε την ευκαιρία ως χώρα να αναδείξουμε και διεθνώς ένα προϊόν με προστιθέμενη αξία, με πολύ θετικά αποτελέσματα στο εισόδημα των Ελλήνων αμπελουργών, στις νέες θέσεις εργασίας, στο εισαγόμενο συνάλλαγμα κλπ. Πολύ περισσότερο τώρα που έχουμε ως σύμμαχο το πολύ ευνοϊκό timing του αυξημένου τουρισμού της Ελλάδας» υπογραμμίζει ο κ. Τσιλιλής.

Αξίζει να σημειωθεί πως το τελευταίο διάστημα έχει δημιουργηθεί ένα νέο trend που θέλει το τσίπουρο να χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό σε cocktails. Όπως εξηγεί ο κ. Τσιλιλής, στα χρόνια της κρίσης ο καταναλωτής άρχισε να συνειδητοποιεί ότι πρέπει να στηρίξει τα ελληνικά προϊόντα, ώστε να μην χαθούν και άλλες θέσεις εργασίας, αλλά και γιατί του δίνουν την αίσθηση της υπερηφάνειας για τη χώρα του. «Έτσι δημιουργούνται και “ελληνικά” cocktail με βάση το τσίπουρο. Το καλό είναι ότι και στις τουριστικές περιοχές υπάρχει μεγάλη ζήτηση για cocktail με εγχώρια ποτά» καταλήγει.