Οι ημιαγωγοί είναι το νέο… πετρέλαιο

pixabay.com

Οι ημιαγωγοί αναδεικνύονται στο νέο …πετρέλαιο και η Intel προσπαθεί να αναδειχθεί σε εθνικό πρωταθλητή της Αμερικής.

του Alan Murray

Ο νέος CEO της Intel, Pat Gelsinger, παρουσίασε πρόσφατα το σχέδιό του για την τόνωση της γνωστής εταιρείας τσιπ που συναντά δυσκολίες τώρα τελευταία. Το χρηματιστήριο αρχικά αντέδρασε θετικά αλλά εν τέλει την ίδια μέρα η μετοχή έπεσε κατά 2% σε σχέση με την προηγουμένη.

Η υποδοχή του σχεδίου από την Ουάσινγκτον υπήρξε σαφώς πιο ένθερμη. Ο Gelsinger δεσμεύτηκε να επεκτείνει το παραγωγικό δυναμικό της εταιρείας με τρόπο «γεωγραφικά ισορροπημένο». Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; «Όχι στην Ασία…».

Η δέσμευση αφορά καταρχήν μια επένδυση ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κατασκευή ενός εργοστασίου τσιπ στην Αριζόνα, «σε συνεργασία με την πολιτεία της Αριζόνα και την κυβέρνηση Biden». Η εταιρεία διεκδικεί επίσης ένα τεράστιο συμβόλαιο από το Υπουργείο Αμύνης.

Οι ημιαγωγοί αναδεικνύονται στο νέο …πετρέλαιο και η Intel προσπαθεί να αναδειχθεί σε εθνικό πρωταθλητή της Αμερικής. Η εταιρεία παραγωγής τσιπ TSMC, με έδρα στην Ταϊβάν, κατασκευάζει επίσης ένα νέο εργοστάσιο στην Αριζόνα και επιδιώκει να εξασφαλίσει την υποστήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Αλλά αυτή η περίπτωση είναι πιο μπερδεμένη, στα μάτια της Ουάσινγκτον, δεδομένου ότι η Κίνα διεκδικεί την Ταϊβάν ως έδαφός της.

Η γλώσσα των Κινέζων ηγετών σχετικά με την Ταϊβάν «δεν αφήνει χώρο για συμβιβασμό» είπε πρόσφατα ο Πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Robert Zoellick, στα μέλη του CEO Initiative του Fortune. «Η Ταϊβάν είναι ένα ιδιαίτερο σημείο κινδύνου μέσα στους ερχόμενους μήνες».

Ο πρώην CEO της Intel, Andy Grove, έμεινε στην ιστορία για την απόφασή του, το 1985, να βγάλει την εταιρεία του από τον χώρο των τσιπ μνήμης και να εστιάσει σε τσιπ υψηλότερης αξίας. Η κίνηση αυτή αποτελεί παράδειγμα μιας εταιρείας που «αποδιοργάνωσε τον εαυτό της» – και ένα μεγάλο βήμα προς την παγκοσμιοποίηση του κλάδου των ημιαγωγών.

Η ανακοίνωση του Gelsinger είναι μια ένδειξη ότι αρχίζει μια νέα εποχή, με την αμερικανική κυβέρνηση και τις εταιρείες να συνασπίζονται για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ σε έναν κρίσιμο κλάδο. Ο στόχος; Μα φυσικά η αντιμετώπιση της κινεζικής απειλής.