Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ κερδίζει ενώ ο Μπέρνι Σάντερς όχι

Ο Τραμπ αντιμετωπίζει τέσσερις αντιπάλους. Ο Σάντερς μόνο μία, η οποία όμως φαντάζει ανίκητη.

του Τζεφ Κόλβιν

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Μπέρνι Σάντερς;

Και οι δυο μοιάζουν αρκετά. Ο καθένας τους προσπαθεί να αναδειχθεί σε προεδρικό υποψήφιο του κόμματός του, εκμεταλλευόμενος τον θυμό και το μίσος των ψηφοφόρων που νοιώθουν ότι κοροϊδεύονται από μια τάξη ανθρώπων η οποία τους αρνείται τις ασφαλείς θέσεις εργασίας και την ποιότητα ζωής που απολάμβαναν. Οι ψηφοφόροι που νοιώθουν ότι η πηγή των προβλημάτων τους είναι στην Ουάσιγκτον ψηφίζουν τον Τραμπ ενώ όσοι θεωρούν ότι βρίσκεται στη Wall Street ψηφίζουν τον Σάντερς. Επίσης, και οι δύο υποψήφιοι έχουν περίπου την ίδια επίδοση, στο 35% με 40% κατά μέσο όρο.

Κι όμως, ο ένας έχει αναδειχθεί σε πολιτικό φαινόμενο της εποχής μας, βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα κάθε μέρα, και φαντάζει πλέον ως ο βέβαιος υποψήφιος του κόμματός του, ενώ ο άλλος μοιάζει με διάττοντα αστέρα που φωτίζει στιγμιαία αλλά μάλλον θα λησμονηθεί σχετικά σύντομα.

Ποια είναι η διαφορά; Η απάντηση είναι πασιφανής: ο Τραμπ είναι αντιμέτωπος με τέσσερις αντιπάλους και άρα το 35% τον καθιστά νικητή, ενώ ο Σάντερς αντιμετωπίζει μόλις μία αντίπαλο, και άρα το ίδιο ποσοστό ψήφων τον καθιστά βέβαιο ηττημένο. Πρόκειται για δύο πολιτικούς που έχουν ακριβώς την ίδια επίδοση, αλλά η δομή του παιγνίου οδηγεί σε αντίθετα αποτελέσματα.

Ένα, λοιπόν, βασικό χαρακτηριστικό αυτής της προεδρικής κούρσας είναι ότι ελάχιστοι υποψήφιοι διεκδίκησαν το χρίσμα των Δημοκρατικών. Οι Κλίντον όχι μόνο υπήρξαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί στη συγκέντρωση χρημάτων, αλλά έφτιαξαν και μια εικόνα σύμφωνα με την οποία είναι ανίκητοι και σκληροί. Με τον αέρα της ατρόμητης, που απαιτήθηκαν χρόνια για να κερδηθεί, η Χίλαρι Κλίντον απέτρεψε την εμφάνιση κάποιου πραγματικά ανταγωνιστικού συν-υποψηφίου. Και η άνοδος του Σάντερς δεν αποτέλεσε απειλή, εφόσον δεν υπήρχαν άλλοι διεκδικητές.