Η ενεργειακή κρίση αλλάζει ξανά τον σχεδιασμό της ΕΚΤ – Τα 2 σενάρια για τα επιτόκια
- 18/09/2026, 14:36
- SHARE
- Οι περισσότεροι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου.
- Η επόμενη και πιθανώς τελευταία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης αναμένεται τον Δεκέμβριο.
- Σε αυτό το σενάριο, το επιτόκιο καταθέσεων θα αυξηθεί από 2,50% σε 2,75%.
- Οι αγορές εμφανίζονται περισσότερο επιθετικές, προεξοφλώντας τρεις ή τέσσερις πρόσθετες αυξήσεις έως το τέλος του 2027.
Για τον Δεκέμβριο φαίνεται να μεταθέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την επόμενη αύξηση των επιτοκίων, καθώς επιχειρεί να αξιολογήσει πόσο επίμονες θα αποδειχθούν οι πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η νέα ενεργειακή κρίση.
Η πλειονότητα των οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg προβλέπει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο θα αφήσει αμετάβλητο το κόστος δανεισμού στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου. Η αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων από το 2,50% στο 2,75% αναμένεται πλέον στην τελευταία συνεδρίαση του 2026.
Η εκτίμηση αυτή αναθεωρεί το προηγούμενο βασικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η αύξηση του Σεπτεμβρίου θα αποτελούσε το ανώτατο σημείο του κύκλου νομισματικής σύσφιξης.
Η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο δίλημμα. Το ράλι στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο αυξάνει τον κίνδυνο ο πληθωρισμός να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2%. Την ίδια στιγμή, όμως, η ενεργειακή ακρίβεια περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα, πιέζει την κατανάλωση και μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομίας.
Μία αύξηση βλέπουν οι οικονομολόγοι
Στο βασικό σενάριο της έρευνας, η ΕΚΤ θα περιμένει έως τον Δεκέμβριο προτού προχωρήσει σε μία ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης.
Η παύση του Οκτωβρίου θα δώσει στους αξιωματούχους περισσότερο χρόνο για να αξιολογήσουν την πορεία των διεθνών τιμών ενέργειας, τις μισθολογικές πιέσεις και τον βαθμό στον οποίο οι αρχικές ανατιμήσεις μεταφέρονται στις υπόλοιπες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών.
Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι, μετά την αύξηση στο 2,75%, το επιτόκιο καταθέσεων θα παραμείνει σε αυτό το επίπεδο έως τον Δεκέμβριο του 2027. Τότε αναμένεται να ξεκινήσει ο επόμενος κύκλος χαλάρωσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο πληθωρισμός θα έχει τεθεί σε σταθερή τροχιά επιστροφής προς το 2%.
Το σενάριο αυτό, πάντως, απέχει σημαντικά από τις προσδοκίες που αποτυπώνονται στις χρηματαγορές.
Οι αγορές βλέπουν επιτόκια έως 3,50%
Οι επενδυτές αποδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα στον πληθωριστικό κίνδυνο της ενεργειακής κρίσης και προεξοφλούν τρεις ή τέσσερις ακόμη αυξήσεις έως το τέλος του 2027.
Εάν επιβεβαιωθούν αυτά τα στοιχήματα, το επιτόκιο καταθέσεων θα μπορούσε να φθάσει στο 3,25% ή ακόμη και στο 3,50%. Η επόμενη κίνηση, σύμφωνα με μέρος της αγοράς, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ήδη τον Οκτώβριο.
Η απόκλιση μεταξύ οικονομολόγων και επενδυτών αποτυπώνει την ασυνήθιστα μεγάλη αβεβαιότητα. Οι πρώτοι θεωρούν ότι η εξασθένηση της ανάπτυξης θα περιορίσει τελικά τις πληθωριστικές πιέσεις. Οι αγορές φοβούνται περισσότερο ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας θα περάσουν σε μισθούς, υπηρεσίες και προσδοκίες, αναγκάζοντας την ΕΚΤ να αντιδράσει πιο επιθετικά.
Βούιτσιτς: Δεν κοιτάμε μόνο την ενέργεια
Τις προσδοκίες για συνεχείς αυξήσεις επιχείρησε να μετριάσει ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Μπόρις Βούιτσιτς, επισημαίνοντας ότι η νομισματική πολιτική δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την πορεία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Όπως δήλωσε στο Reuters, η ΕΚΤ εξετάζει ένα πολύ ευρύτερο σύνολο δεδομένων και κριτηρίων, από την αγορά εργασίας και τους μισθούς έως την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Οι αυξημένες τιμές της ενέργειας έχουν διπλή επίδραση στην οικονομία. Αρχικά ωθούν τον πληθωρισμό υψηλότερα, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών, παραγωγής και θέρμανσης. Εάν όμως διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζουν τα πραγματικά εισοδήματα και τις δαπάνες των νοικοκυριών, επιβαρύνοντας το ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο ενεργειακό σοκ μπορεί να δημιουργεί ταυτόχρονα λόγους για υψηλότερα επιτόκια και επιχειρήματα υπέρ μιας πιο προσεκτικής στάσης.
Ο παράγοντας του χειμώνα
Καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις θα έχει η διάρκεια της ενεργειακής αναταραχής και η ένταση του χειμώνα.
Ένα παρατεταμένο κύμα υψηλών τιμών, σε συνδυασμό με χαμηλές θερμοκρασίες, θα αύξανε τις ανάγκες θέρμανσης και θα επιβάρυνε περαιτέρω τα νοικοκυριά. Παράλληλα, θα ενίσχυε τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Η Ευρωζώνη βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με το 2022, καθώς έχει περιορίσει την εξάρτησή της από το φυσικό αέριο και έχει διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας. Αυτό καθιστά τα χαμηλότερα αποθέματα λιγότερο απειλητικά από ό,τι στην αρχή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, χωρίς όμως να εξαλείφει τον κίνδυνο μιας νέας απότομης ανόδου των τιμών.
Θετικό στοιχείο για την ΕΚΤ αποτελεί και η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ανθεκτικότητα της οικονομίας, με τη στήριξη των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η εικόνα αυτή επιτρέπει προς το παρόν τη συνέχιση της σύσφιξης, εάν κριθεί αναγκαία.
Στο τραπέζι και τα αποθεματικά των τραπεζών
Πέρα από τα επιτόκια, ο Βούιτσιτς άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης των υποχρεωτικών αποθεματικών των τραπεζών.
Το μέτρο θα επέτρεπε στην ΕΚΤ να απορροφήσει μέρος της μεγάλης πλεονάζουσας ρευστότητας που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς να βασιστεί αποκλειστικά σε νέες αυξήσεις επιτοκίων ή στη μείωση του χαρτοφυλακίου ομολόγων της.
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ εμφανίστηκε παράλληλα καθησυχαστικός για την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, υποστηρίζοντας ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης διαθέτουν ισχυρή κεφαλαιακή βάση και επαρκή ρευστότητα.
Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να διατηρήσουν υπό έλεγχο τα δημόσια οικονομικά τους. Σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων και αυξημένων αναγκών δανεισμού, η δημοσιονομική αξιοπιστία αποκτά μεγαλύτερη σημασία για το κόστος χρηματοδότησης κάθε χώρας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Καύσιμα: Τα τρία μέτρα που έρχονται και το παράθυρο για προσωρινή μείωση φόρων
- Μητσοτάκης: Αυτοδυναμία, ενεργειακή ασφάλεια και ανοιχτοί δίαυλοι με την Τουρκία (vids)
- Brainstorm Energy Summit 2026: Η νέα εξίσωση ισχύος για την Ελλάδα
- Χρέη στο Δημόσιο: Η «μαύρη τρύπα» των 166 δισ. ευρώ και οι νέες ρυθμίσεις