Γιατί οι νεοπροσληφθέντες ψάχνουν για καινούργια δουλειά μέσα στο πρώτο τρίμηνο

της Jane Thier

Είναι το χειρότερο σενάριο: Μετά από μήνες αναζήτησης εργασίας, βρίσκετε μια θέση εργασίας που μοιάζει να σας ταιριάζει απόλυτα. Έχετε τα απαιτούμενα προσόντα, περνάτε τον τελικό γύρο της συνέντευξης και παίρνετε μια προσφορά – και αρχίζετε να εργάζεστε ώσπου διαπιστώνετε ότι η δουλειά δεν είναι καθόλου όπως τη φανταζόσασταν.

Πόσο καιρό θα αντέξετε μέχρι να αρχίσετε να ψάχνετε αλλού; Μπορεί να εξαρτάται από το πόσο κακή είναι η δουλειά. Αλλά σε γενικές γραμμές, το ερώτημα για το πόσο καιρό πρέπει να μείνετε σε μια δουλειά για την οποία δεν «τρελαίνεστε» φαίνεται να τίθεται συνεχώς προς συζήτηση.

Σε μια έρευνα του Απριλίου από την Lattice, μια πλατφόρμα λογισμικού διαχείρισης εργαζομένων, περισσότεροι από τους μισούς (52%) από τους ερωτηθέντες που βρίσκονται στη δουλειά τους για τρεις μήνες ή λιγότερο δήλωσαν ότι προσπαθούν ενεργά να φύγουν. Για τους ανθρώπους που εργάζονται από τρεις έως έξι μήνες, το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 59%.

Σε όλους τους κλάδους, από τους 2.000 ερωτηθέντες με έδρα τις ΗΠΑ, σχεδόν τα τρία τέταρτα (74%) δήλωσαν ότι θα ήταν ανοιχτοί στο να εγκαταλείψουν τον τρέχοντα ρόλο τους – ανεξάρτητα από το πόσο καιρό βρίσκονται εκεί – μέσα στους επόμενους έξι έως 12 μήνες. Στην περσινή έκδοση της έρευνας, μόνο το 47% δήλωσε το ίδιο.

Κάποιοι κινούνται πέρα από την απλή αναζήτηση – και μάλιστα γρήγορα. Σε έρευνα που διεξήγαγε νωρίτερα φέτος ο ιστότοπος καριέρας The Muse σε millennials και άτομα της Γενιάς Z που αναζητούσαν εργασία, ένας στους πέντε δήλωσε ότι θα παραιτείτο από μια θέση εργασίας σε λιγότερο από ένα μήνα, αν αυτή διέφερε δραματικά από αυτήν που διαφημιζόταν. Ένα άλλο 41% θα έδιναν δύο έως έξι μήνες και λιγότερο από το ένα τέταρτο (24%) θα έμεναν ένα ολόκληρο χρόνο.

Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες τάσεις που σχετίζονται με την εργασία, η τάση αυτή είναι έντονα νεανική. Μόνο το 23% των baby boomers, το 33% της Gen X και το 41% των μεγαλύτερων millennials (ηλικίας 35 έως 44 ετών) δήλωσαν ότι ψάχνουν για δουλειά – σε αντίθεση με τη Gen Z (τρεις στους πέντε από τους οποίους ψάχνουν) και τους νεότερους millennials (59%).

Όσοι αναζητούν εργασία δεν είναι ίδιοι μεταξύ τους και οι υπεύθυνοι προσλήψεων δεν μπορούν να περιμένουν ότι όλοι τους εκτιμούν τα ίδια πράγματα. Η αντίθεση μεταξύ των γενεών είναι έντονη. Για παράδειγμα, σχεδόν οι μισοί (44%) από τους νεότερους millennials λένε ότι οι ευκαιρίες καθοδήγησης είναι εξαιρετικά σημαντικές – αλλά μόλις το 18% των baby boomers συμφωνεί. Εντωμεταξύ, οι Gen Zers και οι millennials χαρακτήρισαν την «αίσθηση του ανήκειν» βασικό παράγοντα στην αναζήτηση εργασίας σε σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τους baby boomers.

«Οι νεότεροι εργαζόμενοι αναζητούν πραγματικά την αίσθηση του ανήκειν κατά την ένταξή τους σε μια εταιρεία, ειδικά με τόσους πολλούς υβριδικούς ή πλήρως απομακρυσμένους ρόλους», λέει ο Dave Carhart, αντιπρόεδρος ανθρώπινου δυναμικού της Lattice, στο Fortune. «Ό,τι μπορούν να κάνουν οι εταιρείες για να υποστηρίξουν πραγματικά όσους προσλαμβάνουν και να τους βοηθήσουν να συνδεθούν είναι ιδιαίτερα σημαντικό».

«Σίγουρα έχουμε ακούσει για τον κίνδυνο αποχώρησης μεταξύ των ανθρώπων που είναι πιο νέοι στη δουλειά τους», προσθέτει ο Carhart. «Η έκτασή του φαινομένου εξακολουθεί να με εκπλήσσει».

Οι εργοδότες εργάστηκαν ιδιαίτερα σκληρά για να προσλάβουν ανθρώπους κατά τη διάρκεια αυτού που ο Carhart αποκαλεί «μεγάλη αναδιάταξη». Ακόμα κι έτσι, προσθέτει, «είναι σαφές ότι δεν μπορείτε να υποθέτετε πως το ζήτημα τελειώνει όταν κάποιος ξεκινάει».

Συχνά, οι νέοι εργαζόμενοι είναι πιο πιθανό να φύγουν σε σχέση με τους πιο μακροχρόνιους που έχουν επενδύσει χρόνο και προσπάθεια στον εργοδότη τους.

«Ιδιαίτερα σε μια τόσο ενεργή αγορά, οι νέοι εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχει λόγος να παραμείνουν για 12 ή 18 μήνες σε μια δουλειά που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες ή τις προσδοκίες τους», λέει ο Carhart.

Όταν ξεκίνησε την καριέρα του ως υπεύθυνος προσλήψεων στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ο Carhart λέει ότι ο ίδιος και οι συνάδελφοί του «τσέκαραν τους ανθρώπους» με βάση τις συνήθειές τους να αλλάζουν θέσεις εργασίας και το πόσο καιρό παρέμεναν σε μια θέση. Όχι πια.

«Ιστορικά, οι άνθρωποι έπρεπε να ανησυχούν όταν έτειναν να εγκαταλείπουν γρήγορα τις δουλειές τους», λέει στο Fortune η Alison Green, ειδικός στις προσλήψεις και διαχειρίστρια του blog Ask A Manager.

Το τι μετράει ως «γρήγορα» ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τον κλάδο. Σε ορισμένους ρόλους, όπως η παροχή υπηρεσιών ή ένα συμβουλευτικό έργο, μπορεί να είναι οτιδήποτε κάτω από ένα έτος. Αλλά σε άλλους, όπως το μάρκετινγκ ή η μηχανική, η προσδοκία είναι τουλάχιστον δύο ή τρία χρόνια.

Αλλά στη σημερινή καυτή αγορά εργασίας, όλοι αυτοί οι παλιοί κανόνες αναθεωρούνται, λέει η Green. Ακόμα και χωρίς τις δυνάμεις της αγοράς, η πανδημία έχει ανατρέψει πλήρως τους προηγούμενους κανόνες.

«Υπάρχει πολύ μεγαλύτερη κατανόηση του γεγονότος ότι μπορεί να έφυγες επειδή ο εργοδότης σου δεν χειρίστηκε σωστά την πανδημία ή επειδή έχει κολλήσει σε ξεπερασμένες πρακτικές σχετικά με την απομακρυσμένη εργασία», λέει. «Αυτή τη στιγμή υπάρχει τόση μεγάλη εναλλαγή – και τόση δύναμη από την πλευρά των εργαζομένων που δεν υπήρχε παραδοσιακά – που οι εργοδότες είναι πολύ πιο πρόθυμοι να παραβλέψουν τη σύντομη παραμονή σε μια προηγούμενη δουλειά, απ’ ό,τι στο παρελθόν».