Η Ελλάδα μεταξύ των πέντε κορυφαίων χωρών με «εξαιρετικής ποιότητας» ύδατα κολύμβησης

Η Ελλάδα, η Κύπρος, η Μάλτα, η Κροατία και η Αυστρία είναι οι πέντε χώρες της ΕΕ που πληρούν σε ποσοστό άνω του 95% τα πρότυπα για τα ύδατα κολύμβησης «εξαιρετικής ποιότητας».

Το 83% των ευρωπαϊκών περιοχών κολύμβησης πληρούν τα πιο αυστηρά πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα ύδατα «εξαιρετικής ποιότητας, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για τα ύδατα κολύμβησης, που δημοσιεύηκε την Τρίτη.

Η τελευταία αξιολόγηση που εκπονήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βασίζεται στην παρακολούθηση 22.276 περιοχών από όλη την Ευρώπη το 2020. Καλύπτει τα κράτη μέλη της ΕΕ, την Αλβανία και την Ελβετία καθ’ όλη τη διάρκεια του 2020.

Το ποσοστό των παράκτιων περιοχών και περιοχών εσωτερικών υδάτων με ύδατα εξαιρετικής ποιότητας έχει σταθεροποιηθεί τα τελευταία χρόνια περίπου στο 85 %, ενώ το 2020 ήταν 82,8 % πανευρωπαϊκά.

Εντυπωσιάζει η Ελλάδα

Τα ελάχιστα πρότυπα για τα ύδατα «επαρκούς ποιότητας» πληρούνταν από το 93 % των περιοχών που αποτέλεσαν αντικείμενο παρακολούθησης το 2020, ενώ σε πέντε χώρες -στην Κύπρο, την Αυστρία, την Ελλάδα, τη Μάλτα και την Κροατία- το 95 % και περισσότερο των υδάτων κολύμβησης ήταν εξαιρετικής ποιότητας.

Πιο συγκεκριμένα για τη χώρα μας το 97,1% των περιοχών κολύμβησης κρίνονται ως εξαιρετικής ποιότητας, το 2,1% ως καλής ποιότητας, ενώ υπάρχει κι ένα ποσοστό κάτω της μίας ποσοστιαίας μονάδας που δεν έχει αξιολογηθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα δεν έχει καμία περιοχή χαρακτηρισμένη ως «επαρκούς ποιότητας» ή κακής ποιότητας.

Τα δύο τρίτα των περιοχών κολύμβησης βρίσκονται κατά μήκος των ακτών της Ευρώπης. Τα αποτελέσματα δίνουν μια καλή ένδειξη για τους τόπους στους οποίους μπορούν οι λουόμενοι να βρουν την καλύτερη ποιότητα υδάτων κολύμβησης. Η ποιότητα αρκετών υδάτων κολύμβησης δεν στάθηκε δυνατό να αξιολογηθεί κατά την παρούσα διαδικασία, επειδή οι περιορισμοί που επέβαλε η πανδημία είχαν ως αποτέλεσμα τη συλλογή ανεπαρκούς αριθμού δειγμάτων.

Τα προβλήματα

Το 2020 στο 1,3 % των περιοχών κολύμβησης ή σε 296 περιοχές κολύμβησης στην Ευρώπη τα ύδατα ήταν «ανεπαρκούς ποιότητας». Αν και η αναλογία των περιοχών με ύδατα ανεπαρκούς ποιότητας μειώθηκε ελαφρώς από το 2013, τα προβλήματα παραμένουν, ιδίως όσον αφορά την αξιολόγηση των πηγών ρύπανσης και την εφαρμογή ολοκληρωμένων μέτρων διαχείρισης των υδάτων. Για τις περιοχές κολύμβησης στις οποίες είναι δύσκολο να εντοπιστούν η προέλευση ή τα αίτια της ρύπανσης θα πρέπει να διεξαχθούν ειδικές μελέτες για τις πηγές ρύπανσης.

Μηδενική ρύπανση

Στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης για μηδενική ρύπανση και σύμφωνα με τη στρατηγική για τη βιοποικιλότητα, η Επιτροπή δρομολόγησε πρόσφατα την αναθεώρηση της οδηγίας για τα ύδατα κολύμβησης.

Ο στόχος είναι να αξιολογηθεί κατά πόσον οι ισχύοντες κανόνες εξακολουθούν να εξυπηρετούν τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας και της βελτίωσης της ποιότητας των υδάτων ή αν υπάρχει ανάγκη βελτίωσης του υφιστάμενου πλαισίου, ιδίως με την εξέταση νέων παραμέτρων.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η Επιτροπή θα ζητήσει σύντομα τη γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών μέσω διαδικτυακής δημόσιας διαβούλευσης.

Τα ευρήματα της φετινής έκθεσης θα παρουσιαστούν στις 2 Ιουνίου σε συνεδρία της Πράσινης Εβδομάδας της ΕΕ, με κεντρικό θέμα φέτος τη μηδενική ρύπανση.

Υψηλή η ποιότητα

Ο κ. Βιργκίνιους Σινκέβιτσιους, επίτροπος Περιβάλλοντος, Ωκεανών και Αλιείας, δήλωσε σχετικά: «Η ποιότητα των υδάτων κολύμβησης στην Ευρώπη παραμένει υψηλή κι αυτό είναι ευχάριστη είδηση για τους Ευρωπαίους, που θα κατευθυνθούν στις παραλίες και στις όχθες κολύμβησης αυτό το καλοκαίρι. Η ποιότητα αυτή είναι το αποτέλεσμα της εφαρμογής της οδηγίας για τα ύδατα κολύμβησης, εδώ και πάνω από 40 χρόνια, καθώς επίσης και της σκληρής δουλειάς αφοσιωμένων επαγγελματιών και της συνεργασίας. Το σχέδιο δράσης για μηδενική ρύπανση που εγκρίθηκε τον Μάιο θα βοηθήσει να διατηρηθούν υγιή και ασφαλή τα ύδατά μας και καθαρές οι θάλασσες και τα ποτάμια μας.»

Ο κ. Χανς Μπρούινινξ, εκτελεστικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, δήλωσε σχετικά: «Η ποιότητα των ευρωπαϊκών υδάτων κολύμβησης παραμένει υψηλή έπειτα από τέσσερις δεκαετίες προσπαθειών με στόχο την πρόληψη και τη μείωση της ρύπανσης. Το δίκαιο της ΕΕ συνέβαλε όχι μόνο στη βελτίωση της συνολικής ποιότητας αλλά επίσης στον εντοπισμό των περιοχών για τις οποίες χρειαζόταν να καταβληθούν ειδικές προσπάθειες.»

Ιστορικό

Η ποιότητα των υδάτων κολύμβησης στην Ευρώπη έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία 40 έτη, μεταξύ άλλων χάρη στην οδηγία της ΕΕ για τα ύδατα κολύμβησης. Η αποτελεσματική παρακολούθηση και διαχείριση στο πλαίσιο της οδηγίας, σε συνδυασμό με άλλες πράξεις του περιβαλλοντικού δικαίου της ΕΕ, όπως η οδηγία για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (1991), έχουν οδηγήσει σε δραστική μείωση των ανεπεξέργαστων ή μερικώς επεξεργασμένων αστικών και βιομηχανικών λυμάτων που καταλήγουν στα ύδατα κολύμβησης. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται μείωση της ρύπανσης σε ολοένα μεγαλύτερο αριθμό περιοχών, γεγονός που οδηγεί σε αισθητά βελτιωμένη ποιότητα υδάτων. Στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη αξιολογείται πώς μπορεί καλύτερα να αναληφθεί δράση σε όλη την ΕΕ για τη συνεπή αντιμετώπιση των υπερχειλίσεων υπονόμων, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και η Αλβανία και η Ελβετία, παρακολουθούν τις περιοχές κολύμβησης σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας της ΕΕ για τα ύδατα κολύμβησης.

Η νομοθεσία προσδιορίζει εάν η ποιότητα των υδάτων κολύμβησης μπορεί να χαρακτηριστεί «εξαιρετική», «ικανοποιητική», «επαρκής» ή «ανεπαρκής», ανάλογα με τα επίπεδα των βακτηρίων κοπράνων που ανιχνεύονται. Όταν τα ύδατα χαρακτηρίζονται «ανεπαρκούς ποιότητας», τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν να λαμβάνουν ορισμένα μέτρα, όπως να απαγορεύουν την κολύμβηση ή να συνιστούν την αποφυγή της, να ενημερώνουν το κοινό και να προβαίνουν σε κατάλληλες επανορθωτικές ενέργειες.