Γιούλα Μπλέσιου (Παιχνιδαγωγείο): Η εκπαίδευση μέσα από το παιχνίδι

«Ο κόσµος αλλάζει όταν υπάρχει δηµιουργία και σύνθεση, όταν οι άνθρωποι, η εκπαίδευση, η φύση, η έρευνα και το παιχνίδι γίνονται ένα».

Είναι Νηπιαγωγός, ειδικός παιδαγωγός, συνιδρύτρια και υπεύθυνη παιδαγωγικού σχεδιασµού στο Παιχνιδαγωγείο. Μια γυναίκα που λειτουργεί µε οδηγό το πάθος της για το παιχνίδι, τα παιδιά και τη διαµόρφωση µιας παιδαγωγικής «των σχέσεων», της ψυχικής ανθεκτικότητας. Πιστεύει ότι ο κόσµος αλλάζει όταν υπάρχει δηµιουργία και σύνθεση. Όταν οι άνθρωποι, η εκπαίδευση, η φύση, η έρευνα και το παιχνίδι γίνονται «ένα». Γι’ αυτό και η ίδια αποφάσισε πολύ νωρίς να µπλεχτεί µε όλα τα παραπάνω και ονειρεύεται την ηµέρα που η Παιδεία θα ενδιαφέρει περισσότερους ανθρώπους στον κόσµο από ό,τι το Ιnstagram.

Δηµιούργησε µε µια πραγµατική οικογένεια, µια παρέα εξαιρετικών συνεργατών, το Παιχνιδαγωγείο, έναν οργανισµό που παράγει ιδέες και παιδαγωγική όπως ένας άνθρωπος που γελά. Ένα σχολείο το οποίο από το 2010 λειτουργεί ως «οικογένεια» και «παρέα» για όλους και όλες που το αξιοποιούν στην καθηµερινότητά τους. Τα παιδιά, τους γονείς, τους δασκάλους και τους ειδικούς που συνεργάζονται ώστε το παιδί, η οικογένεια, το παιχνίδι και η έρευνα να είναι πάντα το κέντρο της προσοχής. Ένα µέρος που «το παιχνίδι είναι η αρχή» και όλα τα συναισθήµατα βρίσκουν τον χώρο να εκφράζονται και η «οµάδα» µπορεί να καταφέρει όσα ορίζει ότι θέλει.

Ξεκινώντας από ένα πτυχίο στα οικονοµικά, η Γιούλα Μπλέσιου πέρασε στο παιχνίδι της εκπαίδευσης µε ακόµα ένα πτυχίο στην προσχολική αγωγή και µια εξειδίκευση ως ειδική παιδαγωγός στην εκπαίδευση παιδιών µε συναισθηµατικές δυσκολίες, δυσκολίες συµπεριφοράς και κοινωνικοποίησης.

«Από τότε που θυµάµαι τον εαυτό µου ασχολούµαι µε τα παιδιά. Τα οικονοµικά ήταν η παρένθεση! Μεγάλωσα και µεγαλώνω σε µια οικογένεια όλο ζωή, µε δύο γονείς βαθιά συνδεδεµένους µε την Παιδεία πρώτα και µετά µε την εκπαίδευση. Η µαµά µου ήταν δασκάλα και ο µπαµπάς µου είναι ακαδηµαϊκός στον χώρο της οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων. Με έναν τρόπο, λοιπόν, τόσο τα οικονοµικά όσο και η εκπαίδευση βρίσκονται στα γονίδιά µου. Πέρασα πολύ καλά στο σχολείο. Είχα µερικούς εκπληκτικούς δασκάλους και έπαιξα πάρα πολύ έξω, αυθόρµητα, µε περιορισµούς και κανόνες που βάζαµε µόνοι µας και σεβόµασταν όλοι. Συµµετείχα από πολύ µικρή σε διάφορες εθελοντικές οργανώσεις. Έτσι, αντιµετώπισα αναγκαστικά πολλές προκλήσεις που αφορούν στην οµάδα, την αυτοδιαχείριση, την επικοινωνία, την τοποθέτησή µου πάνω στα πράγµατα, την αλήθεια και την παιδεία ως στοιχείο της προσωπικότητας. Έτσι έµαθα οργανικά, από την εµπειρία».

«Είµαστε ένας δυναµικός οργανισµός που συνεχώς αναπτύσσεται και κινείται. Έτσι ζούµε παίζοντας και παίζοντας µαθαίνουµε, κυρίως κάνοντας λάθη».

Μας αναφέρει ότι αυτό συµβαίνει όταν το απολαµβάνεις πηγαία: «Η απόλαυση και η απλότητα της επικοινωνίας που είχα και έχω µε τα παιδιά µε κάνουν να περνάω καλά. Νιώθω ότι µαθαίνω περισσότερα από ό,τι προσφέρω σε αυτούς και αυτές που θεωρητικά έχω «µαθήτριες» και «µαθητές», παιδιά ή ενήλικες. Ιντριγκάροµαι από τη σκέψη των άλλων, εµπνέοµαι από την ασταµάτητη δηµιουργία της συνεργασίας. Αυτό είναι το έναυσµα και η επανεκκίνηση κάθε φορά που τα πράγµατα σκουραίνουν. Επιστρέφω στην απλή πολυπλοκότητα του παιχνιδιού. Είναι η βάση. Για µένα, αυτό που κάνω αυτό είµαι. Είναι αυτόµατη διεργασία ανάπτυξης, και όχι η «δουλειά µου»».

Γίνεται να αρχίσει η αλλαγή στην Παιδεία από ένα και µόνο σχολείο; Το σχολείο, για εκείνη, ζει την αλλαγή καθηµερινά. Άρα, µπορεί και να τη φέρει. «Είµαστε ένας δυναµικός οργανισµός που αναπτύσσει τον εαυτό του, λειτουργώντας ως µια σπείρα η οποία συνεχώς αναπτύσσεται και κινείται. Έτσι ζούµε παίζοντας και παίζοντας µαθαίνουµε, κυρίως κάνοντας λάθη. Στην πραγµατικότητα, θεωρούµε ότι κάνουµε το αυτονόητο. Κίνητρό µας ήταν η ανάγκη µας να δηµιουργήσουµε στην Ελλάδα ένα «µέρος» και αργότερα ένα σχολείο που να «ακούει» και να συντονίζεται ταυτόχρονα µε τις αναπτυξιακές ανάγκες των παιδιών, µε τις ανάγκες των οικογενειών, µε τις σύγχρονες τάσεις στην παγκόσµια εκπαίδευση και µε την απλή, καθηµερινή ανάγκη κάθε παιδιού να το ακούν, να το σέβονται και να παίζει στη φύση, να αναπνέει ήρεµα».

Επιµένει ότι η αλλαγή στην Παιδεία ξεκινά από αυτούς που την παράγουν κάθε µέρα, δηλαδή τους δασκάλους, τα πανεπιστήµια και όλους τους φορείς εκπαίδευσης ενηλίκων.

«Εµείς πρέπει να πείσουµε τους γονείς να σταµατήσουν να απαιτούν από τα παιδιά και από τα σχολεία κάτι άλλο από αυτό που πραγµατικά είναι ή από αυτό που αληθινά µπορούν να δώσουν. Αν αλλάξει το σύστηµα, τα δοµικά σηµεία του εννοώ, υπέρ των παιδιών και των οικογενειών, το σχολείο θα είναι ένα µέρος στο οποίο τα πράγµατα ξεκινούν και εφευρίσκονται, και όχι ένα µέρος που τα περισσότερα πράγµατα απλώς συµβαίνουν και στέκονται. Θα έχει ρυθµό και ουσία. Παραµένουµε, όµως, στους τυπικούς τρόπους διδασκαλίας και στις τυπικές απαιτήσεις από τα παιδιά, προκειµένου «να πετύχουν». Έχουµε, όµως, ξεχάσει να ορίσουµε «σε τι;»». Υποστηρίζει ότι από τη διδασκαλία, σε όλες τις βαθµίδες, λείπει µια αφήγηση, µια ιστορία, µια πραγµατική επαφή, µια σχέση µε την προσωπική ιστορία κάθε παιδιού. «Χρειάζεται ψυχή, σώµα και µυαλό για να µπορείς να λέγεσαι «δάσκαλος». Χρειάζεται να θυµάσαι το «πριν» που βίωσες και να τολµάς να µετασχηµατίζεις αυτό που ζεις στο εδώ και στο τώρα για να µπορείς να δηµιουργήσεις κάτι νέο στο µετά. Σε έναν τοίχο στη Μυτιλήνη το 2012 διάβασα µια φράση και έτσι ανακάλυψα ότι από το 1997 που εργάζοµαι µε παιδιά πορεύοµαι µ’ αυτήν: «Για να πας µπροστά, πρέπει πρώτα να πηγαίνεις ανάποδα!»».

Σε έναν τοίχο στη Μυτιλήνη το 2012 διάβασα µια φράση και από τοτε που εργάζοµαι µε παιδιά πορεύοµαι µ’ αυτήν: «Για να πας µπροστά, πρέπει πρώτα να πηγαίνεις ανάποδα!».

Η Γιούλα αναφέρει ότι στη διοίκηση κάθε οργανισµού, ιδιωτικού ή δηµόσιου, όπως και στα σχολεία, χρειάζεται οργάνωση, διαχείριση των διεργασιών, επαφή µε τα προγράµµατα σπουδών που ήδη υπάρχουν και είναι αρκετά λειτουργικά, και εκπαίδευση των διευθυντών και των δασκάλων. Η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από το υπουργείο Παιδείας και τα πανεπιστήµια προς τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τους γονείς και τα παιδιά. Και ανάποδα.

Η ίδια εστιάζει στην αλλαγή που συντελείται στα πάντα και εξηγεί πόσο γρήγορα καλείται πια ένας εκπαιδευτικός να αντιδρά: «Από το 2006, που επίσηµα έχω την ευθύνη για οµάδες παιδιών, µέχρι σήµερα θα έπρεπε να έχω ζήσει δύο γενιές παιδιών. Έχω ζήσει τέσσερις. Αυτό σηµαίνει ότι τα πράγµατα µας προσπερνούν. Οι αλλαγές έρχονται πολύ γρήγορα και εξίσου γρήγορα καλούνται οι άνθρωποι να προσαρµοστούν. Αυτό είναι πλέον το βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης αυτών που εκπαιδεύουν τα παιδιά µιας χώρας».

Τα προγράµµατα σπουδών σήµερα καλούνται να δείχνουν περισσότερο το πώς να µάθουν τα παιδιά µας και λιγότερο το τι. Αυτό είναι πλέον το κρίσιµο, όπως εξίσου κρίσιµος είναι και ο ρόλος των γονέων. «Υπάρχει ο γονιός που βλέπει τον εαυτό του ως «πελάτη» και περιορίζει το παιδί του στο ρόλο του «χρήστη» αντί του εφευρέτη. Αυτό συµβαίνει στα σχολεία, ανεξάρτητα από το εάν είναι δηµόσια ή ιδιωτικά. Είναι θέµα τοποθέτησης των γονέων, όχι θέµα οικονοµικών. Με αυτήν τη λογική, ο γονιός «πελάτης» εναποθέτει το παιδί του και «απαιτεί». Ο γονιός «συνεργάτης» µοιράζεται τη διαπαιδαγώγηση, το βάρος, την ευθύνη, και η διεργασία ανάπτυξης εξελίσσεται διαρκώς. Μαζί µε την αγωνία των γονιών για τη Δευτεροβάθµια Εκπαίδευση, είναι µεγάλη η µάχη που πρέπει να δώσουν οι γονείς µε τον εαυτό τους και συχνά µε τα παιδιά τους, στον βωµό µιας αγωνίας για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Πολλοί άνθρωποι από τον χώρο των επιχειρήσεων θα σας πουν ότι αυτά που κρίνουν την επιτυχία τους και αυτά που ψάχνουν στους συνεργάτες τους είναι δεξιότητες, στάσεις, γνώσεις που δεν καλλιεργούνται µέσα στο τρέχον µοντέλο εκπαίδευσης».

Η πρόκληση, κατά τη γνώµη της, είναι να συνεχίσεις να πιστεύεις σε αυτό που είσαι και κάνεις, ανεξάρτητα από τα στερεότυπα που επιβάλλονται σε µια κοινότητα, από τους ρόλους που έχεις, τα εµπόδια και τις αναποδιές που συµβαίνουν στο εξωτερικό περιβάλλον.

Να µπορείς να συνδυάζεις τον φροντισµένο µικρόκοσµό σου µε το χαοτικό εξωγενές σύστηµα. Και να έχεις την υποµονή να πηγαίνεις σιγά σιγά, παρότι ξέρεις ότι µπορείς και γρήγορα. Αφού όλα ξεκινούν από µια ιδέα, όταν έχεις φίλους και εργαλεία για να την υλοποιήσεις, η αλλαγή είναι πάντα εφικτή. Ας πούµε ότι η πρόκληση είναι να κάνεις µια διάφανη φούσκα που πετάει να πάει όσο πιο µακριά µπορεί, χωρίς να σπάσει. «Κάποιες φορές πετυχαίνει!».