Η φαρμακευτική βιομηχανία γίνεται όλο και πιο δημοφιλής εν μέσω κορωνοϊού- Θα καταφέρει όμως να αλλάξει τον κόσμο;

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Με την εμφάνιση του κορωνοϊού τα πράγματα άλλαξαν. Θα αδράξουν άραγε οι φαρμακοβιομηχανίες την ευκαιρία;

του Sy Mukherjee

Τον Αύγουστο του 2019, μόλις μισό χρόνο πριν αλλάξει ο κόσμος, η φαρμακευτική βιομηχανία ήταν ο πιο μισητός κλάδος στην Αμερική: το 58% των ερωτηθέντων από την Gallup είχε αρνητική άποψη για τον κλάδο, περισσότερο από το διπλάσιο από όσους τον έβλεπαν θετικά- δίνοντας στους φαρμακοποιούς έναν καθαρό βαθμό αποδοχής μείον 31, το χειρότερο σε σχέση με οποιονδήποτε επιχειρηματικό τομέα στη χώρα. Για σύγκριση, οι αεροπορικές εταιρείες και οι δικηγόροι είχαν βαθμολογία συν 19 και συν 5, αντίστοιχα. Ακόμη και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση (μείον 27) είχε καλύτερη βαθμολογία συνολικά.

Με την εμφάνιση του κορωνοϊού τα πράγματα άλλαξαν. Καθώς η πανδημία έχει καταστρέψει πολλούς επαγγελματικούς κλάδους, προσφέρει στις μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες την ευκαιρία να αναδειχθούν όπως ποτέ άλλοτε, κερδίζοντας πάλι την εμπιστοσύνη ενός κοινού που είχε εξοργιστεί από την άνοδο των τιμών των φαρμάκων. Θα αδράξουν άραγε οι φαρμακοβιομηχανίες την ευκαιρία;

Η απάντηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο γρήγορα οι παρασκευαστές φαρμάκων θα σημειώσουν πρόοδο σε τρεις τομείς απαραίτητους για την καταπολέμηση του COVID-19. Ο πρώτος είναι στο πεδίο των διαγνωστικών εξετάσεων που μπορούν να προσδιορίσουν όχι μόνο ποιος έχει την ασθένεια, αλλά και ποιος δεν είναι πλέον μολυσματικός και ως εκ τούτου ασφαλής να επιστρέψει στη δουλειά του. Ο δεύτερος τομέας είναι οι θεραπείες για την επιβράδυνση της πορείας της νόσου και τη μείωση της σοβαρότητάς της- η οποία θα είναι σημαντική για τη μείωση του φόρτου των νοσοκομειακών ΜΕΘ και των εξαντλημένων ομάδων ιατρικής φροντίδας. Και ο τρίτος είναι τα εμβόλια: Χωρίς ένα ασφαλές και ευρέως διαδεδομένο εμβόλιο που θα παρέχει ανοσία σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη ζωή να επιστρέφει σε «φυσιολογικούς» ρυθμούς.

Θεμελιώδεις για τον έλεγχο της εξάπλωσης του COVID-19 είναι οι διαγνωστικές εξετάσεις που μπορούν να εντοπίσουν εκείνους που έχουν εκτεθεί στον κορονοϊό, ο οποίος μεταδίδεται εύκολα από τα μολυσμένα άτομα- ακόμη, σύμφωνα με τα στοιχεία, και όταν δεν έχουν συμπτώματα. Η τυπική εξέταση γίνεται με ένα δείγμα βλέννας που λαμβάνεται από το λαιμό ή τη μύτη (ή και τα δύο) και αναλύεται μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR). Η PCR ενισχύει το γενετικό υλικό του ιού, εάν υπάρχει, καθιστώντας ευκολότερο τον εντοπισμό.

Τη στιγμή που γραφόταν το παρόν άρθρο, περισσότερα από 75 φάρμακα κατά του κορωνοϊού βρίσκονται σε στάδιο ανάπτυξης, σύμφωνα με έρευνα της Agency IQ. Επιπλέον 40 φάρμακα, που έχουν ήδη εγκριθεί για άλλες παθήσεις, δοκιμάζονται τώρα επίσης έναντι του COVID-19.

Τα αντιιικά φάρμακα, τα οποία συνήθως επηρεάζουν την ικανότητα αναπαραγωγής ενός ιού, σπάνια θεραπεύουν όπως τα αντιβιοτικά (τα οποία σκοτώνουν τα βακτήρια). Όμως, το να έχεις ένα φάρμακο που μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να αναπνέουν ώστε να μην χρειαστεί διασωλήνωση σε αναπνευστήρα θα μπορούσε να έχει τεράστια αξία σε αυτήν την πανδημία. Μια μέρα διασωλήνωσης σε αναπνευστήρα νοσοκομείου μπορεί να κοστίσει ως και 25.000 δολάρια.

Τα διαγνωστικά τεστ και οι θεραπείες έχουν πεπερασμένη χρησιμότητα από μόνα τους. Με έναν ιό τόσο μεταδοτικό όσο είναι ο νέος κορονοϊός, το εμβόλιο είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη προστασία της δημόσιας υγείας. Οι δοκιμές για την αποτελεσματικότητα και την επικινδυνότητα ενός εμβολίου μπορεί να διαρκέσουν χρόνια, λέει ο Peter Hotez, κοσμήτορας της Εθνικής Σχολής Τροπικής Ιατρικής στο Baylor College of Medicine. Ωστόσο, ο χρόνος φαίνεται να επιταχύνεται. Μέχρι τα μέσα Απριλίου, είχαν αναπτυχθεί 70 εμβόλια κατά του κορονοϊού, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Η επιτυχία σε αυτούς τους τρεις τομείς δεν θα καταλαγιάσει τις αντιδράσεις σχετικά με τις τιμές των φαρμάκων. Οι φαρμακευτικές εταιρείες, καθώς αγωνίζονται για νέες θεραπείες και ιατρικά εργαλεία, θα πρέπει να εξισορροπήσουν μεταξύ της ανάγκης χρηματοδότησης καινοτόμων ερευνών και της ικανοποίησης ενός κοινού (και ίσως ρυθμιστικών αρχών) που απαιτεί φάρμακα και ιατρικές συσκευές χαμηλού ή μηδενικού κόστους για την καταπολέμηση της πανδημίας. Ακόμα πρέπει να καθοριστεί ποιος θα είναι ο ρόλος των ασφαλιστικών εταιρειών και των κυβερνήσεων.